Φάρμακα αξίας 2,6 δισ. ευρώ πέρασαν το 2025 από τα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ. Ωστόσο, ο μηχανισμός που θα έπρεπε να διασφαλίζει την ακριβή καταγραφή, την παρακολούθηση και τον έλεγχό τους εμφανίζει σημαντικά κενά.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της Έκθεσης 1/2026 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία φέρνει στο φως αδυναμίες στη διαχείριση μιας από τις πλέον δαπανηρές και ευαίσθητες δραστηριότητες του δημόσιου συστήματος υγείας.
Η αξία των φαρμάκων που διαχειρίστηκαν τα φαρμακεία του Οργανισμού αυξήθηκε κατά 13% μέσα σε ένα χρόνο, από 2,3 δισ. ευρώ το 2024 σε 2,6 δισ. ευρώ το 2025. Πρόκειται για κόστος υπολογισμένο σε τιμές προμήθειας, χωρίς ΦΠΑ και πριν από τις εκπτώσεις διαπραγμάτευσης, τα rebates και το clawback.
Χωρίς ελέγχους από το 2015
Παρά το μέγεθος της δραστηριότητας, η οργάνωση και λειτουργία των φαρμακείων δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο της Μονάδας Εσωτερικού Ελέγχου του ΕΟΠΥΥ έως την ολοκλήρωση της ελεγκτικής διαδικασίας.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι στην πλειονότητα των φαρμακείων που εξετάστηκαν δεν προέκυψε η διενέργεια ελέγχων από τα επιτελικά όργανα του Οργανισμού κατά την περίοδο αναφοράς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ως τελευταίος διοικητικός έλεγχος αναφέρθηκε εκείνος του 2015.
Μάλιστα δεν έχει ακόμα καταρτισθεί ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας του ΕΟΠΥΥ, ενώ έχουν μεσολαβήσει περισσότερα από δέκα έτη από την ίδρυσή του (ν. 3918/2011) και την οργανωτική του αναδιάρθρωση (ν. 4238/2014). Αναγνωρίζεται μεν η δυσκολία κατάρτισης οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας, λόγω των φορέων που συνενώθηκαν στον ΕΟΠΥΥ και της φύσης των αρμοδιοτήτων που αυτός ασκεί, καθώς και ότι έχουν γίνει βήματα προς την κατεύθυνση κατάρτισης του προαναφερθέντος οργανισμού.
Ωστόσο, η επί μακρόν έλλειψη οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας καθιστά δυσχερή, αν όχι αδύνατη, τη διάγνωση των αναγκών κάθε φαρμακείου, την ορθολογική κατανομή θέσεων, τη δημιουργία περιγραμμάτων καθηκόντων και την τοποθέτηση του αναγκαίου και εξειδικευμένου προσωπικού για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής των φαρμακείων. Αν και το προσωπικό που υπηρετεί καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εύρυθμη λειτουργία των φαρμακείων, το γεγονός ότι σε μεγάλο ποσοστό οι ανάγκες των φαρμακείων καλύπτονται από προσωπικό ορισμένου χρόνου δημιουργεί κίνδυνο για τη συνεχή και αποδοτική λειτουργία τους.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο εξέτασε 14 φαρμακεία, από ένα δίκτυο που αριθμούσε 39 μονάδες κατά τον χρόνο του ελέγχου και έχει πλέον μειωθεί σε 37. Σε κάθε φαρμακείο ελέγχθηκαν 20 κωδικοί φαρμάκων, με κριτήριο την αξία και τη συχνότητα διακίνησής τους.
Αποκλίσεις στις ποσότητες
Οι ελεγκτές διαπίστωσαν αποκλίσεις μεταξύ των ποσοτήτων που εμφανίζονταν στο πληροφοριακό σύστημα και εκείνων που υπήρχαν στις φυσικές αποθήκες. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι απογραφές δεν πραγματοποιούνταν στον προβλεπόμενο χρόνο ή με την απαιτούμενη διαδικασία.
Ορισμένες διαφορές συνδέονταν με εκκρεμότητες προηγούμενων ετών που εξακολουθούσαν να μεταφέρονται στα βιβλία. Σε δύο φαρμακεία με μεγάλο όγκο εργασιών, μάλιστα, δεν εμφανιζόταν στο πληροφοριακό σύστημα το υπόλοιπο έναρξης, καθιστώντας δυσχερή τον προσδιορισμό της αξίας και της ποσότητας των τελικών αποθεμάτων.
Οι αποκλίσεις δεν συνοδεύονταν πάντοτε από την προβλεπόμενη αιτιολόγηση ούτε ακολουθούνταν σε όλες τις περιπτώσεις οι διαδικασίες ενημέρωσης των αρμόδιων οργάνων.
Ελλείψεις στο λογισμικό
Τα προβλήματα δεν περιορίζονται στις απογραφές. Κατά τον χρόνο του ελέγχου, το πληροφοριακό σύστημα δεν επέτρεπε την αυτοματοποιημένη παρακολούθηση των ημερομηνιών λήξης των φαρμάκων κατά την αποθήκευσή τους. Οι σχετικοί έλεγχοι πραγματοποιούνταν εμπειρικά από το προσωπικό, με χειροκίνητες διαδικασίες και αρχεία εκτός συστήματος.
Παράλληλα, το πληροφοριακό σύστημα δεν διαθέτει δικλίδα ασφαλείας, προκειμένου να υπάρχει αυτόματη ειδοποίηση (alert) σε περίπτωση επικείμενης εξάντλησης των αποθεμάτων και μείωσής τους πέραν του ορίου ασφαλείας. Το αποτέλεσμα ήταν η διαχείριση των παραγγελιών να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την εμπειρία των εργαζομένων. Οι ελεγκτές εντόπισαν μάλιστα περιπτώσεις παραγγελιών για φάρμακα που υπήρχαν ήδη στις αποθήκες, χωρίς να έχει καταγραφεί κατανάλωσή τους τους προηγούμενους μήνες.
Την ίδια στιγμή, τα φαρμακεία δεν μπορούσαν να βλέπουν απευθείας, σε πραγματικό χρόνο, τα αποθέματα άλλων μονάδων. Όταν ένα φάρμακο έλειπε από ένα σημείο, η αναζήτησή του αλλού απαιτούσε επικοινωνία με την κεντρική υπηρεσία ή συνεννόηση μεταξύ των εργαζομένων.
Υποστελέχωση και εσωτερικός έλεγχος
Η έκθεση συνδέει μέρος των δυσλειτουργιών με τις ελλείψεις προσωπικού και την απουσία ολοκληρωμένου Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, παρότι η σχετική πρόβλεψη υπάρχει από το 2014.
Σε αρκετά φαρμακεία, οι εργαζόμενοι αναλάμβαναν πολλαπλά καθήκοντα, από την παραλαβή μέχρι την απογραφή των φαρμάκων, περιορίζοντας τη δυνατότητα ανεξάρτητου ελέγχου κάθε διαδικασίας. Οι ανάγκες στελέχωσης καλύπτονταν συχνά με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή αποσπάσεις.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο διαπίστωσε επίσης ότι δεν είχε συγκροτηθεί πλήρες Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου, με καταγεγραμμένους δημοσιονομικούς κινδύνους και αντίστοιχες δικλίδες αντιμετώπισής τους.
Ο ΕΟΠΥΥ, από την πλευρά του, παρέπεμψε στον ψηφιακό μετασχηματισμό του Οργανισμού για την αντιμετώπιση των τεχνολογικών αδυναμιών. Σύμφωνα με στοιχεία που παρατέθηκαν στην έκθεση, νέο διαχειριστικό πρόγραμμα είχε τεθεί σε πιλοτική λειτουργία στο φαρμακείο της Αγίας Παρασκευής από τον Νοέμβριο του 2025.
Η έκθεση δεν προσδιορίζει οικονομική ζημία ούτε τεκμηριώνει απώλεια φαρμάκων συγκεκριμένης αξίας. Καταγράφει όμως ότι κρίσιμες διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου δεν λειτουργούσαν με την απαιτούμενη πληρότητα.