Δείτε εδώ την αποκλειστική συνεργασία του Euro2day.gr

Κρίσιμη στροφή στη στρατηγική της Ρωσίας

Η ευρασιατική ταυτότητα και στρατηγική του Βλαντίμιρ Πούτιν. Οι δημογραφικές αλλαγές, η επιδίωξη της συλλογικής σταθερότητας και οι ιδιαιτερότητες του ρωσικού εθνικισμού. Κρίσιμοι ελιγμοί της Μόσχας μεταξύ Δύσης και Κίνας.

Κρίσιμη στροφή στη στρατηγική της Ρωσίας
  • του Eugene Chausovsky

Σε πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του προς τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έγραψε πως η Ρωσία είναι «ανοικτή στον διάλογο με τις ΗΠΑ, στην πιο διευρυμένη ατζέντα».

Ήταν ένα ελπιδοφόρο μήνυμα για το 2019, γραμμένο για να κλείσει έναν χρόνο κατά τον οποίο οι σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης συνέχισαν να επιδεινώνονται σε πολυάριθμα μέτωπα. Στην πραγματικότητα, η αντιπαράθεση της Ρωσίας με τη Δύση πιθανότατα θα ενταθεί φέτος. Ένας σημαντικός λόγος γι’ αυτό είναι μια εξέλιξη-κλειδί στη στρατηγική της Ρωσίας -στην ίδια την ταυτότητα της χώρας- κατά τη διάρκεια της εποχής Πούτιν.

Από τον Ψυχρό Πόλεμο στον «Ευρασιατισμό»

Για να γίνει κατανοητή αυτή η εξέλιξη, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε το πλαίσιο εντός του οποίου ο Πούτιν ήρθε στην εξουσία πριν από σχεδόν 20 χρόνια. Όταν ορίστηκε υπηρεσιακός πρόεδρος της Ρωσίας στις 31 Δεκεμβρίου του 1999, η χώρα του κλονιζόταν από μια δεκαετία χάους και αστάθειας, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η οικονομία ήταν κατεστραμμένη, το πολιτικό σύστημα κατακερματισμένο, στην Τσετσενία έκαναν πόλεμο για απόσχιση και οι ολιγάρχες με πολλούς τρόπους είχαν γίνει πιο ισχυροί από το κράτος. Ακόμα και η ίδια η εδαφική ακεραιότητα της χώρας κινδύνευε.

Την επόμενη δεκαετία, ο Πούτιν χαλιναγώγησε τους ολιγάρχες και επανεδραίωσε την κεντρική κυβέρνηση. Κατέστειλε τις συγκρούσεις στην Τσετσενία, με έναν συνδυασμό ωμής στρατιωτικής βίας και πολιτικών ελιγμών. Και η οικονομία, με τη βοήθεια των αυξημένων τιμών ενέργειας, εκτινάχθηκε. Η συγκέντρωση εξουσίας του Πούτιν στο εσωτερικό μέτωπο έδωσε τη δυνατότητα στη Ρωσία να επιβεβαιώσει τη θέση της στην πρώην σοβιετική περιφέρεια και πέραν αυτής.

Η επάνοδος της Ρωσίας ως περιφερειακής δύναμης την έφερε σε μεγαλύτερη αντιπαράθεση με τη Δύση, καθώς η Μόσχα προσπαθούσε να σταματήσει και να αντιστρέψει τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ και τη δυτική επιρροή στα ευρωπαϊκά σύνορα, και να επανεδραιώσει τη δική της επιρροή και τις προσπάθειες ενοποίησης. Αυτές οι δυναμικές φάνηκαν στον πόλεμο Ρωσίας-Γεωργίας το 2008 και εντάθηκαν με την εξέγερση Ευρωμαϊντάν στην Ουκρανία το 2014.

Το αποτέλεσμα ήταν μια παρατεταμένη και κλιμακούμενη αντιπαράθεση μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης, με την εμπλοκή της στις συγκρούσεις σε Ουκρανία και Συρία, συν την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων και των κυρώσεων της Δύσης να οδηγούν τις σχέσεις της Μόσχας με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ στο χαμηλότερο επίπεδό τους από τον Ψυχρό Πόλεμο.

Στις δύο δεκαετίες από τότε που ήλθε στην προεδρία, αναδύεται μια ξεχωριστή ρωσική ταυτότητα υπό τον Πούτιν, η οποία μπορεί να ονομαστεί «Ευρασιατισμός». Αυτή η ταυτότητα περιλαμβάνει στοιχεία μιας πολιτικής ιδεολογίας και στρατηγικής εξωτερικής πολιτικής που έχουν τις ρίζες τους στη θέση της Ρωσίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία, και στις γεωπολιτικές επιτακτικές ανάγκες που προϋπάρχουν του Πούτιν. Είναι μια ταυτότητα που αποτελεί «κλειδί» τόσο για την κατανόηση των σημερινών πολιτικών της Ρωσίας όσο και για την πρόβλεψη του τι μπορούμε να περιμένουμε τα επόμενα χρόνια.

Ο Ευρασιατισμός ως πολιτική ιδεολογία

Ένα σημαντικό πολιτικό χαρακτηριστικό του Ευρασιατισμού την εποχή του Πούτιν -ένα χαρακτηριστικό που ευθυγραμμίζεται με τη ρωσική παράδοση- είναι η επιδίωξη της συλλογικής σταθερότητας έναντι της ατομικής ελευθερίας. Για τους περισσότερους Ρώσους, το χαοτικό πείραμα της χώρας με τη δημοκρατία και τον καπιταλισμό τη δεκαετία του 1990 απέδειξε πως οι δυτικότροπες δομές δεν αρμόζουν, ούτε είναι αποτελεσματικές στη Ρωσία. Η πολιτική κουλτούρα που έχει προκύψει υπό τον Πούτιν είναι ασύμβατη κατά πολλούς τρόπους με τις φιλελεύθερες, δημοκρατικές αξίες της Δύσης. Πράγματι, η Μόσχα βλέπει τη στήριξη που δίνουν ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση σε φιλοδημοκρατικά και ανθρωπιστικά κινήματα εντός της Ρωσίας ως προσπάθειες υπονόμευσης για να την αποδυναμώσουν.

Η Ρωσία κυβερνάται από μια κεντρική κυβέρνηση, με τον Πούτιν να παρουσιάζεται ως ένας ισχυρός, αποφασιστικός ηγέτης που κρατά ενωμένη μια χώρα που αλλιώς θα είχε διαλυθεί. Ενώ το Κρεμλίνο προχωρά τακτικά σε καταστολή διαδηλώσεων και ανεξάρτητων ΜΜΕ, επιτρέπει επιλεκτικά την πραγματοποίηση διαδηλώσεων και κατά περιόδους μπορεί ακόμα και να δεχθεί ορισμένες απαιτήσεις -όπως το να επιτραπούν οι άμεσες εκλογές ή να υπάρξει προσαρμογή των μη δημοφιλών συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων-, αν υποστεί αρκετή πίεση.

Υπό τον Πούτιν, ο ρωσικός εθνικισμός έχει αντικαταστήσει τη διεθνιστική κομμουνιστική ιδεολογία της Σοβιετικής Ένωσης. Ωστόσο, επειδή πρέπει να ενσωματώσει τις περισσότερες από 150 εθνοτικές μειονότητες της χώρας -Τατάρους, Τσετσένους, Ουκρανούς, Αρμένιους κ.τ.λ.- στον εθνικισμό αυτόν, μαζί με τους εθνοτικούς Ρώσους, ο Πούτιν διαχειρίζεται τις εθνικιστικές τάσεις της Ρωσίας προσεκτικά. Οι Ορθόδοξοι Σλάβοι δεν είναι το μόνο πρόσωπο της Ρωσίας και ο Πούτιν κινδυνεύει να αποξενώσει τις μειονοτικές ομάδες της χώρας και να υπονομεύσει τη σταθερότητα την οποία εργάστηκε να επαναφέρει, εάν επιδιώξει υπερβολικά δυνατά μια εθνικιστική γραμμή. Το ίδιο ισχύει και για τη θρησκεία: οι Μουσουλμάνοι στη Ρωσία αριθμούν εκατομμύρια και πολλοί βρίσκονται συγκεντρωμένοι στην ασταθή περιοχή του Βόρειου Καύκασου.

Επίσης, οι μειονοτικοί πληθυσμοί της Ρωσίας αυξάνονται, ενώ οι εθνοτικοί ρωσικοί πληθυσμοί μειώνονται. Οι εθνοτικοί Ρώσοι αποτελούσαν περίπου το 77% του πληθυσμού της Ρωσίας, σύμφωνα με την τελευταία επίσημη απογραφή του 2010, ωστόσο ο χαμηλός ρυθμός γεννήσεων (1,3 παιδιά ανά γυναίκα, κατά μέσο όρο) σημαίνει πως ο εθνοτικός ρωσικός πληθυσμός θα μειωθεί με ταχύτερο ρυθμό απ’ ό,τι ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Ρωσίας, που έχει ρυθμό γεννήσεων 2,3 παιδιών ανά γυναίκα.  

Η διευρυμένη μετανάστευση από τον Καύκασο και τα κράτη της Κεντρικής Ασίας, που επίσης αυξάνονται πληθυσμιακά, θα είναι απαραίτητη για να καλυφθούν οι εργατικές ανάγκες της Ρωσίας και θα μεταβάλει ακόμα περισσότερο τα δημογραφικά της χώρας. Η Ρωσία θα γίνει λιγότερο Σλαβική και Ορθόδοξη και περισσότερο Ασιατική και Μουσουλμανική τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα να ξεχωρίσει ακόμα περισσότερο πολιτισμικά και πολιτικά από την Ευρώπη και τη Δύση. Η ανάγκη να προωθηθεί ο ρωσικός εθνικισμός -το πόσο σπουδαία είναι η Ρωσία, όχι οι εθνοτικοί Ρώσοι- απλώς θα ενταθεί.

Ο Ευρασιατισμός ως στρατηγική εξωτερικής πολιτικής

Επειδή η Ρωσία δεν έχει σημαντικά φυσικά σύνορα, μια σταθερά κατά τη διάρκεια της ιστορίας της υπήρξε η ανάγκη για διατήρηση μιας περιφερειακής δύναμης για να εδραιωθεί ένας χώρος ασφαλείας τόσο στα ανατολικά όσο και στα δυτικά, προκειμένου να προστατευθεί ο πυρήνας Μόσχας-Αγίας Πετρούπολης. Ως εκ τούτου, η Μόσχα θέλει να διατηρήσει τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες στην «αγκαλιά» της -όχι απαραίτητα επισήμως αλλά οπωσδήποτε με de facto τρόπο.

Δεν είναι σύμπτωση που οι χώρες που ευθυγραμμίζονται περισσότερο με τη Ρωσία είναι μέλη της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης και τον στρατιωτικό εταίρο της, τον Οργανισμό της Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας, τα δύο βασικά μπλοκ ολοκλήρωσης που δημιουργήθηκαν την εποχή Πούτιν. Αυτά τα κράτη έχουν πολλά κοινά στοιχεία με τη Ρωσία σε ό,τι αφορά τον ευρασιατικό τους χαρακτήρα -ισχυρούς ηγέτες, οικονομίες στις οποίες κυριαρχεί το κράτος και έμφαση στη σταθερότητα έναντι της δημοκρατίας. Μοιράζονται επίσης την ισχυρή καχυποψία έναντι της Δύσης και της προώθησης από την πλευρά της της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το ιδανικό για τη Ρωσία θα ήταν κάθε κράτος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης να ήταν μέρος της ευρασιατικής ένωσης. Όμως κράτη όπως το Αζερμπαϊτζάν, το Ουζμπεκιστάν και το Τουρκμενιστάν έχουν επιλέξει να παραμείνουν ουδέτερα, ενώ άλλα κράτη περιλαμβανομένων των χωρών της Βαλτικής και πιο πρόσφατα η Ουκρανία, έχουν ακολουθήσει φιλοδυτικό δρόμο. Στόχος της Ρωσίας είναι να ευθυγραμμίσει κάθε μία από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής περιφέρειας με τη Μόσχα, ή τουλάχιστον να τις διατηρήσει ουδέτερες. Αν όχι, η Ρωσία θα στοχεύσει στο να υπονομεύσει τις φιλοδυτικές τους κυβερνήσεις και τις προσπάθειες ενσωμάτωσής τους στη Δύση. Η πρόθεση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ να στερήσουν από τη Ρωσία την σφαίρα επιρροής της αποτελεί παράγοντα-κλειδί πίσω από τη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση της Μόσχας με τη Δύση.

Ο Ευρασιατισμός ως ιδέα εξωτερικής πολιτικής δεν περιορίζεται στα εδάφη που βρίσκονται γύρω από τη Ρωσία. Εκτείνεται επίσης και στις χώρες αυτές που συμπεριφέρονται αντίθετα με τις δυτικές φιλελεύθερες αξίες ή και τον δυτικό παρεμβατισμό, και μπορούν να περιλαμβάνουν τις ευρωπαϊκές χώρες που έχουν ανελεύθερες τάσεις. Ένα παράδειγμα είναι η Ουγγαρία, την κυβέρνηση της οποίας η Ρωσία εργάζεται για να στηρίξει προκειμένου να υπονομεύσει την ενότητα της ΕΕ σε θέματα όπως οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Η κοινή απειλή είναι πως η Ρωσία επιδιώκει να συνεργάζεται με χώρες που αμφισβητούν την παγκόσμια τάξη της οποίας ηγούνται οι ΗΠΑ, ή τουλάχιστον να προκαλέσει διχασμό εντός των συμμαχικών με τις ΗΠΑ μπλοκ όπως είναι το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Υπό τον Πούτιν, η Μόσχα έχει εργαστεί για να χτίσει άλλες οικονομικές σχέσεις και σχέσεις ασφαλείας, όχι μόνο για να αντικαταστήσει ή να συμπληρώσει τους αποδυναμωμένους δεσμούς της με τη Δύση, αλλά και για να ενισχύσει την παγκόσμια θέση της ως αντίβαρο στη Δύση και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια τέτοια περιοχή υπήρξε η Συρία. Η παρέμβαση της Ρωσίας εκ μέρους του προέδρου της Συρίας Μπασάρ αλ Άσαντ έχει ως κίνητρο τους ιστορικούς δεσμούς της με τη χώρα, περιλαμβανομένης της διατήρησης της ναυτικής βάσης στην Ταρτούς, καθώς και ένα στρατηγικό συμφέρον να καταπολεμήσει την εξάπλωση του Ισλαμικού Κράτους. Όμως, εξίσου σημαντικό, είναι πως η Ρωσία ήθελε να τραβήξει μια «κόκκινη γραμμή» γύρω από τις προσπάθειες της Δύσης, και ιδιαίτερα των ΗΠΑ, να εξαναγκάσουν μια αλλαγή καθεστώτος στη Συρία. Η παρέμβαση της Ρωσίας δεν ήταν για να σώσει τον Άσαντ, αλλά μάλλον για να δείξει στις ΗΠΑ πως εξακολουθεί να έχει επαρκή στρατιωτική και διπλωματική βαρύτητα, ώστε να μπορεί να κρατήσει τη θέση της στη σύγκρουση.

Αυτό, με τη σειρά του, επέτρεψε στη Ρωσία να επεκτείνει την επιρροή της αλλού στη Μέση Ανατολή. Με τους οικονομικούς δεσμούς της με τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση να υποβαθμίζονται, η Ρωσία ενδιαφερόταν να επεκτείνει τις πωλήσεις όπλων της, με χώρες της Μέσης Ανατολής όπως η Αίγυπτος και η Τουρκία να αποτελούν πολλά υποσχόμενες αγορές. Η Ρωσία ήθελε επίσης να επεκτείνει το πλεονέκτημά της έναντι των ΗΠΑ, σε ένα κρίσιμο θέατρο στην Ουάσινγκτον.

Ίσως ο σημαντικότερος εταίρος που θα προκύψει για τη Ρωσία, λόγω της αντιπαράθεσης της Μόσχας με τη Δύση, είναι η Κίνα. Η Ρωσία και η Κίνα σύσφιγγαν σταθερά τις οικονομικές και ενεργειακές τους σχέσεις από την πρώτη μετασοβιετική περίοδο. Ωστόσο, η εξέγερση του Ευρωμαϊντάν και η αντιπαράθεση της Ρωσίας με τη Δύση επιτάχυναν την ανάπτυξη της σχέσης Μόσχας-Ρωσίας, όχι μόνο σε όρους εμπορίου και επενδύσεων αλλά και σε θέματα ασφάλειας και στρατιωτικά. Η Ρωσία και η Κίνα έχουν επίσης συντονίσει τις προσπάθειές τους σε πολιτικά ζητήματα στις ψηφοφορίες του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, σε θέματα όπως η Βόρεια Κορέα και η Συρία, ιδιαίτερα όταν αυτό σημαίνει πως τάσσονται κατά της αμερικανικής θέσης στα θέατρα αυτά.

Ωστόσο, η στροφή της Ρωσίας προς την Κίνα είναι απίθανο να κρατήσει για πάντα. Η άνοδος της Κίνας και οι αλληλοκαλυπτόμενες σφαίρες επιρροής στην Κεντρική Ασία, τη ρωσική Άπω Ανατολή και την Αρκτική, τελικά θα περιορίσουν την έκταση της συνεργασίας τους. Αυτό θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια μελλοντική επαναπροσέγγιση μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης, ιδιαίτερα καθώς η Κίνα θα αναδύεται στην πορεία ως ένας πιο σοβαρός οικονομικός και στρατιωτικός ανταγωνισμός τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τη Ρωσία.

Τελικά, οι ελιγμοί της Ρωσίας μεταξύ Δύσης και Ανατολής θα παγιώσουν περαιτέρω την ευρασιατική πτυχή της ταυτότητάς της. Η συνοχή του ρωσικού κράτους και της κοινωνίας στο εσωτερικό και η ικανότητα της Ρωσίας να ξεπεράσει τις εξωτερικές προκλήσεις και πιέσεις, είτε από τη Δύση είτε από την Κίνα, θα αποτελέσουν παράγοντες-κλειδιά για τη διαμόρφωση της εξέλιξης της ταυτότητας αυτής.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus