Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Η ομιλία του Νίκου Δένδια στο 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας είχε μία ιδιαιτερότητα που σπάνια συναντά κανείς σε κομματικά συνέδρια εξουσίας: μπορούσε να διαβαστεί με δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους -και οι δύο να είναι αληθινοί.
Από τη μία πλευρά, ήταν μία απολύτως θεσμική και κυβερνητική ομιλία. Ο Δένδιας στήριξε ανοιχτά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αναγνώρισε τις δύο μεγάλες εκλογικές νίκες του 2019 και του 2023, υπερασπίστηκε το κυβερνητικό έργο και παρουσίασε τις μεταρρυθμίσεις στην Άμυνα ως οργανικό κομμάτι της συνολικής στρατηγικής της κυβέρνησης.
Από την άλλη, όμως, ήταν και κάτι ακόμη: μία προσεκτικά δομημένη πολιτική παρέμβαση ανθρώπου που θέλει να καταγραφεί στη συνείδηση της παράταξης ως ο εν δυνάμει εκφραστής της επόμενης ημέρας.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία της παρέμβασής του. Η ομιλία του ήταν ταυτόχρονα απολύτως «μητσοτακική» και βαθιά μετα-μητσοτακική.
Ο Δένδιας δεν επέλεξε τη σύγκρουση. Δεν μίλησε ως δελφίνος που βιάζεται να ανοίξει θέμα ηγεσίας. Δεν αμφισβήτησε ούτε καν υπαινικτικά τον πρωθυπουργό. Αντιθέτως, κινήθηκε με απόλυτη προσοχή ώστε να μη δώσει την εικόνα εσωκομματικού αντιπάλου.
Διότι πίσω από τη θεσμική πειθαρχία, υπήρχε μία καθαρή προσπάθεια πολιτικής διαφοροποίησης -όχι απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη προσωπικά, αλλά απέναντι στο μοντέλο εξουσίας που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου.
Όταν μιλά για «περίκλειστες καγκελαρίες τεχνοκρατών», για «μισθοφόρους της εξουσίας» και για τον κίνδυνο του «κυβερνητικού ιδρυματισμού», ο Δένδιας ουσιαστικά περιγράφει τις ίδιες ανησυχίες που εκφράζονται εδώ και μήνες στο εσωτερικό της ΝΔ. Για την υπερσυγκέντρωση εξουσίας, την απομάκρυνση από την κομματική βάση, τον περιορισμό του ρόλου των βουλευτών, την αίσθηση ότι η κυβέρνηση λειτουργεί ολοένα και περισσότερο με επικοινωνιακούς και τεχνοκρατικούς όρους.
Η φράση του ότι «οι βουλευτές με την ψήφο τους μάς διατηρούν υπουργούς» δεν ήταν μία απλή κοινοβουλευτική φιλοφρόνηση. Ήταν μία υπενθύμιση πολιτικής νομιμοποίησης. Σαν να έλεγε ότι η ΝΔ παραμένει κόμμα κοινοβουλευτικό και όχι μηχανισμός διαχείρισης εξουσίας.
Και ίσως αυτό να ήταν το βαθύτερο μήνυμα της παρέμβασής του: ότι η παράταξη κινδυνεύει λιγότερο από την αντιπολίτευση και περισσότερο από την πιθανότητα να αποκοπεί από τον κοινωνικό και πολιτικό της πυρήνα. Γι’ αυτό και ο Δένδιας επέμεινε τόσο πολύ στον «λαϊκό χαρακτήρα» της ΝΔ.
Οι αναφορές του στο «κόμμα των πολλών», στους πολίτες που «δεν βλέπουν την ανάπτυξη στην τσέπη τους», στους «ξεχασμένους» και «παραγκωνισμένους», δεν ήταν ρητορικές «διακοσμήσεις».
Ήταν μία σαφής πολιτική διάγνωση.
Μετά από σχεδόν επτά χρόνια διακυβέρνησης, η κυβέρνηση εξακολουθεί να κυριαρχεί πολιτικά, αλλά όχι πλέον με την κοινωνική άνεση του 41%. Οι ευρωεκλογές λειτούργησαν ως προειδοποιητική βολή. Η φθορά υπάρχει, ακόμη κι αν η αντιπολίτευση αδυνατεί να τη μετατρέψει σε δυναμική εξουσίας.
Ο Δένδιας δείχνει να κατανοεί ότι το πραγματικό πρόβλημα της ΝΔ δεν είναι σήμερα η εκλογική απειλή από κάποιο αντίπαλο κόμμα. Είναι ο κίνδυνος σταδιακής αποξένωσης από κοινωνικά στρώματα που παραδοσιακά τη στήριξαν.
Από τους μικρομεσαίους, τα συντηρητικά λαϊκά στρώματα, την περιφέρεια, τους παραδοσιακούς νεοδημοκράτες αλλά και ένα τμήμα του κεντρώου ακροατηρίου που αναζητά μεγαλύτερη θεσμική σοβαρότητα και λιγότερη αλαζονεία εξουσίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και οι συνεχείς ιστορικές αναφορές του. Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή μέχρι τον Γεώργιο Ράλλη, τον Ευάγγελο Αβέρωφ, τον Μιλτιάδη Έβερτ, τον Αντώνη Σαμαρά και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο Δένδιας δεν επιχειρεί απλώς μία επίδειξη παραταξιακής μνήμης. Προσπαθεί να εμφανιστεί ως πολιτικός που μπορεί να συνομιλεί με όλες τις ιστορικές εκδοχές της ΝΔ.
Σαν ένας πιθανός ενοποιητικός κρίκος της επόμενης περιόδου.
Το ίδιο ισχύει και για την «Ατζέντα 2030». Ο Νίκος Δένδιας δεν την παρουσίασε μόνο ως αμυντική μεταρρύθμιση. Την παρουσίασε ως υπόδειγμα συνολικής διακυβέρνησης: με δημοσιονομική πειθαρχία, παραγωγική ανασυγκρότηση, τεχνολογική καινοτομία, βιομηχανική πολιτική και θεσμική αποτελεσματικότητα.
Δεν μιλούσε πλέον μόνο ως υπουργός Άμυνας. Μιλούσε ως πολιτικός που προσφέρει ένα ευρύτερο κυβερνητικό αφήγημα.
Ίσως όμως η πιο αποκαλυπτική φράση της ομιλίας του να ήταν η εξής: «Δεν μεταλλάσσομαι, δεν εξαρτώμαι, δεν γίνομαι κλώνος άλλων αντιλήψεων».
Μία φράση που «προδίδει» τη στρατηγική του.
Ο Νίκος Δένδιας θέλησε να δείξει ότι παραμένει οργανικό κομμάτι της κυβέρνησης χωρίς να αφομοιώνεται πλήρως από το σύστημα εξουσίας της. Ότι παραμένει κυβερνητικός, χωρίς να γίνει τμήμα του κυβερνητικού μηχανισμού.
Και τελικά, αυτό ίσως ήταν το πραγματικό πολιτικό μήνυμα της παρουσίας του στο συνέδριο της ΝΔ. Δεν επιχείρησε να ανοίξει θέμα ηγεσίας. Επιχείρησε κάτι πιο σύνθετο -και ίσως πιο αποτελεσματικό πολιτικά:
Να κατοχυρώσει, μέσα στη συνείδηση της παράταξης, ότι όταν και εφόσον ανοίξει κάποτε η συζήτηση της διαδοχής, το όνομά του θα ανήκει ήδη στους αυτονόητους διεκδικητές της επόμενης ημέρας.
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.