Άλευρα: "Εγκλωβισμός" στις πρώτες ύλες

Σημαντική άνοδο των πωλήσεών τους λόγω της αύξησης της τιμής των αλεύρων, ως συνέπεια της ανόδου των τιμών στα σιτηρά, πέτυχαν κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς οι ελληνικές αλευροβιομηχανίες.

  • της Αλεξάνδρας Γκίτση
Άλευρα:
** Ο αναλυτικός πίνακας με τα μερίδια παραγωγής αλεύρου των κυριότερων επιχειρήσεων δημοσιεύεται στη δεξιά στήλη "Συνοδευτικό Υλικό".

Σημαντική άνοδο των πωλήσεών τους λόγω της αύξησης της τιμής των αλεύρων, ως συνέπεια της ανόδου των τιμών στα σιτηρά, πέτυχαν κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς οι ελληνικές αλευροβιομηχανίες.

Ωστόσο, για τις περισσότερες εταιρίες του κλάδου αυτή η αύξηση δεν μεταφράστηκε και σε βελτίωση των κερδών τους. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, των οποίων η βασική δραστηριότητα είναι η παραγωγή αλεύρων και σιμιγδαλιού, η κερδοφορία βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, το περιθώριο EBITDA στο 9,1% και η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων είναι μόλις 0,6% την τελευταία πενταετία.

Επίσης, λόγω της μεγάλης χρονικής διαφοράς μεταξύ είσπραξης απαιτήσεων και πληρωμής προμηθευτών, υπάρχουν μεγάλες ανάγκες σε κεφάλαιο κίνησης, οι οποίες επιβαρύνουν τα οικονομικά αποτελέσματα.

Οι μέσοι όροι πενταετίας των ετήσιων δεικτών του λειτουργικού και καθαρού περιθωρίου για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου ανήλθαν στο 1,66% και στο 1,76% αντίστοιχα. Την ίδια ώρα, οι συνεχείς ανατιμήσεις του σιταριού, ιδιαίτερα από τα μέσα του 2007 και έπειτα, αποτελούν τη σημαντικότερη απειλή για τον κλάδο της αλευροβιομηχανίας.

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα, ειδικά στο βόρειο ημισφαίριο, την περίοδο 2006 - 2007 υπήρξαν καταστροφικά για τα σιτηρά, με αποτέλεσμα οι χώρες που παραδοσιακά είναι εξαγωγείς σιτηρών να αδυνατούν να καλύψουν τη ζήτηση των άλλων κρατών. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2007 η τιμή των σιτηρών αυξήθηκε περισσότερο από 100% σε σχέση με το 2006, λαμβάνοντας ακόμα πιο μεγάλες τιμές τους δύο τελευταίους μήνες του χρόνου.

Σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου, η τιμή στο μαλακό σιτάρι δεν προβλέπεται να μειωθεί διεθνώς και στην εκτίμηση αυτή συντελούν τόσο η αύξηση του πληθυσμού όσο και οι αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες στην Κίνα και στην Ινδία. Οι δύο αυτές χώρες τείνουν να γίνουν πλέον μεγάλοι εισαγωγείς σιτηρών λόγω της αυξημένης ζήτησης σε προϊόντα ζύμης. Επιπλέον, απειλή αποτελεί η τάση επέκτασης διαφόρων καλλιεργειών με σκοπό την παραγωγή βιοκαυσίμων σε βάρος της καλλιέργειας δημητριακών.

Οι "παίκτες"

Αδιαφιλονίκητος ηγέτης του κλάδου είναι η Μύλοι Λούλη, της οποίας το μερίδιο παραγωγής αλεύρων σίτου υπολογίζεται στο 19% - 20%. Στη δεύτερη θέση με μερίδιο 9% - 9,5% ακολουθεί η Μύλοι Κεπενού, ενώ μερίδιο 7% - 7,5% κατέχει η Αλλατίνη, όπως και η Μύλοι Παπαφίλη.

Σε ό,τι αφορά την Κυλινδρόμυλοι Σαραντόπουλου, το μερίδιό της διαμορφώθηκε πέρυσι στο 3% - 3,5%, ενώ μόλις στο 1,5% - 2% κυμαίνεται το μερίδιο της εταιρείας Χατζηκρανιώτη.

Και στην αγορά τυποποιημένου αλεύρου σίτου, που προορίζεται για διάθεση απευθείας στο καταναλωτικό κοινό μέσω των αλυσίδων σούπερ μάρκετ και λοιπών καταστημάτων λιανικής πώλησης, η Μύλοι Λούλη συγκέντρωσε πέρυσι το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς (29% - 30%). Στη δεύτερη θέση με μερίδιο 25% βρέθηκε η Elbisco. Η Γιώτης με μερίδιο 16% κατέλαβε την τρίτη θέση, ενώ η Αλλατίνη με μερίδιο 11,5% βρέθηκε στην τέταρτη.

Σε ό,τι αφορά το τυποποιημένο σιμιγδάλι, το μεγαλύτερο μερίδιο έλαβε η εταιρεία Μέλισσα Κίκιζας με 43% και ακολούθησαν η Μύλοι Λούλη με 20% και η Αλλατίνη με 13%.

* Αναδημοσίευση από το φύλλο 536 της εφημερίδας "ΜΕΤΟΧΟΣ & ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ" (27 Ιουνίου - 1 Ιουλίου 2008).

** Ο αναλυτικός πίνακας με τα μερίδια παραγωγής αλεύρου των κυριοτέρων επιχειρήσεων δημοσιεύεται στη δεξιά στήλη "Συνοδευτικό Υλικό".

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v