Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

ICAP: Αύξηση 181% των ασυνεπών επιχειρήσεων

Αύξηση κατά 181% των ασυνεπών επιχειρήσεων αποτυπώνει σχετική μελέτη της ICAP για τη διετία 2010-2011. Η ανοδική τάση της ασυνέπειας επιβεβαιώνεται σε όλους τους τομείς της βιομηχανίας, του εμπορίου και των υπηρεσιών.

ICAP: Αύξηση 181% των ασυνεπών επιχειρήσεων
Αύξηση κατά 181% των ασυνεπών επιχειρήσεων αποτυπώνει σχετική μελέτη της ICAP για τη διετία 2010 - 2011. Η ανοδική τάση της ασυνέπειας επιβεβαιώνεται σε όλους τους τομείς της βιομηχανίας, του εμπορίου και των υπηρεσιών.

Αναλυτικότερα, η ICAP Group ανακοίνωσε τα συμπεράσματα μελέτης που εκπόνησε και η οποία αποτυπώνει την εξέλιξη του δείκτη πιστωτικού κινδύνου των Α.Ε. - ΕΠΕ επιχειρήσεων κάθε δραστηριότητας τη διετία 2010 - 2011 και τη σύγκριση αυτής με την περίοδο 2003 - 2009.

Όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση, στόχος της μελέτης ήταν η εξέταση των επιπτώσεων της τρέχουσας οικονομικής κρίσης στην πιστοληπτική ικανότητα των επιχειρήσεων. Για το σκοπό αυτό, η μελέτη βασίστηκε σε συνολικό δείγμα 218.877 εταιρειών για την περίοδο των εννέα ετών.

Το μέσο ποσοστό ασυνέπειας που εμφάνισαν οι ελληνικές επιχειρήσεις την περίοδο 2003 - 2009 υπολογίζεται στο 3,56%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό την περίοδο 2010-2011 ανέρχεται στο 10%.

Η σημαντική αύξηση 181% αποτυπώνει την αύξηση του πιστωτικού κινδύνου στην επιχειρηματική αγορά ως συνέπεια της οικονομικής ύφεσης, της πτώσης της κατανάλωσης και των δυσκολιών άντλησης χρηματοδότησης.

Η ανοδική τάση της ασυνέπειας επιβεβαιώνεται σε όλους τους τομείς της βιομηχανίας, του εμπορίου και των υπηρεσιών.

Σε απόλυτη συνάρτηση με την εξέλιξη της ασυνέπειας των επιχειρήσεων, τα στοιχεία της μελέτης καταγράφουν τη σημαντική επιβάρυνση της πιστοληπτικής ικανότητας των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της διετίας 2010 - 2011.

Συγκεκριμένα, το 58,91% των εταιριών, ήτοι 6 στις 10 επιχειρήσεις, επιδείνωσε την πιστοληπτική ικανότητά του έστω και κατά μία βαθμίδα. Αναλογικά, λοιπόν, για κάθε μία επιχείρηση, της οποίας η πιστοληπτική ικανότητα αναβαθμίστηκε, αντιστοιχούν 4,9 επιχειρήσεις των οποίων η πιστοληπτική ικανότητα επιδεινώθηκε.

Χαρακτηριστικό του μεγέθους και της εκτεταμένης κλίμακας των επιπτώσεων της κρίσης είναι το γεγονός ότι η επιδείνωση αφορά το σύνολο των επιμέρους τομέων δραστηριότητας με τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, οι οποίες παραδοσιακά εμφάνιζαν υψηλότερη πιστοληπτική ικανότητα, να καταγράφουν την σημαντικότερη επιδείνωση, ακολουθούμενες από το εμπόριο και τη βιομηχανία.

Πιο συγκεκριμένα:

Επιχειρήσεις Βιομηχανίας:

Το ποσοστό των βιομηχανικών επιχειρήσεων που επιδείνωσαν την πιστοληπτική τους ικανότητα υπολογίζεται στο 53,59% έναντι του 13,54% των εταιριών που τη βελτίωσαν. Ο λόγος υποβαθμίσεων προς αναβαθμίσεις υπολογίζεται στο 3,96:1.

Επιχειρήσεις Εμπορίου:

Το ποσοστό των εμπορικών επιχειρήσεων που επιδείνωσαν την πιστοληπτική τους ικανότητα υπολογίζεται στο 58,07% έναντι του 12,73% των εταιριών που τη βελτίωσαν. Ο λόγος υποβαθμίσεων προς αναβαθμίσεις υπολογίζεται στο 4,56:1.

Επιχειρήσεις Υπηρεσιών:

Το ποσοστό των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών που επιδείνωσαν την πιστοληπτική τους ικανότητα υπολογίζεται στο 68,16% έναντι του 8,88% των εταιριών που τη βελτίωσαν. Ο λόγος υποβαθμίσεων προς αναβαθμίσεις υπολογίζεται στο 7,68:1.

Τέλος, εκτός από το ευρύτερο μακροοικονομικό περιβάλλον, αρνητικό αντίκτυπο στην πιστοληπτική ικανότητα μιας επιχείρησης έχει και η εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών της. Συγκεκριμένα, κοινά χαρακτηριστικά των εταιρειών των οποίων η πιστοληπτική ικανότητα υποβαθμίστηκε είναι η πτωτική πορεία των εσόδων και των κερδών, οι δυσκολίες στην είσπραξη των απαιτήσεων κι η αύξηση των υποχρεώσεων και των χρηματοοικονομικών εξόδων.

Όσο η οικονομική ύφεση είναι σε εξέλιξη, τόσο θα επιβαρύνεται η πιστοληπτική ικανότητα των επιχειρήσεων, ακόμα και εκείνων που είχαν εμφανίσει μεγαλύτερες αντιστάσεις την περίοδο αναφοράς της μελέτης.

O Νικήτας Κωνσταντέλλος, Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου ICAP δήλωσε:

«Η ICAP Group αξιολογεί με αντικειμενικό και τεκμηριωμένο τρόπο, αναγνωρισμένο από τις Εποπτικές Αρχές -Τράπεζα της Ελλάδος, Ευρωπαϊκή Κεντρική Tράπεζα, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και European Securities and Markets Authority- τα οικονομικά και εμπορικά στοιχεία των επιχειρήσεων και τις κατατάσσει σε ζώνες πιστωτικού κινδύνου βάσει της πιθανότητας αθέτησης των υποχρεώσεών τους (Probability of Default). Δυστυχώς, το δυσμενές επιχειρηματικό περιβάλλον καθώς και η έλλειψη ρευστότητας στις ελληνικές επιχειρήσεις είχαν ως αποτέλεσμα κατά τη διετία (2010 - 2011) το μέσο ποσοστό των ασυνεπών επιχειρήσεων να ανέρχεται στο 10%, σε σχέση με το 3,56% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό την περίοδο 2003 - 2009 (αύξηση 181%).

Ως αποτέλεσμα, 6 στις 10 επιχειρήσεις (59%) επιδείνωσαν την πιστοληπτική τους ικανότητα κατά τη διετία 2010 - 2011. Επιπλέον, για κάθε μία εταιρεία η οποία αναβάθμισε την πιστοληπτική της ικανότητα 5 επιχειρήσεις την υποβάθμισαν. Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της ICAP χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, από τις τράπεζες αφενός για να υπολογίζουν απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας έναντι του πιστωτικού κινδύνου και, αφετέρου, για να αντλούν ρευστότητα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δίνοντας ως ενέχυρο τα δάνειά τους προς εταιρείες με υψηλή διαβάθμιση. Λόγω των παραπάνω εξελίξεων, ο αριθμός των εταιρειών με υψηλή διαβάθμιση έχει περιοριστεί σημαντικά, γεγονός που επηρεάζει τις τράπεζες τόσο στην άντληση κεφαλαίων όσο και στις προβλέψεις τους έναντι του πιστωτικού κινδύνου.

H ICAP συνεργάζεται με την Τράπεζα της Ελλάδος και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τη συνεχή προσαρμογή των μοντέλων στα νέα οικονομικά δεδομένα της χώρας και των επιχειρήσεων, ενώ οι εποπτικές αυτές αρχές ελέγχουν και επιβεβαιώνουν την αξιοπιστία των πιστοληπτικών αξιολογήσεων της ICAP σε τακτά χρονικά διαστήματα». 

Η μελέτη της ICAP Group για την εξέλιξη του Δείκτη Πιστωτικού Κινδύνου δημοσιεύται στη δεξιά στήλη "Συνοδευτικό Υλικό".

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο