Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Υποκλοπές: Το «δις εξαμαρτείν» του Αρείου Πάγου

Στην υπόθεση των υποκλοπών δεν κρίνεται μόνο η ίδια η υπόθεση. Κρίνεται, κυρίως, το κύρος της Δικαιοσύνης. Και όταν δύο βαθμίδες της εμφανίζονται να συγκρούονται ως προς το αν πρέπει να συνεχιστεί ή όχι η διερεύνηση, το ζήτημα παύει να είναι δικονομικό. Γίνεται θεσμικό.

Υποκλοπές: Το «δις εξαμαρτείν» του Αρείου Πάγου

Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Πριν από περίπου δύο χρόνια, τον Ιούλιο του 2024, η υπόθεση των υποκλοπών τέθηκε στο αρχείο με βάση το πόρισμα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση. Το βασικό συμπέρασμα τότε ήταν σαφές: δεν προέκυπτε λόγος περαιτέρω διερεύνησης.

Χθες, παρά τα όσα αναδείχθηκαν στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών -με βαριές καταδίκες και παραπομπή της υπόθεσης εκ νέου για διερεύνηση, ακόμη και για ενδεχόμενη κατασκοπεία-, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο.

Το σκεπτικό είναι συγκεκριμένο: δεν υπάρχουν «νέα ουσιώδη στοιχεία» που να δικαιολογούν επανεξέταση της υπόθεσης.

Εδώ ακριβώς ανακύπτει το κρίσιμο σημείο. Από τη μία πλευρά, ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει απουσία νέων στοιχείων. Από την άλλη, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο εκτιμά ότι υπάρχουν ενδείξεις που απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.

Πρόκειται για δύο διαφορετικές δικαστικές αναγνώσεις του ίδιου υλικού -και αυτό, από μόνο του, έχει θεσμικό βάρος. Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό: μπορεί μια υπόθεση τέτοιου μεγέθους να κλείνει χωρίς πρόσθετες ανακριτικές ενέργειες;

Σύμφωνα με όσα έχουν κατατεθεί δημοσίως από τον δικηγόρο θυμάτων παρακολούθησης Ζακ Κεσσέ, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ζήτησε διερεύνηση, μεταξύ άλλων, για:

  • ενδεχόμενη κατασκοπεία,
  • εμπλοκή επιπλέον προσώπων,
  • συνέχιση δραστηριότητας εμπορίας λογισμικού παρακολούθησης μετά το 2022.

Κατά τους ίδιους ισχυρισμούς, δεν υπήρξε περαιτέρω ανακριτική δραστηριότητα ούτε εξέταση βασικών μαρτύρων. Εάν αυτό ισχύει, το ζήτημα παύει να είναι μόνο νομικό. Γίνεται ποιοτικό: αφορά την πληρότητα της έρευνας.

Αντίστοιχα, στο σκέλος της κατασκοπείας, η εισαγγελική κρίση είναι σαφής: δεν αποδείχθηκε απόκτηση κρατικών απορρήτων. Ωστόσο, η αντίθετη άποψη επισημαίνει ότι το κρίσιμο δεν είναι μόνο τι αποδείχθηκε αλλά και τι διερευνήθηκε.

Το ίδιο ισχύει και για το πλέον ευαίσθητο ερώτημα: υπήρξε ή όχι εμπλοκή κρατικών υπηρεσιών στη χρήση του λογισμικού παρακολούθησης; Η απουσία σαφούς απάντησης αφήνει ένα κενό που δύσκολα καλύπτεται επικοινωνιακά. Και αυτό το κενό τείνει να μετατραπεί σε «θεσμική σκιά».

Σε αυτό το περιβάλλον, η Δικαιοσύνη βρίσκεται αντιμέτωπη με διπλή πίεση. Από τη μία, καλείται να διασφαλίσει την ασφάλεια δικαίου και να αποτρέψει έναν ατέρμονα κύκλο ερευνών. Από την άλλη, οφείλει να πείσει ότι η διερεύνηση υπήρξε πλήρης και ουσιαστική.

Η πολιτική αντιπαράθεση που έχει ήδη ξεσπάσει εντείνει το πρόβλημα. Η ίδια απόφαση ερμηνεύεται είτε ως ένδειξη θεσμικής σταθερότητας είτε ως πράξη συγκάλυψης. Έτσι, η Δικαιοσύνη εμφανίζεται με διττή εικόνα νομιμοποίησης -κάτι που μακροπρόθεσμα υπονομεύει το κύρος της.

Η ουσία είναι ότι η υπόθεση φαίνεται να έχει μετατοπιστεί: από ποινική διερεύνηση σε κρίση εμπιστοσύνης. Και αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό της στοιχείο.

Η πιθανότητα νέας εξεταστικής επιτροπής μπορεί να επαναφέρει το ζήτημα στο προσκήνιο και να παραγάγει πρόσθετο υλικό. Μέχρι τότε, όμως, η εικόνα που έχει διαμορφωθεί δύσκολα αναστρέφεται.

Γιατί, τελικά, σε τέτοιες υποθέσεις, το κρίσιμο δεν είναι μόνο τι αποδεικνύεται αλλά και αν πείθεται η κοινωνία ότι έγινε ό,τι ήταν αναγκαίο για να αποδειχθεί.


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο