Διευρυμένα κριτήρια, μαξιμαλιστικά κατά πολλούς, θέτει η ελληνική κυβέρνηση για την προστασία της κύριας κατοικίας των νοικοκυρών από τους πλειστηριασμούς.
Με βάση όσα έγιναν γνωστά χθες από τον υπουργό Οικονομίας Γιώργο Σταθάκη, στη ρύθμιση για την προστασία από τους πλειστηριασμούς θα μπορέσουν να ενταχθούν νοικοκυριά με εισόδημα έως 50.000 ευρώ, με καταθέσεις έως 30.000-50.000 ευρώ, συνολική ακίνητη περιουσία έως 500.000 ευρώ και αξία κύριας κατοικίας έως 300.000 ευρώ.
Η τελευταία πρόταση της ελληνικής πλευράς, η οποία θα σταλεί προς ενημέρωση, σύμφωνα με τα στελέχη του υπουργείου Οικονομίας, προς έγκριση κατά άλλους προς την ΕΚΤ μέσα στις επόμενες ημέρες, προκαλεί σειρά ερωτημάτων για όσους μέχρι σήμερα ήταν καλοπληρωτές αν και είχαν χαμηλότερα εισοδήματα και καταθέσεις από αυτούς που θα μπορέσουν να ενταχθούν στη συγκεκριμένη ρύθμιση, αν και εφόσον τα όρια αυτά παραμείνουν.
Και λέμε αν και εφόσον παραμείνουν γιατί πολύ απλά την προηγούμενη εβδομάδα τα όρια που «έπαιζαν» ήταν 40% υψηλότερα από αυτά που ανακοίνωσε χθες ο υπουργός Οικονομίας και επιβεβαιώθηκαν αργά το βράδυ από πηγές του Μεγάρου Μαξίμου.
Ο αντίλογος από την πλευρά του υπουργείου είναι ότι μέσω της ρύθμισης αυτής θα προστατευθεί η συντριπτική πλειονότητα των δανειοληπτών, 8 στα 10 νοικοκυριά, η κατοικία των οποίων κινδυνεύει να βγει στον πλειστηριασμό.
Οι ίδιοι υποστηρίζουν επίσης ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν τίθεται θέμα να περάσει από τους θεσμούς και δη από την ΕΚΤ και αυτό γιατί με αυτή δεν επιβαρύνεται το τραπεζικό σύστημα, αντιθέτως προβλέπεται η καταβολή μηνιαίας δόσης με βάση το εισόδημα του δανειολήπτη μέσω της οποίας θα υπάρξει ρευστότητα προς τις τράπεζες και θα ξαναζωντανέψει η κουλτούρα των πληρωμών.
Συγκεκριμένα όποιος δανειολήπτης ενταχθεί στη διάταξη θα πρέπει να καταβάλει 0-20% του εισοδήματός του, ενώ σε ό,τι αφορά τα όρια, με 500.000 ευρώ συνολική ακίνητη περιουσία και έως 25.000 εισόδημα ο δανειολήπτης θα καταβάλει το 10% και από εκεί και πάνω έως τις 50.000 το ποσοστό θα ανέρχεται στο 20%.
Βέβαια στο κείμενο που απέστειλε τη Δευτέρα το βράδυ στους θεσμούς ο υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης σχετικά με τους πλειστηριασμούς αναφέρεται το εξής: «Η κυβέρνηση θα συνεργαστεί με τις διοικήσεις των τραπεζών και των ιδρυμάτων για την αποφυγή, την ερχόμενη περίοδο, πλειστηριασμών της πρώτης κατοικίας οικογενειών που βρίσκονται κάτω από ένα ορισμένο όριο εισοδήματος, τιμωρώντας ταυτόχρονα όσους στρατηγικά δεν πληρώνουν, με σκοπό να:
(α) διατηρηθεί η στήριξη της κοινωνίας γύρω από ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, (β) αποτραπεί περαιτέρω μείωση στις τιμές ακινήτων και περιουσιακών στοιχείων (κάτι που θα είχε δυσμενή επίπτωση στα τραπεζικά χαρτοφυλάκια), (γ) ελαχιστοποιηθεί η δημοσιονομική επίπτωση ενός μεγαλύτερου κύματος αστέγων και (δ) η προώθηση μιας ισχυρής κουλτούρας πληρωμών».
Σε δεύτερη φάση η κυβέρνηση σκοπεύει να συστήσει έναν ενδιάμεσο φορέα διαχείρισης στον οποίο θα μεταφερθούν τα προβληματικά δάνεια από τις τράπεζες. Η βασική ιδέα είναι τα δάνεια να πουληθούν από τις τράπεζες στο 50% της αξίας τους και στη συνέχεια ο δανειολήπτης θα πληρώσει στο φορέα την οφειλή, ενώ ένα τρίτο μέρος θα καλυφθεί από το δημόσιο.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση η οποία απαιτεί και το πράσινο φως από την ΕΚΤ αφορά 100.000 δανειολήπτες που βρίσκονται στο όριο ή κάτω από το όριο της φτώχειας και υπολογίζεται ότι απαιτούνται περί τα 3 δισ. ευρώ ενώ εκτιμάται ότι από αυτά τα δάνεια θα εξυπηρετηθεί εν τέλει το 80%.
Η κυβέρνηση θα ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τη Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τις επόμενες ημέρες για το θέμα της δημιουργίας του δημόσιου φορέα και των πηγών χρηματοδότησης, επιδιώκοντας να αποδεσμευτούν 3 δισ. ευρώ από τα κεφάλαια του ΤΧΣ, για να αποκτηθούν δάνεια αξίας 12 δισ. ευρώ με έκπτωση στο 50% επί της ονομαστικής αξίας μαζί με τις υποθήκες, σύμφωνα με τον υπουργό. Βέβαια η συγκεκριμένη πρόταση αν και εφόσον γίνει αποδεκτή από τους θεσμούς καταργεί επί της ουσίας το Νόμο Κατσέλη που αποτελούσε άλλωστε και ένα από τα πάγια αιτήματα των δανειστών.