Αλλαγές στο Solvency II ζητούν οι ασφαλιστικές

Τη μείωση των υπερβολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων του Solvency II ζητούν οι ασφαλιστικές, ώστε να να προχωρήσουν σε πρόσθετες επενδύσεις. Η τρέχουσα σύνθεση των χαρτοφυλακίων.

Αλλαγές στο Solvency II ζητούν οι ασφαλιστικές

Δύο χρόνια μετά την έναρξη ισχύος του Solvency II και ενόψει των προγραμματισμένων αναθεωρήσεων του 2018 και του 2020, οι ασφαλιστικές εταιρείες ζητούν συγκεκριμένες τροποποιήσεις, προκειμένου να διατηρηθούν τα σημαντικά οφέλη του αυστηρού εποπτικού πλαισίου (ενίσχυση αξιοπιστίας, καλύτερη εταιρική διακυβέρνηση) και παράλληλα να αμβλυνθούν οι όποιες παρενέργειες έχουν προκληθεί από αυτό.

Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του προέδρου της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ) Αλέξανδρου Σαρρηγεωργίου ότι «το ζητούμενο είναι ότι το ισοζύγιο ανάμεσα στην προστιθέμενη αξία που έχει δώσει το νέο πλαίσιο στον κλάδο και των όποιων παρενεργειών έχει επιφέρει σε χρόνο και κόστος πρέπει να είναι θετικό».

Στο ίδιο πλαίσιο, η γενική διευθύντρια της ΕΑΕΕ Μαργαρίτα Αντωνάκη μιλά για ένα μεταρρυθμιστικό σοκ (Solvency II, IDD, PRIIPs) που ναι μεν επιδιώκει -και σωστά- την αύξηση του ανταγωνισμού και την προστασία του καταναλωτή, ωστόσο συχνά πρόκειται για νομοθετήματα με επικαλύψεις και επαναλήψεις, ενίοτε δε και με αντιφάσεις. Επιπλέον, συχνά η περίοδος προσαρμογής που ορίζεται είναι στην πράξη πολύ περιορισμένη.

Σύμφωνα με την κα Αντωνάκη, από όλη αυτή την εποπτική-κανονιστική διαδικασία τίθεται θέμα κόστους για τις ασφαλιστικές εταιρείες, ενώ παράλληλα επισημαίνει και άλλα σημαντικά ζητήματα όπως:

* Το Solvency II, με την πολύ συντηρητική οπτική του και τις αντίστοιχα υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλει, εμποδίζει την προσφορά πολλών προϊόντων. Ειδικότερα, παρατηρείται στροφή από τα εγγυημένα προϊόντα στα unit linked, δηλαδή στη μεταφορά του κινδύνου από τις ασφαλιστικές εταιρείες στους πελάτες τους. Ο ρόλος όμως των εταιρειών είναι να διαχειρίζονται αυτές το ρίσκο και όχι οι πελάτες τους.

* Είναι δυσχερές για τις ασφαλιστικές εταιρείες -λόγω των υψηλών εποπτικών κεφαλαίων που απαιτούνται από το πλαίσιο- να τοποθετούνται σε μακροπρόθεσμης διάρκειας προϊόντα (ανταποκρινόμενες στον επίσης μακροπρόθεσμο ορίζοντα των υποχρεώσεών τους) όπως επενδύσεις π.χ. σε υποδομές, στην πράσινη ενέργεια και σε δάνεια.

* Μια μείωση του margin risk από το 6% στο 3% θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά το επίπεδο των επενδύσεων (που τόσο πολύ χρειάζεται η Ελλάδα), χωρίς οι ασφαλιστικές εταιρείες να είναι στην πράξη λιγότερο αξιόπιστες.

* Η δυσμενής αντιμετώπιση των μετοχών ως μορφή επένδυσης.

Τα αιτήματα αυτά, που αντανακλούν τις θέσεις των εταιρειών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, δύσκολα φαίνεται πως θα αντιμετωπιστούν θετικά κατά τη φετινή τουλάχιστον αναθεώρηση. Πολιτική της ελληνικής και της πανευρωπαϊκής ελεγκτικής αρχής είναι να της παρατίθενται στοιχεία με τα οποία αποδεικνύεται η θεσμική υπερεκτίμηση του κινδύνου, γεγονός που φαίνεται να έγινε στην περίπτωση των καλύψεων έναντι σεισμών στη χώρα μας.

Τα υψηλά απαιτούμενα κεφαλαιακά όρια έχουν επηρεάσει σημαντικά και τη σύνθεση του επενδυτικού χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών εταιρειών. Οι ελληνικές εταιρείες για παράδειγμα δίνουν μεγάλη έμφαση σε κρατικά και εταιρικά ομόλογα (αθροιστικά 66%), ενώ αντίθετα πολύ περιορισμένη είναι η έκθεσή τους σε μετοχές (μόλις 3%, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος βρίσκεται στο 14%).

Στέφανος Kοτζαμάνης kotzamanis@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus