Δείτε εδώ την αποκλειστική συνεργασία του Euro2day.gr

Σύννεφα στον ορίζοντα για την Ελλάδα

Η οικονομία της χώρας παραμένει εύθραυστη μετά από δέκα χρόνια κρίσης. Οι επερχόμενες εκλογές και τα προβλήματα των τραπεζών. Η σημασία της Συμφωνίας των Πρεσπών για τα Βαλκάνια και την κυβέρνηση Τσίπρα.

Σύννεφα στον ορίζοντα για την Ελλάδα
  • Μετάφραση-Επιμέλεια: Άννα Φαλτάϊτς

Το 2018 αποτέλεσε σημείο καμπής για την Ελλάδα ποικιλοτρόπως. Η οικονομία της χώρας αναπτύχθηκε με ρυθμό περίπου 2% -τον ισχυρότερο της τελευταίας δεκαετίας. Και για πρώτη φορά από το 2011, η ανεργία υποχώρησε κάτω του 20%.

Το σημαντικότερο, το τρίτο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας ολοκληρώθηκε το 2018, που σημαίνει πως οι πιστωτές της χώρας δεν θα έχουν την Αθήνα υπό τόσο αυστηρό έλεγχο (αν και θα εξακολουθήσουν να την επιβλέπουν σε κάποιον βαθμό).

Ήταν επίσης σημαντική χρονιά σε όρους εξωτερικών σχέσεων, καθώς η Ελλάδα κατέληξε επιτέλους σε συμφωνία για την ονομασία της πΓΔΜ, σε μια προσπάθεια να μπει τέλος στις μακροχρόνια κακές σχέσεις των δύο χωρών. Όμως, το 2019 θα είναι μια δύσκολη χρονιά για την Ελλάδα, καθώς η οικονομία της εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια, εν μέσω αυξανόμενων αναταράξεων στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Η Ελλάδα μπορεί να μην αποτελεί πλέον άμεση απειλή για τη συνέχεια της ευρωζώνης, όμως ο κίνδυνος μετάδοσης χρηματοοικονομικών προβλημάτων, ιδιαίτερα σε άλλες οικονομίες της Μεσογείου, ποτέ δεν βρίσκεται πολύ μακριά.

Κερδίζοντας μια πολιτική μάχη

Η Ελλάδα περνά τώρα μια άλλη φάση πολιτικού αναβρασμού. Στις 16 Ιανουαρίου, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μετά βίας επιβίωσε της ψηφοφορίας παροχής ψήφου εμπιστοσύνης, κερδίζοντας οριακά με 151-148. Ο Τσίπρας ζήτησε την ψήφο εμπιστοσύνης μετά την αποχώρηση των Ανεξάρτητων Ελλήνων από την κυβέρνηση, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη συμφωνία με την πΓΔΜ.

Στα τέλη του 2018, Αθήνα και Σκόπια  κατέληξαν σε συμφωνία για αλλαγή του ονόματος «Δημοκρατία της Μακεδονίας», που η Ελλάδα δεν αποδεχόταν φοβούμενη πως ο όρος υποδηλώνει αλυτρωτικές διεκδικήσεις στην ελληνική περιοχή που φέρει την ίδια ονομασία, σε «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας». Πέραν από έναν απλό συμβολισμό, η συμφωνία θα έχει απτές επιπτώσεις και για τις δύο χώρες, καθώς και για την ευρύτερη περιοχή. Όταν εφαρμοστεί η συμφωνία θα βάλει τέλος στη διμερή διαμάχη μεταξύ της Ελλάδας και της πΓΔΜ και θα εξαλείψει μια από τις πολλές πηγές εχθρότητας στα Δυτικά Βαλκάνια. Επιπλέον, η συμφωνία θα ανοίξει την πόρτα στην πΓΔΜ να κινηθεί προς τον στόχο της για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ.

Το κοινοβούλιο της πΓΔΜ ενέκρινε στις αρχές Ιανουαρίου τη συμφωνία για αλλαγή του ονόματος, και τώρα είναι η σειρά της Ελλάδας. Το Ελληνικό Κοινοβούλιο συζητά τώρα τη συμφωνία, με το βλέμμα προς την σημερινή (25 Ιανουαρίου) ψήφιση της συμφωνίας. Όμως επειδή ελέγχει μόλις 145 από τις 300 έδρες, ο ΣΥΡΙΖΑ θα χρειαστεί στήριξη από την αντιπολίτευση για να εγκριθεί η συμφωνία. Η αξιωματική αντιπολίτευση, η συντηρητική Νέα Δημοκρατία, έχει ήδη πει πως δεν θα στηρίξει τη Συμφωνία των Πρεσπών, αν και αρκετά μέλη του κοινοβουλίου από μικρότερα κόμματα έχουν δείξει πως θα επιτρέψουν στον ΣΥΡΙΖΑ να περάσει τη «γραμμή τερματισμού».

Η συμφωνία για την πΓΔΜ θα συμβάλει στη σταθερότητα στα Δυτικά Βαλκάνια, όμως έχει επίσης αφήσει την Ελλάδα με μια κυβέρνηση μειοψηφίας. Η Ελλάδα πρέπει να διενεργήσει γενικές εκλογές μέχρι τον Οκτώβριο, όμως είναι πιθανό να διενεργηθούν πρόωρες εκλογές, δεδομένου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα δυσκολευτεί να περάσει νόμους τώρα που δεν έχει πλέον την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ως αποτέλεσμα, η κυβέρνηση θα δυσκολευτεί να εφαρμόσει ουσιαστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα καθιστούσαν την ελληνική οικονομία πιο ανταγωνιστική, ενώ το κυβερνών κόμμα θα μπει επίσης στον πειρασμό να πάρει πίσω κάποια από τα πρόσφατα μέτρα λιτότητας για να αυξήσει τη δημοφιλία του πριν τις εκλογές. Ως έχει, οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις δίνουν στη Νέα Δημοκρατία το προβάδισμα με περίπου 32% έως 37%, και ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με 25% έως 27%.

Ένας άλλος παράγοντας θα μπορούσε να υποκινήσει πολιτική αστάθεια στην Ελλάδα: οι επερχόμενες αλλαγές στο εκλογικό σύστημα. Με το σημερινό σύστημα, το κόμμα που κερδίζει τις περισσότερες ψήφους παίρνει μπόνους 50 εδρών -μια σημαντική ενίσχυση σε μια βουλή μόνο 300 εδρών.

Ενώ το πρώτο κόμμα στις φετινές εκλογές θα επωφεληθεί του μηχανισμού, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει περάσει νόμο που τον καταργεί σε όλες τις επόμενες εκλογές. Αντίστοιχα, αν κανένα κόμμα δεν καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση στις ερχόμενες γενικές εκλογές -μια πραγματική πιθανότητα παρά τις επιπλέον 50 έδρες-, οι Έλληνες θα μπορούσαν να επιστρέψουν στις κάλπες για δεύτερη ψηφοφορία, αυτή τη φορά με το νέο εκλογικό σύστημα. Όμως, δεδομένου του κατακερματισμένου πολιτικού περιβάλλοντος στης Ελλάδας, τα κόμματα και πάλι θα δυσκολευτούν πολύ να φτιάξουν κυβερνητικό συνασπισμό, στο πιθανό ενδεχόμενο που κανένας δεν κερδίσει την πλειοψηφία.

Ξεπερνώντας το δημοσιονομικό δίλημμα

Οι αυξανόμενες πολιτικές αναταράξεις στην Ελλάδα έρχονται την ώρα που η χώρα ελπίζει να αφήσει πίσω της τα οικονομικά της προβλήματα. Υπό την πίεση των δανειστών, η Ελλάδα τήρησε τα τελευταία τρία χρόνια μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα (δηλαδή εξαιρουμένου του κόστους της εξυπηρέτησης του χρέους). Στο πλαίσιο της συμφωνίας με τους πιστωτές της, η Αθήνα πρέπει να τηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο μέχρι το 2022.

Η συμφωνία έχει στόχο να ενισχύσει την εμπιστοσύνη της αγοράς αναφορικά με τη σταθερότητα της ελληνικής οικονομίας και της προσήλωσης της Αθήνας στη δημοσιονομική υπευθυνότητα, όμως το μεγάλο πλεόνασμα βλάπτει την πραγματική οικονομία. Και αυτό διότι η κυβέρνηση ουσιαστικά επιτυγχάνει το πλεόνασμα αυτό επιβαρύνοντας τον πληθυσμό με έναν τεράστιο φορολογικό λογαριασμό (ενθαρρύνοντας έτσι τις οικονομικές δραστηριότητες που γίνονται «κάτω απ’ το τραπέζι») και μειώνοντας τις δημόσιες δαπάνες (αποδυναμώνοντας έτσι την ανάπτυξη του ΑΕΠ).

Αυτό είναι ένα πρόβλημα που η Ελλάδα αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια, καθώς οι αρχές τείνουν να επικεντρώνονται υπερβολικά πολύ στη φορολόγηση και υπερβολικά λίγο στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται για να αυξηθεί η οικονομική ανταγωνιστικότητα. Και δεδομένου ότι το 2019 είναι εκλογική χρονιά, η Αθήνα είναι απίθανο να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να ενοχλήσουν τους ψηφοφόρους, επιλέγοντας αντιθέτως πιο ακριβές υποσχέσεις που μπορούν να κερδίσουν το δυσαρεστημένο εκλογικό σώμα.

Τον περασμένο μήνα, για παράδειγμα, η ελληνική κυβέρνηση έδωσε ένα έκτακτο χριστουγεννιάτικο μπόνους στους συνταξιούχους, και είναι πιθανό να μοιράσει και φέτος παρόμοια «καλούδια». Αυτού του είδους τα δώρα παρέχουν προσωρινή ρευστότητα στην οικονομία, όμως δεν προάγουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο καθώς πρόσφατα ελληνικό δικαστήριο αποφάσισε πως οι περικοπές στις συντάξεις που έγιναν λόγω των μέτρων λιτότητας είναι αντισυνταγματικές, κάτι που σημαίνει πως η Αθήνα ίσως χρειαστεί να αποζημιώσει χιλιάδες συνταξιούχους.

Μικτή είναι η εικόνα και στις ελληνικές τράπεζες. Τα stress tests της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας πέρυσι δεν έδειξαν κεφαλαιακές ελλείψεις σε καμία από τις τέσσερις «συστημικές» ελληνικές τράπεζες, που είναι κεντρικής σημασίας για το τραπεζικό σύστημα της χώρας. Όμως ως συνέπεια της μακροχρόνιας κρίσης στη χώρα, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με τεράστια ποσά μη εξυπηρετούμενων δανείων. 

Tα δάνεια αυτά αντιπροσωπεύουν χονδρικά το 40% των συνολικών δανείων στις ελληνικές τράπεζες, το υψηλότερο επίπεδο στην ευρωζώνη. Η κυβέρνηση ερευνά διάφορες επιλογές για επίλυση του ζητήματος, περιλαμβανομένων σχεδίων να επιτραπεί στις τράπεζες να πουλήσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε επενδυτές με κρατική εγγύηση, καθώς και προτάσεις για τη δημιουργία ενός ειδικού φορέα που θα αγοράζει τα δάνεια, όμως οι πολιτικοί καβγάδες είναι πιθανό να καθυστερήσουν την εφαρμογή οποιουδήποτε σχεδίου.

Εν τω μεταξύ, οι δυσμενείς πιστωτικές συνθήκες στερούν την οικονομία από μια σημαντική πηγή ανάπτυξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό οφείλεται στο ότι οι επιχειρήσεις είναι απρόθυμες να πάρουν δάνεια από τις τράπεζες· σε άλλες, είναι επειδή η πολυετής οικονομική κρίση έκανε πολλά ελληνικά νοικοκυριά και εταιρείες να μην πληρούν τα κριτήρια για λήψη δανείου.

Πλοήγηση σε διεθνή ύδατα

Η οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας συμπίπτει με την αυξανόμενη διεθνή οικονομική αβεβαιότητα. Οι βασικοί εξαγωγικοί προορισμοί της χώρας στην ευρωζώνη, η Γερμανία και η Ιταλία, δείχνουν σημάδια επιβράδυνσης, ενώ ο βασικός εμπορικός εταίρος της εκτός ευρωζώνης, η Τουρκία, παραμένει οικονομικά εύθραυστη. Επιπλέον, θέματα από το Brexit μέχρι τις δημοσιονομικές πολιτικές της Ιταλίας, μέχρι τις εμπορικές διαμάχες μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, συμβάλουν όλα στην οικονομική αβεβαιότητα στην Ευρώπη.

Ένα ολοκληρωμένο Brexit θα δημιουργήσει ένα επιπλέον πρόβλημα για την Ελλάδα. Η χώρα είναι κορυφαίος προορισμός για τους Βρετανούς τουρίστες, όμως μια πιο αδύναμη στερλίνα ή μια αυξανόμενη αβεβαιότητα για το μέλλον της Βρετανικής οικονομίας (ιδιαίτερα στην περίπτωση ενός Brexit χωρίς συμφωνία), θα μπορούσαν να μειώσουν τον αριθμό των επισκεπτών.

Η εσωτερική και διεθνής αβεβαιότητα θα μπορούσαν επίσης να αυξήσουν το κόστος δανεισμού από τις αγορές χρέους για την Ελλάδα. Οι υψηλές αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων παραμένουν ευάλωτα τόσο στις διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές όσο και στον σκεπτικισμό αναφορικά με την συνεχιζόμενη προσήλωση/δέσμευση της κυβέρνησης στις μεταρρυθμίσεις.

Το τέλος του προγράμματος αγοράς ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επίσης θα δοκιμάσει την Ελλάδα, που θα μπορούσε να έρθει αντιμέτωπη με υψηλότερα κόστη δανεισμού τώρα που η ΕΚΤ δεν αγοράζει πλέον ομόλογα από τις χώρες της ευρωζώνης.

Το θετικό για την Αθήνα είναι πως δεν χρειάζεται να εκδώσει νέα ομόλογα τους επόμενους μήνες αν δεν θέλει. Έχοντας περίπου 25 δισ. ευρώ στα ταμεία της, η Ελλάδα λογικά έχει αρκετά χρήματα για να καλύψει τις αποπληρωμές χρέους το 2019 και 2020. Ωστόσο, η κυβέρνηση είπε τον περασμένο μήνα πως θέλει να εκδώσει νέο χρέος φέτος για να δοκιμάσει την αντίδραση της αγοράς και για να συνεχίσει με τη διαδικασία της «επιστροφής στην κανονικότητα» μετά από μια δεκαετία κρίσης.

Αυξάνονται το πολιτικό και οικονομικό ρίσκο

Η ελληνική οικονομία έχει γίνει αρκετά σταθερή ώστε να μην αντιπροσωπεύει πλέον άμεση απειλή για την επιβίωση της ευρωζώνης. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά ζητήματα, περιλαμβανομένου του ακραίου επιπέδου δημόσιου χρέους, του τεράστιου ύψους μη εξυπηρετούμενων δανείων στις τράπεζες, του υψηλού επιπέδου ανεργίας και των ισχνών δημόσιων επενδύσεων. Επιπλέον, η ελληνική οικονομία μαστίζεται και από άλλα θέματα, όπως η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού, καθώς και τα αυξημένα επίπεδα μετανάστευσης, που θα υπονομεύσουν τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας μακροπρόθεσμα.

Το τέλος του προγράμματος διάσωσης το 2018 και οι υποσχέσεις των πιστωτών να αμβλύνουν το βάρος του χρέους της Ελλάδας έχουν φέρει κάποια ηρεμία στη χώρα μετά από μια δύσκολη δεκαετία. Όμως επειδή η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ανήφορο μπροστά της για να δημιουργήσει βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη, θα εξακολουθήσει να είναι ένας από τους αδύναμους κρίκους στην ευρωζώνη.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus