Στην «εξαγωγή» του μοντέλου της Κωτσόβολος στη Ρουμανία, με στόχο να συνδυάζει στο ίδιο κατάστημα πωλήσεις ενεργειακών προϊόντων και υπηρεσιών, από απλούς αισθητήρες και φωτοβολταϊκά στέγης έως τιμολόγια και δανειακή χρηματοδότηση, προσανατολίζεται η ΔΕΗ.
Σε αυτή τη λογική, ο ελληνικός όμιλος βρίσκεται σε συζητήσεις με μια από τις πιο γνωστές ρουμανικές αλυσίδες ηλεκτρονικών ειδών, την Flanco Smart Discounter, προκειμένου να προσθέσει στην παραγωγή, τα δίκτυα και το πελατολόγιο των 3,4 εκατομμυρίων που έχει ήδη στη γείτονα και παρουσία στο retail.
Στόχος της κίνησης της ΔΕΗ, και ενώ οι συζητήσεις με τον μεγαλομέτοχο της ρουμανικής εταιρείας Iulian Stanciu βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη χωρίς μέχρι στιγμής να έχει επιτευχθεί συμφωνία, είναι να μεταφέρει στη ρουμανική αγορά —έναν από τους βασικούς πυλώνες της περιφερειακής της επέκτασης— τις σημαντικές εμπορικές συνέργειες που δημιούργησε για την ίδια η εξαγορά του 2023 της Κωτσόβολος.
Τόσο με τη διάθεση μέσα από ένα στόλο καταστημάτων όλου του φάσματος προϊόντων και υπηρεσιών γύρω από τον ηλεκτρισμό, όσο και αποκτώντας ένα έτοιμο και οργανωμένο δίκτυο logistics, κάτι που όπως έδειξε η προ τριετίας απόκτηση της ελληνικής αλυσίδας, κοστίζει πολύ λιγότερο απ’ ό,τι αν ανέπτυσσε μόνη της μια εφοδιαστική αλυσίδα. Το ίδιο ισχύει και για την πρόσβαση σε ένα έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό, με τεχνογνωσία στις πωλήσεις προϊόντων και υπηρεσιών που συνδέονται με την ηλεκτρική ενέργεια.
Στο ερώτημα ποια είναι η Flanco, πρόκειται για έναν εθνικής εμβέλειας retailer, με πάνω από 160 καταστήματα σε 113 πόλεις της Ρουμανίας, με περίπου 1.450 άτομα προσωπικό και ετήσιο κύκλο εργασιών της τάξης των 275 εκατ. ευρώ (2025).
Ιδρύθηκε το 1994 μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος και ο σημερινός της ιδιοκτήτης την απέκτησε το 2010, ερχόμενος σε συμφωνία με τις πιστώτριες τράπεζες, οι οποίες είχαν αποκτήσει τον έλεγχο της αλυσίδας, καθώς είχε μεσολαβήσει μια περίοδος με οικονομικά προβλήματα.
Σύμφωνα με τα ετήσια αποτελέσματα, η εταιρεία έγραψε πέρυσι ζημιές κοντά στα 13 εκατ. ευρώ, επίπεδα υψηλότερα από του 2024, με ό,τι αυτό φυσικά μπορεί να συνεπάγεται και για το τίμημα σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας.
Η καθετοποίηση και τα επόμενα βήματα
Στην ουσία, η λογική πίσω από το ενδιαφέρον της ΔΕH, κατ’ αντιστοιχία με τη στρατηγική που είχε οδηγήσει και στην εξαγορά της Κωτσόβολος, δεν σχετίζεται με τα περιθώρια κέρδους της συγκεκριμένης δραστηριότητας, τα οποία παραδοσιακά είναι περιορισμένα, όπως αναφέρουν άνθρωποι με γνώση της αγοράς ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών.
Το σκεπτικό είναι να ενισχύσει περαιτέρω τη σχέση με το portfolio των 3,4 εκατ. πελατών που έχει στη Ρουμανία, όπου με βάση το νέο στρατηγικό πλάνο, πρόκειται να τριπλασιάσει τις επενδύσεις σε ΑΠΕ (5,3 GW το 2030 έναντι 1,6 GW το 2025), με τη χώρα να λειτουργεί ως μοχλός επέκτασης για τον όμιλο σε συζευγμένες με αυτήν αγορές, όπως η Ουγγαρία.
Στο ερώτημα κατά πόσο η επιδίωξη να «εξαχθεί» το μοντέλο της Κωστόβολος στη Ρουμανία, εφόσον φυσικά κλείσει το ντιλ, θα μπορούσε να υιοθετηθεί και σε άλλες κομβικές αγορές στις οποίες αποκτά παρουσία η ΔΕΗ, όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, φαίνεται ότι οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση είναι στην παρούσα φάση πρόωρη.
Η λογική είναι ότι κάθε κίνηση θα εξετάζεται και θα σχεδιάζεται βήμα-βήμα, ανάλογα με τις συνθήκες και τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται σε κάθε αγορά.
Τα utilities, οι τάσεις και η ΝΑ Ευρώπη
Οι συνδυασμένες πωλήσεις ενεργειακών προϊόντων και υπηρεσιών στο ίδιο κατάστημα είναι μια αγορά που τώρα αναπτύσσεται στην ευρύτερη περιοχή μας, ακολουθώντας τις τάσεις στην Κεντρική, Δυτική και Βόρεια Ευρώπη.
Το μοντέλο των συνδυασμένων πωλήσεων ενεργειακών προϊόντων και υπηρεσιών μέσα από ένα ενιαίο δίκτυο λιανικής έχει εδραιωθεί εδώ και χρόνια στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, όπως και στις ΗΠΑ.
Ειδικά όμως τα τελευταία χρόνια, τα μεγάλα utilities μετασχηματίζονται συνεχώς, γίνονται όλο και πιο πελατοκεντρικά και υιοθετούν όλο και περισσότερο τη λογική του powertech για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό που έρχεται από τον χώρο της τεχνολογίας και από κολοσσούς όπως η Apple και η Google.
Στον χώρο της ενέργειας επαναλαμβάνεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση αυτό που συνέβη στα telecoms κατά τις δεκαετίες 2000 και 2010, όταν η εμφάνιση των πρώτων free applications, όπως των Skype και Messenger, άρχισε να ροκανίζει τα παραδοσιακά έσοδα που παλαιότερα προέρχονταν από τα sms και τις υπηρεσίες επικοινωνίας.