Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Το έλλειμμα κοινωνικής δικαιοσύνης πλήττει την ανταγωνιστικότητα

Τα άκρως ανησυχητικά στοιχεία που κατατάσσουν την Ελλάδα τελευταία στην ΕΕ σε θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης, φτώχειας και πρόσβασης στην απασχόληση δυσχεραίνουν την όποια προσπάθεια αύξησης της ανταγωνιστικότητας. Γράφει ο Κ. Αγραπιδάς.

  • του Κωνσταντίνου Αγραπιδά*
Το έλλειμμα κοινωνικής δικαιοσύνης πλήττει την ανταγωνιστικότητα

Ο δείκτης Κοινωνικής Δικαιοσύνης, αποτυπώνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην Ε.Ε. Από την ανάλυση των δεδομένων αναφύεται η οικονομική και κοινωνική ανισότητα μεταξύ των χωρών του Βορρά και των χωρών του Νότου.

Οι χώρες όπως η Σουηδία, Φιλανδία, Δανία, Τσεχία, Κάτω Χώρες, Αυστρία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Σλοβενία, Γαλλία, έχουν διασφαλίσει και διατηρούν υψηλά επίπεδα ευημερίας κοινωνικής συνοχής και βιώσιμης ανάπτυξης. Αντίθετα οι χώρες του Νότου, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι χώρες που εφάρμοσαν προγράμματα προσαρμογής, αντιμετωπίζουν τεράστια και διαρθρωτικής φύσης, ζητήματα διευρυνόμενης κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας που δυναμιτίζουν την κοινωνική συνοχή (Ιρλανδία, Κροατία, Κύπρος, Λάτβια, Πορτογαλία, Ουγγαρία, Ιταλία, Ισπανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ελλάδα).Είναι χαρακτηριστικό, ότι εντός της Ε.Ε των 28 Κρατών –μελών, το 1/4, του συνολικού πληθυσμού, ήτοι 118.8 Εκατομμύρια, βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο της φτώχειας.

Κοινωνική δικαιοσύνη και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας

Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση με βάση την κατάταξη των 28 χωρών Κρατών – Μελών της Ε.Ε. με τα στοιχεία της οικονομικής και Κοινωνικής ανισότητας να αποκτούν μονιμότερο και δομικό χαρακτήρα, με την κατάσταση να επιδεινώνεται ραγδαία το χρονικό διάστημα 2011- 2016, κατά την περίοδο εφαρμογής των μνημονίων.

Ιδιαίτερης αξιολόγησης χρήζει η κατάσταση στην αγορά εργασίας, όπου σύμφωνα με την συνολική προσέγγιση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, εμφανίζει τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας γενικά, το υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας και το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας των νέων, σε σχέση με τα κ-μ της Ε.Ε.

Επιπρόσθετα εμφανίζει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό 26,1% στους νέους 20-25 ετών, μετά την Ιταλία, σύμφωνα με το οποίο, το συγκεκριμένο ποσοστό των νέων, δεν εργάζεται, δεν σπουδάζει και δεν παρακολουθεί κάποιο πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης (NEET, neither in education, nor employed, nor in training). Εάν στα παραπάνω δεδομένα λάβουμε υπόψη και το ότι χιλιάδες Έλληνες με υψηλά προσόντα μεταναστεύουν σε τρίτες χώρες για εξεύρεση εργασίας και επαγγελματική σταδιοδρομία,(brain – drain) τότε τα συμπεράσματα για την αγορά εργασίας είναι άκρως ανησυχητικά με πολλαπλές επιπτώσεις κοινωνικές και οικονομικές για την δυναμική και τη βιωσιμότητα της Ελληνικής οικονομίας.

Εκτός από το τεράστιο ζήτημα της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας που είναι δεδομένο, μας διαφεύγει ένα κρίσιμο στοιχείο για το μέλλον της Ελληνικής οικονομίας. Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, δεν πλήττεται μόνο η κοινωνική συνοχή, αλλά και η ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας.

Το θέμα της ανταγωνιστικότητας και στο πλαίσιο των προγραμμάτων προσαρμογής προσεγγίζονται μονοδιάστατα με κύριο κριτήριο το μισθολογικό κόστος, που αποτελεί μια παράμετρο, αλλά εκ του αποτελέσματος παραγνωρίζονται όλα τα άλλα ποιοτικά στοιχεία που καθιστούν μια οικονομία ανταγωνιστική, όπως η παραγωγή της καινοτομίας, η εισαγωγή τεχνογνωσίας, ο σχηματισμός του ανθρώπινου κεφαλαίου, η αξιοποίηση των ταλέντων, η διασύνδεση της εκπαίδευσης και κατάρτισης με την οικονομία, η ενεργοποίηση, αναβάθμιση και πιστοποίηση των δεξιοτήτων των ευρισκόμενων εκτός αγοράς εργασίας, η προώθηση εξαγώγιμων και εμπορεύσιμων προϊόντων για την κατάκτηση ξένων αγορών.

Αντίθετα η Ελλάδα με την αποστέρηση των ευκαιριών για εργασία κυρίως για τους νέους χάνει το πιο σημαντικό της συγκριτικό πλεονέκτημα που είναι το ανθρώπινο κεφάλαιο και ο σχηματισμός του ανθρώπινου κεφαλαίου, για το οποίο η Ελληνική οικογένεια έχει καταβάλλει μεγάλο κόστος.

Η αγορά εργασίας εμφανίζεται τμηματοποιημένη, λόγω του χαμηλού ποσοστού πρόσβασης στην απασχόληση, και κατακερματισμένη τόσο μεταξύ των εργαζομένων με τα πολλαπλά επίπεδα αμοιβών που οφείλονται στην επέκταση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, όχι λόγω επιλογής (κυρίως με μερική απασχόληση),του κινδύνου της φτώχειας και για εργαζομένους, αλλά και λόγω της μακροχρόνιας ανεργίας και της μη ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με τα δομικά προβλήματα στην αγορά εργασίας η αντίστροφη σχέση μεταξύ της μεγέθυνσης ή αύξησης του ΑΕΠ και της μείωσης του ποσοστού της ανεργίας, (νόμος του okun) θα επιδεινωθεί σε σχέση με το παρελθόν, καθώς θα απαιτείται υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης για να μειωθεί αντίστοιχα το ποσοστό της ανεργίας, λόγω του ποσοστού της μακροχρόνιας ανεργίας και του υψηλού ποσοστού των νέων που δεν σπουδάζει δεν εργάζεται και δεν συμμετέχει σε πρόγραμμα κατάρτισης (ΝΕΕΤ).Η αύξηση του ΑΕΠ από μόνη της, δεν θα λύσει αυτόματα τα δομικά και διαρθρωτικά προβλήματα της αγοράς εργασίας.

Συνεπώς η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας, δεν είναι ένας μονοδιάστατος στόχος, και δεν υπακούει στην μονοδιάστατη λογική, αλλά αποτελεί ένα πολυδιάστατο και πολυπαραγοντικό κοινωνικό ζήτημα, που προϋποθέτει τον συντονισμό την συνεργασία και τη συνέργεια πολλών παραμέτρων και κυρίως τον σχεδιασμό της κατάλληλης και συνεκτικής δημόσιας πολιτικής.

Η διευρυμένη ανισότητα, έχει μακροχρόνια αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική ανάπτυξη, αντίθετα η κοινωνική δικαιοσύνη και η συνεκτική κοινωνία επιδρούν ευεργετικά στην οικονομική ανάπτυξη, όπως αποδεικνύεται από τα στοιχεία των χωρών που απαρτίζουν τον Βορρά της Ε.Ε.. (ΟΟΣΑ 2015, Ostry et al. 2014).

H βιωσιμότητα του Ευρωπαϊκού project και του Ευρωσυστήματος, την περίοδο της οικονομικής κρίσης, απειλείται από τις ρωγμές στο σύστημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, που στο παρελθόν αποτελούσε το συνεκτικό του στοιχείο.

*Ο κ. Κωνσταντίνος Αγραπιδάς είναι Υψηλόβαθμο Στέλεχος του Υπουργείου Εργασίας, Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου, Απόφοιτος Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v