Ευκαιρία να τελειώνουμε με τη φορολογική μας τρέλα

Ο ιδιότυπος ελληνικός φόρος στην εργασία και γιατί είναι αναποτελεσματικό μέτρο η μείωση του ΦΠΑ. Η «βόμβα» της προκαταβολής φόρου, οι τραγικές επιλογές και το παράθυρο ευκαιρίας για ριζικές αλλαγές. Γράφει ο Κ. Μαρκάζος.

Ευκαιρία να τελειώνουμε με τη φορολογική μας τρέλα
  • του Κώστα Μαρκάζου*

Στα κράτη, οι ευκαιρίες παρουσιάζονται σπάνια, γι' αυτό και οφείλουν να τις αξιοποιούν (το ίδιο ισχύει για τις επιχειρήσεις αλλά και ατομικά για τον καθένα μας).

Φαίνεται ότι η Ευρώπη αποφάσισε να κινηθεί προς τα εμπρός και να αποφύγει τον κίνδυνο αποσύνθεσης. Βάσει της ανακοινωθείσας πρότασης χρηματοδότησης της Κομισιόν, αναλογούν στην Ελλάδα 32 δισ. ευρώ μέχρι το 2024 και αν προστεθεί το ΕΣΠΑ, αναμένονται άλλα 20 δισ. Πρόκειται για χρυσή ευκαιρία να αλλάξει το «παραγωγικό μοντέλο» (το οποίο παρέμεινε αλώβητο παρά τη δεκαετή κρίση), αλλά και να διορθώσουμε προβλήματα της οικονομίας, όπως του φορολογικού συστήματος, για κάποια από τα οποία θα αναφερθούμε παρακάτω.

Η συνήθης δικαιολογία των πολιτικών (σε αυτό είναι εξαιρετικοί), όταν γίνεται μια εισήγηση για κατάργηση αχρείαστων φορολογικών επιβαρύνσεων, είναι διαχρονικά η ίδια: «Δεν βγαίνει ο λογαριασμός/(προϋπολογισμός)». Κάθε ρητορική περί «υπερφορολόγησης» στερεύει πάντα με τη λήξη της προεκλογικής περιόδου. Η σημερινή κυβέρνηση επένδυσε πολιτικά στη μείωση της φορολογίας, αλλά ο κορωνοϊός προσφέρει μία ασφαλή έξοδο για να αθετήσει τις υποσχέσεις της. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, όμως, καθιστά τις δικαιολογίες έωλες.

Ας δούμε κάποια παραδείγματα φορολογικών (δια)στρεβλώσεων:

Φόροι στην εργασία μεταμφιεσμένοι σε ασφαλιστικές εισφορές

Οι ασφαλιστικές εισφορές στην Ελλάδα είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε (σταδιακή) μείωση από 1/6/2020 των εισφορών (υπαλλήλων πλήρους απασχόλησης) κατά 0,9% (από 40,56% το σύνολο των εισφορών θα φτάσει στο 39,66%). Ο υπουργός εργασίας κ. Βρούτσης πανηγυρίζοντας δήλωσε ότι «η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών θα λειτουργήσει ευεργετικά στην αγορά εργασίας και θα δώσει κίνητρα για προσλήψεις, ενώ θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο σε παραβατικές συμπεριφορές αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας».

Δηλαδή για ένα μεικτό μισθό 1.500 ευρώ, με μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά 7,2 ευρώ τον μήνα (ή 100,8 ευρώ ετησίως), οι επιχειρήσεις θα προχωρήσουν σε προσλήψεις και θα μειωθεί η αδήλωτη εργασία.

Αν πραγματικά η κυβέρνηση πιστεύει ότι θα έχει τέτοια αποτελέσματα με αυτή τη μείωση των εισφορών, τότε ή αυταπατάται ή απλά μας κοροϊδεύει. Οι ασφαλιστικές εισφορές στην Ελλάδα είναι υψηλές και σε μεγάλο βαθμό αποτελούν πρόσθετη φορολογία, ειδικά όταν η ανώτατη ασφαλιστική κλάση φτάνει τις 6.500 ευρώ!

Χαμένοι είναι κυρίως οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα (ενώ η κυβέρνηση φρόντισε να δώσει κίνητρα μείωσης των εισφορών στους αυταπασχολούμενους), οι οποίοι είτε πληρώνουν δυσανάλογα είτε συμφωνούν με τους εργοδότες να εισφοροδιαφεύγουν για να «κοστίζουν» λιγότερο.

Αν θέλουμε να διορθώσουμε το ασφαλιστικό σύστημα, οι εισφορές πρέπει να μειωθούν δραστικά, χωρίς διακρίσεις εις βάρος των μισθωτών. Δεν είναι δυνατόν να φορολογούνται τα μερίσματα με 5% και τα κεφαλαιακά κέρδη με 15% και η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας να φτάνει στο 70% (!). Στις φορολογικές σφήνες (tax wedge) των εργαζομένων και τις εργοδοτικές επιβαρύνσεις προστίθενται και φόροι όπως η εισφορά «αλληλεγγύης», που ενώ είχε ημερομηνία λήξεως το 2014 (καθώς ήταν «έκτακτη»), εξακολουθεί να παραμορφώνει όλο το φορολογικό σύστημα της άμεσης φορολογίας.

Ζούμε σε μια χώρα όπου ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα είναι μικρότερος από τη μέση σύνταξη, ενώ η φορολόγηση των μισθωτών είναι υπερβολική, ιδιαίτερα από μισθούς πάνω από 25-30 χιλιάδες. Οι θρήνοι περί μετανάστευσης των νέων ούτε λύνουν το πρόβλημα ούτε προσφέρουν παρηγοριά.

Το ασανσέρ του ΦΠΑ δουλεύει στο κενό

Ένα από τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της Covid-19 είναι μειώσεις στον ΦΠΑ. Πρόκειται για αναποτελεσματικό μέτρο.

Η φοροδιαφυγή του ΦΠΑ στην Ελλάδα, πέραν από αδυναμίες του φοροελεγκτικού μηχανισμού και τη διάρθρωση της οικονομίας με την κυριαρχία μικρών επιχειρήσεων και αυτοαπασχολούμενων, οφείλεται σε πολιτικές «εξυπηρέτησης» επαγγελματικών κλάδων. Οι συντελεστές μειώνονται (αφού αυξηθούν και τούμπαλιν), ικανοποιώντας συντεχνιακά αιτήματα για κατηγορίες προϊόντων ή είδους επιχειρήσεων. Ακόμα και τοπικιστικά αιτήματα όπως οι ειδικοί συντελεστές στα νησιά γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Μείωση ΦΠΑ σε ένα προϊόν δεν σημαίνει αυτόματο όφελος για τους καταναλωτές, καθώς σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούν να πληρώνουν τις ίδιες τιμές. Οι απώλειες εσόδων του κράτους μετατρέπονται σε έμμεσες επιδοτήσεις των επιχειρήσεων και μάλιστα όσων ακολουθούν τακτικές αποφυγής απόδοσης ΦΠΑ.

Έτσι, στην πράξη, οι μειώσεις συντελεστών μετατρέπονται σε ενισχύσεις μικρών επιχειρήσεων εις βάρος των μεγάλων ή των ειλικρινών που δεν φοροδιαφεύγουν, στρεβλώνοντας τον ανταγωνισμό.

Θα ήταν αποδοτικότερο το σύστημα του ΦΠΑ αν, αντί για 2 βασικούς συντελεστές (13% και 24%), είχαμε έναν (π.χ. 18%). Μια συνήθης πρακτική φοροδιαφυγής από μικρές επιχειρήσεις είναι να εμφανίζουν εκροές (πωλήσεις) στον χαμηλότερο συντελεστή ενώ εντάσσονται (ως εισροές όταν αγοράζουν) στον υψηλότερο. Το όριο των 10.000 ευρώ για απαλλαγή ένταξης στο σύστημα του ΦΠΑ πρέπει να τριπλασιαστεί (τουλάχιστον). Προφανώς χρειάζεται και ένας μειωμένος συντελεστής, ειδικά για κλάδους όπως ο τουρισμός που υφίσταται διεθνή ανταγωνισμό (και μέσω μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ άλλων κρατών), όπως και ένας μηδενικός (π.χ. για φάρμακα ή άλλα αγαθά).

Υπάρχουν και πολλές άλλες φορολογικές παραμορφώσεις που χρειάζονται γκρέμισμα.

Η βόμβα της προκαταβολής φόρου

Η κυβέρνηση προτίθεται (;) να μειώσει την προκαταβολή φόρου στις επιχειρήσεις, που σήμερα ανέρχεται σε 100%. Πρόκειται για μια αναγκαστική επιλογή, καθώς αν πληρωθεί προκαταβολή φέτος (για τα κέρδη του 2019), θα δημιουργηθούν υποχρεώσεις επιστροφών φόρου το 2021, όταν οι επιχειρήσεις θα δηλώσουν τις κορωνοζημιές του 2020.

Συνεπώς η τραγική επιλογή του υπουργού Οικονομικών είναι: «τρύπα» στα δημοσιονομικά έσοδα φέτος ή του χρόνου; Αντί όμως να σέρνουμε το πρόβλημα και να ωθούνται οι επιχειρήσεις σε ταμειακή ασφυξία και σε αλλοιωμένες δηλώσεις κερδών, υπάρχει πλέον το παράθυρο της ευκαιρίας για πλήρη κατάργηση της προκαταβολής φόρου.

Επιτροπή σοφών για πρακτικές λύσεις και όχι για σοφίες

Τα προβλήματα του φορολογικού μας συστήματος είναι ταυτόχρονα και ευκαιρία για θεαματική πρόοδο, ώστε να απαλλαγεί η Ελλάδα από το στίγμα της χαμηλής αξιολόγησης σε όλες τις σχετικές μελέτες.

Υπάρχουν απαράδεκτοι φόροι που αποδίδουν ελάχιστα και κοστίζουν πολύ. Διατηρούμε την αρχαία σκουριά του χαρτόσημου (με καταγωγή από προηγούμενους αιώνες), φορολογούμε τους τόκους (ακόμη και των κόκκινων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων), με την εισφορά του ν. 128/75. Μέχρι και για τις επενδύσεις που λιγουρεύεται ο υπουργός Ανάπτυξης να μας έρθουν, επιβαρύνουμε με 1% (Φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίων).

Κυκλοφορεί ανεπίσημα ότι η κυβέρνηση σκοπεύει να αξιοποιήσει την Επιτροπή Οικονομολόγων με επικεφαλής τον καθηγητή Χριστόφορο Πισσαρίδη και για τη χρηματοδότηση και αξιοποίηση των κονδυλίων από τις Βρυξέλλες. Η σύνθεση της επιτροπής περιλαμβάνει πολύ αξιόλογους ανθρώπους (κάποιους εκ των οποίων έχω αντιγράψει σε όσα ανέφερα παραπάνω στο άρθρο). Αν όμως ο ρόλος τους περιοριστεί σε συμβουλές τις οποίες θα πετάνε στον σκουπιδοτενεκέ των υπουργείων οι πολιτικοί, τότε είναι καλύτερα κάποιοι να παραιτηθούν πριν μετανιώσουν.

Ας το πάρουμε απόφαση: τα «φάρμακα» που θα διορθώσουν όσα δεν αλλάξαμε κατά τη διάρκεια της κρίσης πρέπει να δοθούν στις σωστές δόσεις, αλλιώς δεν υπάρχει θεραπεία. Είναι καλύτερα να ανέβουμε σε ένα ευρωπαϊκό βαγόνι (και το τελευταίο με την ίδια ταχύτητα τρέχει) παρά να μείνουμε σε έναν βαλκανικό σταθμό και να βλέπουμε τα τρένα να ταξιδεύουν χωρίς εμάς.

* Ο Κώστας Μαρκάζος είναι οικονομολόγος, συγγραφέας του βιβλίου «ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ» (εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη).

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v