«Θεωρώ δεδομένο ότι είναι ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης αλλά και εμένα προσωπικά, ειδικά στη φάση της μετάβασης στη μεταμνημονιακή εποχή να κλείσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα μέτωπα και να οικοδομήσουμε μια νέα φυσιογνωμία διαδραματίζοντας τον ηγετικό ρόλο που μας αναλογεί στα Βαλκάνια», δήλωσε ο πρωθυπουργός μετά τις συναντήσεις με τους πολιτικούς αρχηγούς.
Σε ότι αφορά τις συνομιλίες με την Αλβανία δήλωσε ότι άνοιξε ο δρόμος για την πλήρη ομαλοποίηση και αναβάθμιση των σχέσεων. Είμαστε έτοιμοι για μια στρατηγική συμφωνία μεταξύ των χωρών που θα επιλύει τις κρίσιμες διαφορές και θα οδηγεί στην προώθηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της γειτονικής χώρας. Όπως είπε «στο ζήτημα αυτό φαίνεται πως διαμορφώνεται μια ευρύτερη πολιτική συναίνεση που δεν μπορώ παρά να καλωσορίσω».
Αναφορικά με την πΓΔΜ είπε πως ενημέρωσε διεξοδικά τους αρχηγούς και πως «το 2018 έχει ανοίξει ένα παράθυρο ευκαιρίας για λύση καθώς η νέα πολιτική ηγεσία επιδεικνύει βούληση να διαπραγματευτούμε και να βρούμε «μια αμοιβαία αποδεκτή λύση σε ένα πρόβλημα, το ονοματολογικό και τα παρακολουθήματά του που υπονόμευσε τις σχέσεις των δυο χωρών τα τελευταία 25 χρόνια».
«Τόνισα ότι η νέα πολιτική ηγεσία έχει ανασκευάσει και αποσύρει σε κάποιο βαθμό την αλυτρωτική ρητορεία των προηγούμενων κυβερνήσεων γεγονός που εκ των πραγμάτων λειτουργεί καταλυτικα για την εντατικοποίηση των διαπραγματεύσεων».
Χαρακτηριστική είναι όπως είπε ήταν η κίνηση του κ. Ζάεφ να μετονομάσει το αεροδρόμιο και την Εθνική Οδό. Αυτές οι συμβολικές κινήσεις δεν σημαίνουν βεβαίως ότι το πρόβλημα του αλυτρωτισμού έχει επιλυθεί καθώς η πολιτική βούληση των γειτόνων πρέπει να πάρει τη μορφή σαφών και συγκεκριμένων δεσμεύσεων στο πλαίσιο των συνομιλιών που διεξάγονται τόσο σε διμερές επίπεδο όσο και με τη διαμεσολάβηση του ΟΗΕ.
«Θέλω να είμαι απολύτως ευθύς και ειλικρινής. Η βούληση και η αποφασιστικότητα της ελληνικής κυβέρνησης για την επίλυση του προβλήματος είναι δεδομένη. Το τελευταίο διάστημα έχει συντελεστεί πρόοδος απομένει όμως πολύ δρόμος να διανυθεί για να φτάσουμε σε αμοιβαία αποδεκτή λύση σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό που θα ισχύει έναντι όλων. Και όταν λέμε «έναντι όλων» εννοούμε τόσο τη διεθνή ονομασία, όσο και την ονομασία στο εσωτερικό».
«Το κρίσιμο, όμως, σημείο που πρέπει να γίνει σαφές είναι ότι η επίλυση των διαφορών μας με την πΓΔΜ δεν αποτελεί υποχρέωση μας έναντι τρίτων αλλά με την εξυπηρέτηση μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων εθνικών μας συμφερόντων και βεβαίως με τη σταθερότητα στα Βαλκάνια. Δεν αποτελεί δηλαδή ένα θέμα που προσφέρεται για εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση.
«Πρέπει όλοι να κατανοήσουν ότι η μη επίλυσή του και η απώλεια της ευκαιρίας για λύση θα αποβεί τελικά εις βάρος τόσο της Ελλάδας, όσο και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τα τελευταία 25 χρόνια η πλειονότητα των χωρών του ΟΗΕ έχουν αναγνωρίσει τη γειτονική χώρα με το συνταγματικό της όνομα, ενώ και στην προσωρινή ονομασία που αναγνωρίζει η Ελλάδα περιλαμβάνεται ο όρος «Μακεδονία» αλλά χωρίς κανένα προσδιορισμό που να αποτρέπει στο μέλλον να εγερθούν απαιτήσεις έναντι του εδάφους ή της ιστορίας μας».
«Είναι το λιγότερο υποκριτικό κάποιες πολιτικές δυνάμεις, αλλά και συγκεκριμένα πρόσωπα να εκμεταλλεύονται τις ευαισθησίες, αλλά και την αγωνία του ελληνικού λαού για να υπηρετήσουν μια πλήρως αναποτελεσματική και αδιέξοδη στόχευση που σε τελική ανάλυση είναι αντίθετη προς τα εθνικά μας συμφέροντα. Απαιτείται λοιπόν πατριωτική εγρήγορση για να πετύχουμε την καλύτερη λύση αλλά δεν είναι ώρα, όπως άλλωστε ποτέ δεν ήταν -η Ελλάδα το έμαθε αυτό με το δυσκολότερο τρόπο- για εθνικιστικές εξάρσεις και κραυγές φανατισμού. Χρειάζεται σωφροσύνη, μετριοπάθεια, πνεύμα συνεννόησης και ρεαλισμός αν θέλουμε να εξυπηρετήσουμε το εθνικό συμφέρον και όχι να χτίσουμε πολιτικές καριέρες εκμεταλλευόμενοι το γνήσιο και αυθεντικό πατριωτικό αίσθημα των Ελλήνων».
«Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων με τους πολιτικούς αρχηγούς ανταλλάχθηκαν απόψεις και άκουσα με πολύ προσοχή τις θέσεις, τις επιφυλάξεις και τους προβληματισμούς όλων. Νομίζω ότι με τους περισσότερους είχαμε μια ειλικρινή και υπεύθυνη συζήτηση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολιτικές συγκλίσεις και ευρύτερη συναίνεση εφόσον καταλήξουμε σε συμφωνία».
Δυστυχώς δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Θεωρώ ότι η στάση του είναι δείγμα της αναξιοπιστίας αλλά και της αδυναμία του να πει με σθένος την πολιτική του θέση. Αμφιταλαντεύεται διαρκώς, αλλάζει θέσεις και απόψεις ανάλογα με τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις αλλά και τις πιέσεις που του ασκεί ένα ακραίο τμήμα του κόμματός του».
«Από τη δική μου μεριά δεσμεύομαι ότι το επόμενο διάστημα θα επιδιώξω με πατριωτική ευθύνη μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Γιατί αν ότι είναι αληθινό είναι και εθνικό, τότε αυτή είναι σήμερα η μοναδική εθνική επιλογή».