Οι ελληνικές τράπεζες αυξάνουν το σταθμισμένο έναντι κινδύνου ενεργητικό τους με τον ταχύτερο ρυθμό στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, τα μερίσματά τους αυξάνονται πολύ γρηγορότερα από τον μέσο όρο. Αυτό καταγράφει η Morningstar DBRS σε νέα της ανάλυση για την κεφαλαιακή επάρκεια 40 ευρωπαϊκών τραπεζών από δέκα αγορές.
Στο δείγμα περιλαμβάνονται οι Πειραιώς, Alpha Bank, Eurobank και Εθνική.
Σύμφωνα με τον οίκο, το σταθμισμένο έναντι κινδύνου ενεργητικό (RWAs) των ελληνικών τραπεζών αυξήθηκε κατά 18% από το τέλος του 2022 έως τον Ιούνιο του 2026. Είναι η μεγαλύτερη άνοδος μεταξύ των αγορών του δείγματος, τη στιγμή που για το σύνολο των ευρωπαϊκών τραπεζών η αύξηση ήταν γύρω στο 10%.
Η DBRS την αποδίδει στην ισχυρή πιστωτική επέκταση και στις εξαγορές. Πρόκειται για αλλαγή κατεύθυνσης σε σχέση με την περίοδο 2020–2024, όταν οι ελληνικές τράπεζες, όπως και οι ιταλικές και οι πορτογαλικές, μείωναν το σταθμισμένο ενεργητικό τους περιορίζοντας τους κινδύνους.
Μερίσματα με ρυθμό σχεδόν πενταπλάσιο της Ευρώπης
Η ίδια δυναμική φαίνεται και στα μερίσματα. Τα μερίσματα σε μετρητά από τα κέρδη του 2025 αυξήθηκαν κατά 36% σε ετήσια βάση, τη δεύτερη ταχύτερη άνοδο στην Ευρώπη μετά τη Γερμανία (+42%). Στο σύνολο του δείγματος η αύξηση ήταν 8%, με τις ευρωπαϊκές τράπεζες να διανέμουν το ρεκόρ των περίπου 81 δισ. ευρώ. Σε απόλυτα μεγέθη, πάντως, τα ελληνικά μερίσματα παραμένουν από τα μικρότερα του δείγματος, γεγονός που ενισχύει τον ρυθμό αύξησης.
Το ποσοστό διανομής μερίσματος των ελληνικών τραπεζών ανέβηκε στο 37% περίπου, από 20% το 2023, καθώς ο κλάδος επιστρέφει σε κανονικές πολιτικές αποδόσεων. Παραμένει ωστόσο σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο των σκανδιναβικών (80%) και των ιταλικών τραπεζών (72%). Τα στοιχεία της DBRS αφορούν μόνο τα μερίσματα σε μετρητά και δεν περιλαμβάνουν τις επαναγορές μετοχών, οπότε οι συνολικές αποδόσεις προς τους μετόχους είναι υψηλότερες.
Στον μέσο όρο το κεφαλαιακό απόθεμα
Ο μέσος δείκτης CET1 των ελληνικών τραπεζών διαμορφώθηκε στο 14,9% τον Ιούνιο του 2026, υποχωρώντας σε σχέση με το τέλος του 2025. Για το σύνολο του δείγματος ο δείκτης ήταν λίγο πάνω από 15%. Το απόθεμα πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις ανέρχεται σε περίπου 470 μονάδες βάσης, κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο των περίπου 450 μονάδων.
Η DBRS ξεχωρίζει την Ελλάδα και την Ιταλία ως αγορές όπου το κεφαλαιακό απόθεμα μειώθηκε τους τελευταίους 12–18 μήνες. Ο λόγος είναι ότι οι αυξημένες διανομές και οι εξαγορές αντιστάθμισαν την ισχυρή κερδοφορία.
Στην κερδοφορία, η μέση ετησιοποιημένη απόδοση ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών κινήθηκε στο 12,4% περίπου στο α΄ εξάμηνο. Η επίδοση αυτή τις τοποθετεί στη μέση της ευρωπαϊκής κατάταξης.
Βρίσκονται πίσω από τις τράπεζες της Ισπανίας (16,6%), των σκανδιναβικών χωρών (14,3%), της Ιταλίας (14,1%), της Βρετανίας (13,8%) και της Πορτογαλίας, αλλά μπροστά από τις ολλανδικές, τις ιρλανδικές, τις γερμανικές και τις γαλλικές. Η Ελλάδα είναι η μόνη αγορά όπου ο δείκτης υποχώρησε σε σχέση με το 2022, όταν ξεπερνούσε το 15%. Ο οίκος το αποδίδει σε έκτακτα κέρδη εκείνης της χρονιάς.
Θετική εξέλιξη για τις ελληνικές τράπεζες είναι η αποκλιμάκωση των εποπτικών απαιτήσεων του Πυλώνα 2 (P2R) το 2026. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη σημαντικότερη μείωση, αν και οι απαιτήσεις της παραμένουν οι υψηλότερες μεταξύ των χωρών που εξετάζει ο οίκος.
Η DBRS σημειώνει πάντως ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις αυξήθηκαν κατά μέσο όρο. Το όφελος από τη μείωση του P2R υπερκαλύφθηκε από την άνοδο των αποθεμάτων ασφαλείας, κυρίως του αντικυκλικού.
Για τον ευρωπαϊκό κλάδο συνολικά, η DBRS εκτιμά ότι οι διανομές θα παραμείνουν υψηλές, αλλά θα αυξάνονται με βραδύτερο ρυθμό. Παράλληλα, η πιστωτική επέκταση, οι εξαγορές και οι υψηλότερες ρυθμιστικές απαιτήσεις θα περιορίζουν σταδιακά το κεφαλαιακό περιθώριο.
Στους βασικούς κινδύνους ο οίκος περιλαμβάνει τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και ενδεχόμενη διεύρυνση των spreads των κρατικών ομολόγων. Ο αντίκτυπος της τελευταίας εκτιμάται διαχειρίσιμος, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των χαρτοφυλακίων ομολόγων αποτιμάται στο αποσβεσμένο κόστος.