Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Πώς πρέπει να προσεγγίσει η Ελλάδα την πυρηνική ενέργεια

Η επιστροφή της συζήτησης στην ευρωπαϊκή ατζέντα θέτει για την Ελλάδα ένα ερώτημα που ξεπερνά την παραγωγή ρεύματος. Πώς θα μεγιστοποιήσει τα οφέλη σε όλα τα επίπεδα. Γράφουν οι Ν. Καραμπέκιος και Κ. Σιουμάλας.

Πώς πρέπει να προσεγγίσει η Ελλάδα την πυρηνική ενέργεια
  • Των Νίκου Καραμπέκιου και Κωνσταντίνου Σιουμάλα*

Η συζήτηση γύρω από την πυρηνική ενέργεια επιστρέφει δυναμικά στο ευρωπαϊκό και διεθνές ενεργειακό προσκήνιο. Η (επαν)ανάδυση της πυρηνικής τεχνολογίας ως ενεργειακή επιλογή οφείλεται σε ένα πλέγμα συγκυριών που σχετίζονται τόσο με τις κλιματικές όσο και με τις τεχνολογικές εξελίξεις.

  • Πρώτον, η υπερθέρμανση του πλανήτη και η πίεση για απανθρακοποίηση ενισχύουν την ανάγκη για διαθέσιμες, σταθερές και μη διαλείπουσες πηγές χαμηλών εκπομπών.
  • Δεύτερον, η εκρηκτική αύξηση των ενεργειακών «σημειακών» αναγκών, όπως αυτές που δημιουργούν τα μεγάλα data centers, απαιτεί πηγές ενέργειας υψηλής χωρικής πυκνότητας και αξιοπιστίας.
  • Τρίτον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει πλέον αναγνωρίσει την πυρηνική ενέργεια ως «πράσινη» στο πλαίσιο της ταξινομίας των βιώσιμων επενδύσεων, ενισχύοντας το επενδυτικό ενδιαφέρον.

Η γεωπολιτική διάσταση είναι εξίσου σημαντική και ο πόλεμος στο Ιράν είναι το πιο πρόσφατο επεισόδιο. Οι χώρες της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου κινούνται ήδη με μεγάλη ταχύτητα προς την ενσωμάτωση της πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό τους μείγμα: η Τουρκία με το έργο Akkuyu, ήδη σε φάση ολοκλήρωσης, αλλά και με σχεδιασμό δεύτερου σταθμού στη Μαύρη Θάλασσα· η Αίγυπτος, η Βουλγαρία και η Ιταλία έχουν συνάψει και υλοποιούν αντίστοιχες συμφωνίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα καλείται να τοποθετηθεί ρεαλιστικά, αξιολογώντας το πώς και με ποιους όρους θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα οφέλη αυτής της τεχνολογικής και ενεργειακής στροφής.

Η τοποθέτηση

Σκοπός δεν είναι να υπαγορεύσουμε μια ενεργειακή επιλογή υπέρ ή κατά. Βασική υπόθεση είναι ότι η πυρηνική ενέργεια, ως πεδίο υψηλής τεχνολογίας, μπορεί να προσφέρει στην Ελλάδα μια ευκαιρία να ενεργοποιήσει τις εθνικές της δυνατότητες και να ισχυροποιήσει τον ρόλο της στο ευρωπαϊκό και διεθνές δίκτυο επιστημονικής και βιομηχανικής παραγωγής.

Τεχνολογικό σύστημα

Η πυρηνική τεχνολογία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα «μεγα-τεχνολογικού» συστήματος, δηλαδή μιας τεχνολογίας με έντονη διασύνδεση επιστήμης, βιομηχανίας, κρατικών πολιτικών και παγκόσμιων αλυσίδων αξίας.

Ενδεικτικά, η παραγωγή και λειτουργία πυρηνικών εγκαταστάσεων προϋποθέτει πρόσβαση σε επιστημονική και τεχνολογική γνώση αιχμής, συμμετοχή σε πολύπλοκα δίκτυα προμηθευτών και εξειδικευμένων τεχνικών, καθώς και κουλτούρα ασφάλειας και κανονιστικής συμμόρφωσης με πολύ υψηλά πρότυπα.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, με περιορισμένη (αν όχι, ελάχιστη) παράδοση στην ανάπτυξη πυρηνικών υποδομών, η επιλογή μιας προσέγγισης «off the shelf» — αγοράς, δηλαδή, δοκιμασμένων τεχνολογικών και βιομηχανικών λύσεων — είναι η πιο ρεαλιστική. Οι λόγοι είναι προφανείς:

Πρώτον, η αποφυγή τεχνολογικού ρίσκου καθώς προτιμητέες είναι οι ώριμες λύσεις με αποδεδειγμένη ασφάλεια.

Δεύτερον, η ευκολότερη ένταξη στο σύστημα πιστοποιήσεων και κανονισμών· και τρίτον, ο περιορισμός του πολιτικού κόστους μιας τόσο ευαίσθητης επιλογής.

Παρ’ όλα αυτά, μια τέτοια στρατηγική δεν αποκλείει την ανάπτυξη γνώσης· αντιθέτως, μπορεί (για την ακρίβεια, θα έπρεπε) να αποτελέσει έναν ισχυρό καταλύτη για την ενίσχυση του «αποτυπώματος» της εγχώριας επιστημονικής, τεχνολογικής και βιομηχανικής βάσης μέσα από τη συμμετοχή στο σύστημα και δίκτυο υποστήριξης αυτών των ενεργειακών συστημάτων.

Πολιτικές

Εφόσον ληφθεί η πολιτική απόφαση για συμμετοχή της Ελλάδας στην πυρηνική τεχνολογία, χρειάζεται να εφαρμοστούν συνεπείς πολιτικές που να στοχεύουν στη μεγιστοποίηση της συμμετοχής του εγχώριου συστήματος έρευνας, τεχνολογίας και βιομηχανίας στο πλέγμα των δημόσιων συμβάσεων που θα συναφθούν.

Στόχος πρέπει να είναι η μεγαλύτερη δυνατή άντληση τεχνογνωσίας, καθώς και η ένταξη του εγχώριου επιστημονικού και παραγωγικού συστήματος στις αντίστοιχες διεθνείς αλυσίδες αξίας.

Οι επιθυμητές κατευθύνσεις για τους ελληνικούς ερευνητικούς φορείς και τις επιχειρήσεις είναι:

  • Η συμμετοχή στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας των πυρηνικών αναδόχων.
  • Η απόκτηση τεχνογνωσίας, πιστοποιήσεων και άρρητης γνώσης (tacit knowledge).
  • Η δημιουργία δεσμών και συνεργασιών με ερευνητικές και τεχνολογικές ομάδες που εργάζονται σε τεχνολογίες αιχμής, π.χ. στην ενέργεια, στις τεχνολογίες υλικών και στη μηχανική ασφάλειας.

Χαρτογράφηση

Η πρώτη προϋπόθεση είναι η χαρτογράφηση της υπάρχουσας ερευνητικής και τεχνολογικής ικανότητας της χώρας σε τομείς όπως η πυρηνική επιστήμη, η ραδιολογική μηχανική και η διαχείριση ενέργειας. Πρέπει να καταγραφούν:

  • Οι ερευνητές και ομάδες με σχετική επιστημονική εξειδίκευση.
  • Οι ερευνητικές υποδομές.

Η κατανόηση δια της χαρτογράφησης του υπάρχοντος επιπέδου («as is») είναι αναγκαία συνθήκη για την άσκηση συγκροτημένης πολιτικής, αφού θα καταδείξει τις ισχυρές ερευνητικές πτυχές της χώρας καθώς και αυτές που χρειάζονται ενίσχυση.

Ανθρώπινο δυναμικό

Στο διδακτικό σκέλος, το πανεπιστημιακό σύστημα οφείλει να ευθυγραμμιστεί με αυτή τη νέα πραγματικότητα. Στοχευμένα μεταπτυχιακά προγράμματα, επικαιροποιημένοι οδηγοί σπουδών και ουσιαστική σύνδεση με τη βιομηχανία είναι κρίσιμες προϋποθέσεις για την εκπαίδευση μιας νέας γενιάς μηχανικών πυρηνικής τεχνολογίας. Από αυτούς θα προκύψουν τα στελέχη που θα εργαστούν στον χώρο.

Η ενίσχυση του αριθμού των διδακτορικών διατριβών και δη σε συνεργασία με επιχειρήσεις («βιομηχανικά διδακτορικά»), όχι μόνο θα αυξήσει τον αριθμό των ερευνητών και την εγχώρια παραγωγή πρωτογενούς γνώσης, αλλά θα διευκολύνει τη διασύνδεση μεταξύ θεμελιώδους έρευνας και πρακτικών αναγκών.

Παράλληλα, η ενίσχυση της ελληνικής συμμετοχής σε ευρωπαϊκά προγράμματα, ιδίως στο πλαίσιο του Euratom, μπορεί να προσφέρει τόσο χρηματοδότηση όσο και πολύτιμη διασύνδεση με κορυφαίους διεθνείς εταίρους.

Στο ίδιο πλαίσιο, η ενίσχυση των εθνικών ερευνητικών υποδομών -όπως η αναβάθμιση ή εκ νέου ενεργοποίηση του πυρηνικού αντιδραστήρα του Δημόκριτου- θα μπορούσε να μετατραπεί σε συμβολικό και πρακτικό σημείο συγκέντρωσης της σχετικής έρευνας.

Βιομηχανική πολιτική

Οι ερευνητικές επιδιώξεις πρέπει να συμπληρωθούν από τις αντίστοιχες επιχειρηματικές, έτσι ώστε να συγκροτηθεί μία ολιστική τεχνολογική και βιομηχανική πολιτική για το ζήτημα.

Για τις επιχειρήσεις, η συμμετοχή σε έργα πυρηνικής τεχνολογίας δεν εξαντλείται στην τεχνική κατασκευή. Δεδομένου ότι περίπου το 20% μιας πυρηνικής εγκατάστασης αφορά αυστηρά «πυρηνικά» υποσυστήματα, υπάρχει σημαντικό περιθώριο (το υπόλοιπο 80%) συμμετοχής του εγχώριου βιομηχανικού ιστού σε αντικείμενα θερμοϋδραυλικών, ηλεκτρονικών και συστημάτων αυτοματισμού, αισθητήρες ελέγχου, κ.λπ.

Η συμμετοχή σε τόσο απαιτητικό πεδίο προϋποθέτει πιστοποιήσεις, διαδικασίες ελέγχου και ένα σύστημα συνεχούς κατάρτισης προσωπικού. Η ελληνική βιομηχανία μπορεί να επενδύσει σε προγράμματα δεξιοτήτων που θα επιτρέψουν τη συνεργασία με μεγάλους διεθνείς αναδόχους, αξιοποιώντας την εμπειρία από άλλους ενεργειακούς τομείς όπως τα logistics ή τα συστήματα διαχείρισης ενέργειας.

Η αντίστοιχη χαρτογράφηση των δυνητικών αναδόχων-υπεργολάβων που έχουν τις απαραίτητες άδειες, δεξιότητες, πιστοποιημένο προσωπικό, τεχνογνωσία και δυνατότητες να αναλάβουν επιμέρους έργο θα καταδείξει την υπάρχουσα ικανότητα («as is») και, ομοίως, θα προσδιορίσει τι μένει να γίνει για όσες επιχειρήσεις θέλουν να συμμετέχουν αλλά ακόμα δεν μπορούν.

Κυρίως, η διαθεσιμότητα ενός τέτοιου είδους μητρώου (όπως και ανωτέρω για τις ερευνητικές επιδόσεις) θα προσδώσει στο κράτος το πλεονέκτημα να μπορεί να διαπραγματευθεί έχοντας επίγνωση του πλήρους εύρους των ερευνητικών και επιχειρηματικών του ικανοτήτων, μεγιστοποιώντας έτσι τα αιτούμενα σχετικά αντισταθμίσματα.

Στρατηγική

Ολα τα παραπάνω έχουν νόημα μόνο εφόσον υπάρχει μια σαφής και θεσμοθετημένη στρατηγική κατεύθυνση από το κράτος υπέρ της ενσωμάτωσης της πυρηνικής ενέργειας στο εθνικό ενεργειακό μείγμα.

Δεδομένου του χαρακτήρα «εθνικής ασφάλειας» αυτής της τεχνολογίας, η επίσημη κρατική αποδοχή αποτελεί απαραίτητη συνθήκη για την ενεργοποίηση οποιασδήποτε τεχνολογικής ή βιομηχανικής πρωτοβουλίας.

Οι τρέχουσες πρωτοβουλίες -συνέδρια και ημερίδες, διάλογοι, κείμενα βάσης- δημιουργούν το απαραίτητο προκαταρκτικό πλαίσιο. Ωστόσο, η μετάβαση από τη συζήτηση στη δράση απαιτεί σαφείς ενδείξεις πολιτικής δέσμευσης.

Μόνο αυτές μπορούν να προσφέρουν σιγουριά σε πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα και επιχειρήσεις ότι αξίζει να επενδύσουν χρόνο, πόρους και ανθρώπινο δυναμικό και να προβούν στις ανωτέρω προτεινόμενες κατευθύνσεις.

Τεστ ωριμότητας

Η πυρηνική ενέργεια δεν είναι απλώς μια ενεργειακή επιλογή. Είναι ένα πεδίο όπου συμπυκνώνονται επιστημονικές, βιομηχανικές και πολιτικές διαστάσεις, ένα τεστ ωριμότητας για το εθνικό σύστημα καινοτομίας.

Για την Ελλάδα, η πρόκληση δεν είναι μόνο αν θα υιοθετήσει την τεχνολογία, αλλά πώς θα μετατρέψει μια τέτοια επιλογή σε μοχλό δημιουργίας γνώσης, απασχόλησης και τεχνολογικής κυριαρχίας. Παλαιότερες επιλογές υιοθέτησης μεγάλων τεχνολογικών συστημάτων στη χώρα, με ξένους αναδόχους, που δεν συνοδεύονταν από ωφέλειες για το εγχώριο σύστημα, οφείλουν να αποτελέσουν διδάγματα.

Η διαμόρφωση μιας συγκροτημένης τεχνολογικής και βιομηχανικής πολιτικής στον τομέα αυτό δεν είναι υπόθεση μεμονωμένων επιστημόνων ή κρατικών υπηρεσιών. Αποτελεί συλλογική διαδικασία στρατηγικής ωρίμανσης, που μπορεί να τοποθετήσει τη χώρα με αυτοπεποίθηση στο νέο ενεργειακό τοπίο της Ευρώπης.

 

* Ο Δρ. Νίκος Καραμπέκιος (φωτ. αριστερά) είναι προϊστάμενος του Τμήματος Αμυντικής Καινοτομίας, στο Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου (ΕΚΤ).

**Ο Δρ. Κωνσταντίνος Σιουμάλας είναι ερευνητής Τεχνητής Νοημοσύνης, στην Gruppo Maggioli (τμήμα R&D, Ελλάδος)


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο