Ο Καρλ Μαρξ είχε γράψει, βασιζόμενος σε μια σημείωση του Γερμανού φιλοσόφου Χέγκελ, ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα.Ο Μαρκ Τουέιν είχε πάει ακόμη πιο μακριά, λέγοντας ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται καθώς οι άνθρωποι και οι εποχές αλλάζουν, όμως ακολουθεί τα ίδια βασικά μοτίβα. Κι αυτό γιατί η ανθρώπινη φύση, όπως η δίψα για εξουσία και η επιθυμία για επανεκλογή, παραμένει αναλλοίωτη.
Γιατί αναφερθήκαμε στους Κ. Μαρξ και Μ. Τουέιν;
Τον Απρίλιο του 2001, ο υπουργός Εργασίας κ. Τάσος Γιαννίτσης της τότε κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ υπό τον Κώστα Σημίτη παρουσίασε τις προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος. Τον Μάιο του 2001, η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να αποσύρει το νομοσχέδιο υπό τις έντονες αντιδράσεις συνδικαλιστικών φορέων, κοινωνικών ομάδων και στελεχών του ΠΑΣΟΚ.
Τα πνεύματα ηρέμησαν αφού οι «αγώνες» δικαιώθηκαν και η ζωή συνεχίσθηκε. Όμως, αυτό ήταν τελείως επιφανειακό. Η κατάληξη είναι γνωστή. Το δημόσιο χρέος διογκώθηκε επικίνδυνα και το 2009-2010, η χώρα εμφάνισε αδυναμία εξυπηρέτησής του καθώς οι αγορές σταμάτησαν να τη δανείζουν, με αποτέλεσμα να πάει σε μνημόνιο.
Ερωτηθείς σχετικά ο κ. Γιαννίτσης είχε τονίσει: «Έχει εκτιμηθεί ότι τα ελλείμματα του ασφαλιστικού μεταξύ 2001-2009 αντιπροσώπευαν γύρω στο 70%-75% της συνολικής αύξησης του δημόσιου χρέους στην ίδια περίοδο. Χρηματοδοτήθηκαν, δηλαδή, από εξωτερικό δανεισμό, που οδήγησε στη χρεοκοπία. Οι κυβερνήσεις έβλεπαν το πρόβλημα -ή θα έπρεπε να το έχουν δει-, αλλά το άφηναν ανέγγιχτο, καθώς, διαφορετικά, θα έπρεπε να προχωρήσουν στη μεταρρύθμιση που ακυρώθηκε -ακριβέστερα, ακύρωσαν- το 2001 ή σε κάποια αντίστοιχη».
Ας έλθουμε στη σημερινή εποχή. Η χώρα θα πάει σε εθνικές εκλογές εντός του επόμενου 12μήνου, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η αυτοδυναμία είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση και διαπιστώνουμε την επανάληψη ενός γνωστού μοτίβου, για να θυμηθούμε τον Μαρκ Τουέιν. Η κυβέρνηση έχει υποκύψει στον πειρασμό της εξαγγελίας ή της εφαρμογής «φιλολαϊκών» μέτρων για τις συντάξεις, ικανοποιώντας βραχυπρόθεσμα ορισμένες κοινωνικές ομάδες αλλά ναρκοθετώντας τη σταθερότητα του συστήματος μεσομακροπρόθεσμα.
Όπως το 2001, έτσι και σήμερα, «φιλολαϊκά» μέτρα όπως η κατάργηση των περικοπών στις συντάξεις χηρείας κατά την υπουργό Εργασίας κ. Κεραμέως, η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις, η επέκταση των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων σε νέες κατηγορίες, π.χ. στους υγειονομικούς, και η διαφαινόμενη άρνηση αναπροσαρμογής των ορίων ηλικίας παρά την αύξηση του προσδόκιμου ζωής επιβαρύνουν αρκετά το συνταξιοδοτικό σύστημα.
Και όλα αυτά όταν η Ελλάδα είναι μια από τις πιο γερασμένες χώρες της ΕΕ, με αποτέλεσμα η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους να ρέπει προς το 1,3 προς 1, όταν απαιτείται τουλάχιστον αναλογία 3 προς 1 για τη σταθερότητα του διανεμητικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Φυσικά, δεν περιμένουμε να δούμε κάποια αναλογιστική μελέτη η οποία να συνεκτιμά την επίπτωση των ανωτέρω μέτρων στη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος για να μας διαφωτίσει. Μάλλον θα πρέπει να περιμένουμε την επόμενη έκθεση της ΕΕ (Aging Report).
Κάπου 25 χρόνια μετά την απόσυρση της μεταρρύθμισης Γιαννίτση, η οποία θα μπορούσε να είχε αποτρέψει την κατάρρευση των ταμείων και αμβλύνει τη σφοδρότητα της κρίσης χρέους το 2009-2010, το πολιτικό σύστημα και κυρίως η κυβέρνηση που έχει την ευθύνη δεν δείχνουν να έχουν πάρει το μάθημά τους.
Η κυβέρνηση, με την ανοχή της άφωνης αντιπολίτευσης, προτάσσει τον εκλογικό ορίζοντα έναντι των επόμενων δεκαετιών, στρώνοντας τον δρόμο για ένα νέο δημοσιονομικό εκτροχιασμό με τα ανωτέρω «φιλολαϊκά» μέτρα, ό,τι κι αν λέει.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.