Σύνοψη
Τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτουν ότι οι εισοδηματικές ανισότητες στην Ελλάδα παραμένουν βαθιά ριζωμένες, με το πλουσιότερο 20% να διαθέτει πάνω από πέντε φορές υψηλότερο εισόδημα από το φτωχότερο. Παρά την αύξηση του μέσου διαθέσιμου εισοδήματος κατά 8%, το 27,5% του πληθυσμού —περίπου 2,8 εκατομμύρια άτομα— βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ η υλική στέρηση αυξάνεται και η πίεση εξαπλώνεται πλέον και στα μεσαία στρώματα. |
Παραμένει μεγάλη η απόσταση που χωρίζει τα χαμηλά από τα υψηλά εισοδήματα, καθώς παρά τα σημάδια σταθεροποίησης της οικονομίας και τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών, τα τελευταία στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) αναδεικνύουν επίμονες κοινωνικές ανισότητες και σημαντική υλική υστέρηση των πιο ευάλωτων ομάδων.
Η μεσαία τάξη εξακολουθεί να πιέζεται, με το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου να συγκεντρώνεται στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα και την αναδιανομή να παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.
Την ίδια στιγμή, για μεγάλο μέρος του πληθυσμού —και ιδίως για όσους βρίσκονται κάτω ή κοντά στο όριο της φτώχειας— η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από διαρκείς περιορισμούς: δυσκολία κάλυψης βασικών αναγκών, αυξημένη πίεση από πάγιες υποχρεώσεις και περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η υγεία.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η φτώχεια δεν είναι μόνο ζήτημα εισοδήματος, αλλά συνδέεται με ένα ευρύτερο πλέγμα στερήσεων που επηρεάζει άμεσα την ποιότητα ζωής.
Αναλυτικά, τα στοιχεία που δημοσίευσε χθες η ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν μεν συγκρατημένη αποκλιμάκωση όσον αφορά τις εισοδηματικές ανισότητες, οι οποίες όμως παραμένουν βαθιά ριζωμένες στην ελληνική οικονομία.
Ποια είναι η εικόνα
| Τα βασικά στοιχεία |
| ► Αυξάνεται ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στο 27,5% (+0,6 μ.μ.), αγγίζοντας 2,8 εκατ. άτομα |
| ► Επιδεινώνεται η υλική και κοινωνική στέρηση (σοβαρή αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών) στο 14,9% από 14,0% |
| ► Υποχωρεί οριακά ο δείκτης Gini (μέτρο εισοδηματικής ανισότητας) στο 31,6%, αλλά παραμένει υψηλός για ευρωπαϊκά δεδομένα |
| ► Διατηρείται ο δείκτης S80/S20 (λόγος εισοδήματος πλουσιότερου προς φτωχότερο 20%) στο 5,18 — πάνω από πενταπλάσια απόκλιση |
| ► Αυξάνεται το μέσο διαθέσιμο εισόδημα κατά 8% στα 13.381 ευρώ, χωρίς ωστόσο να μειώνονται ουσιαστικά οι ανισότητες |
Τι αποτυπώνουν οι δείκτες
Ο δείκτης S80/S20, που αποτυπώνει τη σχέση εισοδήματος μεταξύ του πλουσιότερου και του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, διαμορφώθηκε σε 5,18, μειωμένος οριακά σε σχέση με το 2024. Με απλά λόγια, το πλουσιότερο 20% εξακολουθεί να διαθέτει πάνω από πέντε φορές υψηλότερο εισόδημα από το φτωχότερο — γεγονός που δείχνει πως διατηρείται μεγάλη η απόσταση μεταξύ των δύο άκρων της κοινωνίας.
Αντίστοιχα, ο συντελεστής Gini (δείκτης που μετρά πόσο άνισα κατανέμεται το εισόδημα σε μια οικονομία) υποχώρησε στο 31,6%, καταγράφοντας μικρή βελτίωση τόσο σε ετήσια βάση όσο και σε σύγκριση με το 2015. Παρά τη μείωση, το επίπεδο αυτό παραμένει υψηλό για ευρωπαϊκά δεδομένα, επιβεβαιώνοντας τη δομική φύση των ανισοτήτων στην ελληνική οικονομία.
Η κατανομή του εισοδήματος αποκαλύπτει ακόμη πιο καθαρά την εικόνα: το πλουσιότερο 25% του πληθυσμού συγκεντρώνει το 45,5% του συνολικού εισοδήματος, ενώ το φτωχότερο 25% μόλις το 10,5%. Σε ακόμη πιο άνισους όρους, το πλουσιότερο 20% κατέχει το 39,3% του εισοδήματος, έναντι μόλις 7,6% για το φτωχότερο 20%.
Στασιμότητα παρατηρείται βάσει των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ και όσον αφορά τις συνθήκες διαβίωσης σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Σύμφωνα με τα δεδομένα για το 2025, το 27,5% των κατοίκων της χώρας, δηλαδή περίπου 2,8 εκατομμύρια άτομα, βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, καταγράφοντας αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024.
Η εξέλιξη αυτή ανακόπτει τη σταδιακή αποκλιμάκωση που είχε σημειωθεί τα προηγούμενα χρόνια και συνδέεται κυρίως με την αύξηση της υλικής και κοινωνικής στέρησης, η οποία ανήλθε στο 14,9% από 14,0% ένα έτος νωρίτερα. Αντίθετα, ο δείκτης χαμηλής έντασης εργασίας εμφανίζει βελτίωση, γεγονός που υποδηλώνει ότι η απασχόληση από μόνη της δεν επαρκεί για την προστασία από τη φτώχεια.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα για τα παιδιά έως 17 ετών, όπου το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού διαμορφώνεται στο 29,6%, αυξημένο σε σχέση με το 2024. Παράλληλα, οι γυναίκες συνεχίζουν να πλήττονται περισσότερο από τους άνδρες (29,1% έναντι 25,9%), ενώ σημαντικές ανισότητες καταγράφονται και γεωγραφικά, με υψηλότερα ποσοστά σε Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα και χαμηλότερα σε Αττική και νησιωτικές περιοχές.
Σε επίπεδο εισοδήματος, το κατώφλι της φτώχειας ορίστηκε στα 7.020 ευρώ ετησίως για ένα άτομο και στα 14.742 ευρώ για μια τετραμελή οικογένεια. Με βάση αυτό το όριο, το 19,6% του πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (επιδόματα, συντάξεις και λοιπές κρατικές παροχές), ποσοστό αμετάβλητο σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Ωστόσο, η σημασία των μεταβιβάσεων είναι καθοριστική: χωρίς αυτές, το ποσοστό θα εκτινασσόταν στο 43,9%, γεγονός που αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο τόσο των συντάξεων όσο και των κοινωνικών επιδομάτων στη συγκράτηση της φτώχειας.
Οι χαμηλοί μισθοί οδηγούν το 9,7% των εργαζομένων ηλικίας 18-64 ετών να παραμένει σε κίνδυνο φτώχειας, με το ποσοστό να εκτοξεύεται στο 21,4% για όσους εργάζονται μερικώς. Και μπορεί η εργασία από μόνη της να μην προστατεύει από τη φτώχεια, σε συνδυασμό με την εκπαίδευση όμως σίγουρα λειτουργεί ως ασπίδα. Ο κίνδυνος φτώχειας περιορίζεται στο 7,1% για αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έναντι σχεδόν 30% για όσους έχουν χαμηλό μορφωτικό επίπεδο.
Σε όρους νοικοκυριών, οι πιο ευάλωτες κατηγορίες είναι τα μονογονεϊκά νοικοκυριά (36,1%) και εκείνα με τρία ή περισσότερα παιδιά (40,4%), ενώ υψηλός παραμένει ο κίνδυνος για άτομα που ζουν μόνα τους. Επιπλέον, οι ενοικιαστές αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη πίεση (30,6%) σε σχέση με τους ιδιοκτήτες κατοικιών.
Το διαθέσιμο εισόδημα
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά την αύξηση του μέσου διαθέσιμου εισοδήματος κατά 8%, στα 13.381 ευρώ, η βελτίωση αυτή δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Το γεγονός ότι το 74,8% των νοικοκυριών δηλώνει στασιμότητα εισοδήματος ενισχύει την εικόνα μιας οικονομίας που αναπτύσσεται άνισα.
Ενδεικτικό είναι ότι πάνω από ένας στους τρεις πολίτες (35,3%) δηλώνει μεγάλη δυσκολία στην αποπληρωμή δανείων ή αγορών με δόσεις. Το ποσοστό εκτοξεύεται στο 53% για τον φτωχό πληθυσμό, έναντι 31,5% για τους μη φτωχούς, επιβεβαιώνοντας τη σαφή διεύρυνση των ανισοτήτων. Αντίστοιχα, μόλις το 24,9% των φτωχών δηλώνει ότι δεν αντιμετωπίζει δυσκολίες, ποσοστό σχεδόν ταυτόσημο με τον γενικό πληθυσμό, γεγονός που υποδηλώνει ότι η πίεση αγγίζει πλέον και μεσαία στρώματα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο επιβαρυμένη όταν εξετάζονται οι καθημερινές ανάγκες. Το 35,1% του συνολικού πληθυσμού δηλώνει ότι αντιμετωπίζει «μεγάλη δυσκολία» να καλύψει τις συνήθεις δαπάνες του, με το ποσοστό να εκτοξεύεται στο 67,6% μεταξύ των φτωχών. Στον αντίποδα, μόλις το 0,2% των φτωχών δηλώνει ότι ζει «πολύ εύκολα», στοιχείο που αποτυπώνει την ένταση της οικονομικής πίεσης.
Το 31,9% του πληθυσμού αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφέλειας, ενώ για τους φτωχούς το ποσοστό αγγίζει το 66,6%. Αντίστοιχα, το 52,7% των φτωχών δυσκολεύεται να καλύψει ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, ενώ σχεδόν 7 στους 10 (69,6%) αντιμετωπίζουν προβλήματα στην εξυπηρέτηση καταναλωτικών δανείων ή δόσεων.
Οι οικονομικές πιέσεις αντανακλώνται και σε κρίσιμους τομείς όπως η υγεία. Το 21,5% του πληθυσμού δεν υποβλήθηκε σε αναγκαία ιατρική εξέταση ή θεραπεία, ποσοστό που αυξάνεται στο 32,8% για τους φτωχούς. Ακόμη πιο έντονο είναι το φαινόμενο στην οδοντιατρική περίθαλψη, όπου πάνω από τους μισούς φτωχούς (55,4%) δεν έλαβαν την απαιτούμενη φροντίδα. Οι βασικοί λόγοι σχετίζονται με οικονομικές δυσκολίες, αλλά και με περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.
Παράλληλα, οι ανισότητες αποτυπώνονται και στην υγεία του πληθυσμού. Το 9,8% των φτωχών δηλώνει κακή ή πολύ κακή κατάσταση υγείας, έναντι 6,3% των μη φτωχών, ενώ υψηλότερα είναι και τα ποσοστά χρόνιων προβλημάτων (28,4% έναντι 23%). Επιπλέον, μεγαλύτερο ποσοστό φτωχών αναφέρει σημαντικούς περιορισμούς στις καθημερινές δραστηριότητες λόγω προβλημάτων υγείας.
Watch Now
| Τι να παρακολουθήσετε |
| ► Παρακολουθήστε τις επόμενες ανακοινώσεις κοινωνικών επιδομάτων και κατώτατου μισθού — χωρίς τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, η φτώχεια θα αφορούσε σχεδόν το 44% του πληθυσμού |
| ► Εξετάστε τη γεωγραφική κατανομή των δεικτών — Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά φτώχειας, σε αντίθεση με Αττική και νησιωτικές περιοχές |