Τολμάμε να ελπίζουμε ότι η Δημοκρατία θα επικρατήσει

Οι Δημοκρατίες πρέπει να προσαρμοστούν σε έναν νέο κόσμο, αλλά η πρόκληση είναι να το κάνουν χωρίς να χάσουν τις αξίες τους.

Τολμάμε να ελπίζουμε ότι η Δημοκρατία θα επικρατήσει
  • Roger Cohen

Tολμάμε να ελπίζουμε; Αυτό ήταν το ερώτημα που τέθηκε στο 11ο Athens Democracy Forum, με φόντο τον πόλεμο στην Ευρώπη, την ανεξέλεγκτη κλιματική αλλαγή, τον καλπάζοντα πληθωρισμό και την επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης με τα «ρομπότ με τα κόκκινα μάτια», όπως το έθεσε ο Nick Clegg, ο πρόεδρος των παγκόσμιων υποθέσεων της Meta.

Ο Nick Clegg απέρριψε αυτά τα δυσοίωνα οράματα. Όπως τόνισε, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επιμερίσει και να επεξεργαστεί τεράστιο όγκο δεδομένων και μπορεί να αναγνωρίσει πρότυπα, αλλά δεν γνωρίζει καν τη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιεί. Ανέκαθεν οι νέες τεχνολογίες συνοδεύονταν απ’ τον φόβο, όμως τα χειρότερα σενάρια απέχουν πολύ από το να είναι αναπόφευκτα.

Η ελληνική οικονομία έχει ξεφύγει από την απελπιστική κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από μια δεκαετία. Ο καιρός ήταν συννεφιασμένος και δροσερός, χωρίς καμία ένδειξη των ακραίων κλιματικών συνθηκών που βίωνε η Ελλάδα λίγες μέρες πριν από την έναρξη του Athens Democracy Forum. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν λέει να τελειώσει και απαιτεί τρομερό φόρο αίματος, αλλά οι γραμμές του μετώπου έχουν μετακινηθεί ελάχιστα εδώ και ένα χρόνο. Ίσως μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί όσοι συμμετείχαν στο Forum αισθάνονταν ότι οι εκτιμήσεις για επικείμενο παγκόσμιο κατακλυσμό είναι υπερβολικές.

Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει ομοφωνία για την ελπίδα. Η Δημοκρατία έχει υποστεί πλήγμα τα τελευταία χρόνια με την άνοδο των αυταρχικών κρατών και τις επιθέσεις σε όλο τον κόσμο κατά του ελεύθερου Τύπου και της ανεξάρτητης δικαιοσύνης.

Οι δημοκρατικές κοινωνίες έχουν υποφέρει γιατί εθελοτυφλούν απέναντι στην αιώνια ευθραυστότητά τους και επειδή αποδέχονται πολλές μορφές αδικίας -ιδίως της αυξανόμενης ανισότητας- που υπονομεύουν τη συναίνεση. Ακόμα και η αξίωση της Δημοκρατίας για το ηθικό πλεονέκτημα αμφισβητείται πλέον, ένα θέμα που προβλήθηκε με συνέπεια στην Αθήνα.

«Δεν ορίζουμε τους εαυτούς μας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο», δήλωσε η Caroline Gaita, διευθύντρια του Mzalendo Trust, μιας ομάδας παρακολούθησης στην Κένυα, ένα δημοκρατικό κράτος. «Κοιτάμε προς την Ανατολή, αλλά ποιο είναι το κόστος; Κοιτάμε προς τη Δύση, αλλά ποιο είναι το κόστος; Έχουμε εισέλθει σε έναν κόσμο πολλαπλών συμμαχιών».

Ακόμη και ο πρόεδρος Biden, ο οποίος είχε καταστήσει «τη μάχη μεταξύ Δημοκρατίας και απολυταρχίας» καθοριστικό θέμα της προεδρίας του, έχει υποχωρήσει από αυτό το μοντέλο τους τελευταίους μήνες. Σε αντίθεση με πέρσι, δεν το ανέφερε στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Η υποχώρησή του αντανακλά αυτή την «πολυευθυγράμμιση», το γεγονός ότι πολλές χώρες -όπως η Ινδία, η Βραζιλία, η Νιγηρία, η Νότια Αφρική και η Σαουδική Αραβία- είναι έτοιμες να συνεργαστούν με τη Μόσχα, το Πεκίνο ή την Ουάσιγκτον ανάλογα με το θέμα.

Η πρόταση που επικράτησε στην Αθήνα ήταν ότι η Δύση και οι Δημοκρατίες του κόσμου πρέπει να αλλάξουν για να είναι αποτελεσματικές σε έναν νέο κόσμο. Δεν θα πρέπει να υπάρχουν παραδοχές εξουσίας που απορρέουν απλώς από την εκφορά λέξεων όπως δημοκρατία, ελευθερία, ανθρώπινα δικαιώματα, κράτος δικαίου και ελεύθερος Τύπος, όσο αναπόσπαστες κι αν είναι αυτές οι αρχές από την ίδια την ιδέα των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο ήπιος πραγματισμός μπορεί να εξυπηρετεί καλύτερα τη Δημοκρατία από το να λέει σε άλλους ανθρώπους πώς πρέπει να ζουν.

Ένα πάνελ για την Αφρική φάνηκε να δίνει αυτό το μάθημα. Ο Adama Sanneh, διευθύνων σύμβουλος του ιδρύματος Moleskine με έδρα το Μιλάνο (και ο μόνος μαύρος διευθύνων σύμβουλος στην Ιταλία), σημείωσε πως τα μυαλά των ευφυών ανθρώπων κλείνουν όταν πρόκειται για την Αφρική, πως επικρατούν οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα, πως η ήπειρος είναι πάντα «το αντικείμενο κάποιου άλλου», πόσο «απίστευτη είναι η αλαζονεία να πιστεύεις ότι είσαι το κέντρο του κόσμου» και πως ακόμη και μια περιγραφική φράση για την Αφρική όπως «γεωπολιτικός κόμβος», μπορεί να κρύβει περιφρόνηση.

Για τον Sanneh, με καταγωγή από την Ιταλία και από τη Σενεγάλη-Γκάμπια, η Αφρική δεν είναι κόμβος. Η Αφρική δεν είναι αντικείμενο. Η Αφρική δεν είναι φυσικά χώρα. Με πολλούς τρόπους, υποστήριξε, μπορεί να κρύβει την ελπίδα του μέλλοντος. Ανέφερε τη λέξη «Ubuntu», που ορίστηκε από τον Νelson Mandela ως «είμαι επειδή είσαι» ή «είμαι ο άλλος». Αναφέρθηκε επίσης στο «teraanga», τη βαθιά αίσθηση του καλωσορίσματος στη Σενεγάλη, ένα καλωσόρισμα που καθίσταται δυνατό από μια κουλτούρα όπου δεν υπάρχει «άλλος».

Δύο λέξεις, δύο τρόποι να μετατρέψεις το «άλλος» σε αδελφό ή αδελφή. Δύο λέξεις για να εκφράσουν την ιδέα της αποδοχής του ξένου. Ο πόλεμος, από την άλλη πλευρά, είναι η δαιμονοποίηση του άλλου. Είναι το τελικό σημείο της αποτυχίας. Είναι η βία που κρύβεται στη φύση μας και εκδηλώνεται.

Ο Adama Sanneh, διευθύνων σύμβουλος του ιδρύματος Moleskine με έδρα το Μιλάνο.

Σίγουρα, σε μια εποχή αυξανόμενου εθνικισμού και ξενοφοβίας και τεράστιων μεταναστευτικών ροών, που οδηγούνται εν μέρει από την κλιματική αλλαγή, η ιδέα του Ubuntu είναι ελάχιστα ανερχόμενη. Ακόμη και στην Ευρώπη, η Ουγγαρία του πρωθυπουργού Victor Orban έχει χτίσει φράχτη στα νότια σύνορά της και ο ίδιος έχει πει ότι «ο καλύτερος μετανάστης είναι ο μετανάστης που δεν έρχεται». Στην Αθήνα εκπροσωπήθηκε από τον πολιτικό του διευθυντή, τον Balazs Orban (δεν είναι συγγενής), ο οποίος δέχθηκε επίθεση σε μια συζήτηση για το θέμα γιατί οι άνθρωποι δεν Μπορούν απλά να τα βρουν μεταξύ τους.

Ο Amos Gitai, ισραηλινός σκηνοθέτης και συγγραφέας, δήλωσε ότι οι Ισραηλινοί βρίσκονται καθημερινά στους δρόμους υπερασπιζόμενοι τη Δημοκρατία και το ανεξάρτητο Ανώτατο Δικαστήριό τους από την επίθεση του πρωθυπουργού Βenjamin Netanyahu. Ο ίδιος συνέχισε: «Υπάρχει ένα άλλο πρόσωπο που κάθεται εδώ, από την Ουγγαρία, το οποίο χρησιμεύει ως παράδειγμα για το τι δεν πρέπει να κάνουμε: δεν πρέπει να πάμε προς μια ρατσιστική κατεύθυνση. Δεν πρέπει να εμποδίζουμε τους μετανάστες που χρειάζονται καταφύγιο, δεν πρέπει να περιθωριοποιούμε τους ανθρώπους της LGBTQ κοινότητας - πρέπει να κρατάμε τις δημοκρατικές κοινωνίες ανοιχτές».

Ο Balazs Orban ήταν ατάραχος. Υπερασπίστηκε την πορεία της Ουγγαρίας, υποστηρίζοντας ότι αντανακλά τις επιλογές που έγιναν δημοκρατικά και ότι οι φιλελεύθερες ελίτ του κόσμου δεν πρέπει να επιβάλλουν τις απόψεις τους για το έθνος, την οικογένεια, το φύλο και τη μετανάστευση, ειδικά όταν μια συντηρητική αντίδραση εναντίον αυτής της φιλελεύθερης συναίνεσης ήταν εμφανής σε πολλά μέρη της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, φυσικά, είναι επίσης πολωμένες.

Τέτοιες αντεγκλήσεις ήταν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του Forum, το οποίο κυριαρχείται από την πεποίθηση ότι η πολιτισμένη διαφωνία είναι σημάδι κάθε υγιούς κοινωνίας.

Η αντιπαράθεση μεταξύ δημοκρατικών και αυταρχικών μοντέλων δεν είναι πουθενά πιο έντονη από την αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της ισχυρότερης χώρας στον κόσμο μετά το τέλος του Ψυχρού πολέμου, και της ανερχόμενης Κίνας. Σπάνια στην ιστορία η μετάβαση ισχύος από ένα κυρίαρχο κράτος σε ένα άλλο έγινε ειρηνικά.

Αλλά μια συζήτηση για την Κίνα κατέληξε σχεδόν σε ομοφωνία ότι ο πόλεμος μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου είναι όχι μόνο απίθανος αλλά και αδιανόητος, δεδομένων των οικονομικών δεσμών μεταξύ των δύο δυνάμεων (παρά τις εντάσεις, το διμερές εμπόριο έφθασε σε επίπεδο ρεκόρ των 690,6 δισ. δολαρίων το 2022).

«Υπάρχει πάντα η πιθανότητα ατυχήματος, αλλά η γενική μου άποψη είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα είναι καταδικασμένες να ανταγωνίζονται και καταδικασμένες να τα πάνε καλά τελικά», δήλωσε ο Thomas L. Friedman, αρθρογράφος των «New York Times». Η σχέση είχε επιδεινωθεί κυρίως λόγω της απόφασης του προέδρου Χi Jinping να περιορίσει την «ενοποίηση με τον κόσμο για ένα μεγαλύτερο επίπεδο ελέγχου». Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε ο κ. Friedman, «δεν νομίζω ότι αυτό πρέπει να οδηγήσει σε πόλεμο μεταξύ των δύο χωρών μας».

Από αριστερά: Ο Roger Cohen, επικεφαλής του γραφείου των «The New York Times» στο Παρίσι και οικοδεσπότης του Athens Democracy Forum, ο σκηνοθέτης Amos Gitai, η Cynthia Richie Terrell, ιδρύτρια και διευθύντρια του Represent Women, και ο Balazs Orban, πολιτικός διευθυντής του Viktor Orban, πρωθυπουργού της Ουγγαρίας.

Ο Keyu Jin, αναπληρωτής καθηγητής οικονομικών στο London School of Economics, σημείωσε ότι 1 δισεκατομμύριο Κινέζοι πολίτες εξακολουθούν να ζουν με λιγότερα από 300 δολάρια το μήνα. «Κατανοήστε ότι επί του παρόντος για τις οικογένειες εξακολουθεί να υπάρχει ο στόχος να εκπαιδεύσουν τα παιδιά τους, να αγοράσουν ένα διαμέρισμα στην πόλη και η ειρήνη είναι η βασική προϋπόθεση για να το πετύχουν αυτό», είπε.

Ωστόσο, η ειρήνη στην Ευρώπη, 19 μήνες μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, μοιάζει μακρινή. Κανείς στην Αθήνα δεν προέβλεψε ένα γρήγορο τέλος του πολέμου που ξεκίνησε με μια βίαιη ρωσική εισβολή στη γείτονα χώρα κατά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.

Ένα πάνελ σχετικά με την Ουκρανία αποκάλυψε μια κυρίαρχη ανησυχία ότι η δυτική ενότητα μπορεί να διαλυθεί πριν από τις αμερικανικές εκλογές του επόμενου έτους, ότι ο Donald Trump μπορεί να κερδίσει αυτές τις εκλογές και να γείρει την πολιτική προς μια φιλορωσική κατεύθυνση και ότι ο συνδυασμός της αυξανόμενης ρωσικής στρατιωτικής αντίστασης στο έδαφος και της αποφασιστικότητας της Ουκρανίας να ανακτήσει όλα τα εδάφη της, συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας, θα οδηγήσει σε αδιέξοδο.

Μια τέτοια σύγκρουση θα βόλευε τον Ρώσο πρόεδρο, Vladimir V. Putin, καθώς φαίνεται να αποκλείει την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία πληρώνει ένα τεράστιο τίμημα για τον πόλεμο σε ζωές, θησαυρούς, αποξένωση από τη Δύση και πολίτες που μεταναστεύουν.

Το γεγονός ότι ο Putin χρειάστηκε να ταξιδέψει στη Βόρεια Κορέα για να αναζητήσει υποστήριξη για έναν μακρύ πόλεμο ήταν ένα μέτρο της ταπεινωτικής απομόνωσής του, ανεξάρτητα από την άνοδο της Ρωσίας στην Αφρική, όπου έχει καταφέρει να παρουσιαστεί ως αντιαποικιακή δύναμη, ακόμη κι όταν διεξάγει μια μορφή αποικιοκρατικού πολέμου με στόχο την επανένταξη της Ουκρανίας, ή μεγάλου μέρους της, στο «Russkiy Mir», τον «ρωσικό κόσμο».

Η Ουκρανία, φυσικά, αγωνίζεται για τη δημοκρατία, την ελευθερία την εδαφική της ακεραιότητα και το δικαίωμα ενός κυρίαρχου κράτους να επιλέγει τη στρατηγική του κατεύθυνση. Αυτή η μάχη παραμένει κομβική, όπως αναγνωρίζουν εκατομμύρια άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Αν η Δύση, μετά την αποστολή όπλων αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων στο Κίεβο, έχει δει κάποια φθορά της αποφασιστικότητάς της, ιδίως μεταξύ των Ρεπουμπλικανών στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συναίνεση ότι η Ουκρανία δεν πρέπει να χάσει παραμένει ισχυρή.

Στην Αθήνα, καθώς άκουγα διαρκώς ότι η Δημοκρατία έχει χάσει τον μαγνητισμό της και ότι τα «πολιτισμικά κράτη» που εκτιμούν τη δική τους ιστορία και κουλτούρα έναντι των αρχών του Διαφωτισμού κερδίζουν, δεν μπορούσα να μην αναρωτηθώ πού είναι τα πλήθη των μεταναστών που φωνάζουν να μπουν στην Κίνα, τη Ρωσία, την Τουρκία και άλλα αυταρχικά κράτη. Πού είναι οι ορδές που ζητούν να ζήσουν σε έναν «πολιτισμό» και όχι σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου (και σίγουρα η Ελλάδα βρίσκεται ψηλά σε πολιτιστικούς όρους);

Πού είναι οι μετανάστες του 21ου αιώνα με ψηλά τα πανό που γράφουν «Θέλουμε να είμαστε ανελεύθεροι!» ή «Επιτήρηση, όχι ελευθερία!»; Πού είναι όλοι οι άνθρωποι που στρέφονται μακριά από τη Δύση -ένα σχέδιο παγκόσμιας κατάληψης που μεταμφιέζεται σε πρότυπο ατομικής ευτυχίας- για να αγκαλιάσουν τις χαρές της απολυταρχίας; Περίεργο, δεν τους βλέπει κανείς πουθενά.

Όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να ψηφίσουν με το ψηφοδέλτιο, ψηφίζουν με τα πόδια τους, γι’ αυτό και επιδιώκουν να χτίσουν τη ζωή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στη Βραζιλία ή στην Αυστραλία, για παράδειγμα. Η ανθρώπινη παρόρμηση για ελευθερία είναι παγκόσμια και άσβεστη. Οι Δημοκρατίες πρέπει να προσαρμοστούν σε έναν αλλαγμένο κόσμο, αλλά η πρόκληση που έχουν μπροστά τους είναι να το κάνουν χωρίς να χάσουν τις βασικές τους αξίες.

Η Δημοκρατία είναι ατελής και σε αυτή την ατέλεια έγκειται η ιδιαίτερη ανθρωπιά της, η ομορφιά της, η ελαστικότητά της, η ιδιότητα που κάθε προσπάθεια για ουτοπία καταλήγει να συνθλίβεται.

Είναι η τελευταία καλύτερη ευκαιρία της ανθρωπότητας, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αποτυγχάνει στο σημείο όπου η ιδέα ότι «εγώ είμαι ο άλλος «Ubuntu», εξαφανίζεται εντελώς από τον διάλογο, θαμμένη κάτω από ένα βουνό από selfies. Το Forum της Αθήνας τόλμησε να ελπίζει ότι αυτό δεν θα συμβεί.

© 2023 The New York Times Company

v