Με τις καταθέσεις του δημοσιογράφου Παναγιώτη Μπούσιου και του φωτορεπόρτερ Μενέλαου Μυρίλλα συνεχίστηκε η δίκη της Χρυσής Αυγής.
Οι δύο μάρτυρες περιέγραψαν στο δικαστήριο την επίθεση που δέχθηκαν το 2013, κατά τη διάρκεια πορείας για το μνημόσυνο των δύο μελών της Χρυσής Αυγής, που δολοφονήθηκαν έξω από την τοπική οργάνωση Ν. Ηρακλείου.
Ο δημοσιογράφος και ο οπερατέρ είχαν γρονθοκοπηθεί ενώ κάλυπταν το γεγονός, με τον παρευρισκόμενο αστυνομικό -όπως αναφέρθηκε- να μην αντιδρά καθόλου. Ο Παναγιώτης Μπούσιος αναφέρθηκε και στο γενικότερο κλίμα που επικρατεί στις πορείες της Χρυσής Αυγής, τις οποίες καλύπτει από το 1995. «Υπήρχε ένα κλίμα φόβου και τρομοκρατίας. Υπήρχε ένα κλίμα ότι θέλουν να ορίζουν τα πράγματα» είπε χαρακτηριστικά ο μάρτυρας, υποστηρίζοντας πως «πάντα έτσι κάνουν, προκειμένου να επιβάλουν τη θέλησή τους».
Ο Παν. Μπούσιος ανέφερε πως ένας αστυνομικός, πιθανότατα ανώτατος αξιωματικός, ο οποίος βρισκόταν σε κοντινή απόσταση δεν αντέδρασε, ενώ το συνεργείο του τηλεοπτικού σταθμού δέχθηκε επίθεση. «Δεν έκανε τίποτα. Δεν μας ρώτησε αν θέλουμε βοήθεια, αν χρειαζόμαστε ασθενοφόρο. Τίποτα», είπε.
Αφορμή για την επίθεση στάθηκε η αντίδραση ενός ένοικου πολυκατοικίας, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε για την πορεία, αφού προφανώς ήταν αντίθετος. «Τότε κάποιοι από τους συγκεντρωμένους πήγαν προς την πολυκατοικία και κάποιοι άλλοι ήρθαν προς εμάς. Στην αρχή μάς μίλησαν ζητώντας να μην καταγραφεί.
Δεν θέλανε να χαλάσει η εικόνα τους, που φώναζαν σε αυτόν στο μπαλκόνι» εξήγησε στο δικαστήριο και συνέχισε: «Ήμουν εγώ, ο οπερατέρ και ένας ανώτατος αξιωματικός, μάλλον αστυνομικός διευθυντής. Νομίζαμε ότι είχε εκτονωθεί το περιστατικό, αλλά εμφανίστηκαν τρία άτομα. Ο ένας με πιάνει κι άρχισε να βρίζει και να χτυπάει με μπουνιές. Το αυτί μου είχε αιμορραγία, μια εξωτερική αμυχή. Ο οπερατέρ χτυπήθηκε λιγότερο. Φύγαμε τρέχοντας προς τα γραφεία, πήραμε το μηχανάκι μας και φύγαμε».
Πρόεδρος: Η κατάθεσή σας αφορούσε την προκαταρτική έρευνα και τη στάση του αστυνομικού;
Μάρτυρας: Ναι. Μου έκανε εντύπωση που ο αστυνομικός δεν έκανε απολύτως τίποτα. Δεν μας ρώτησε αν θέλουμε βοήθεια, αν χρειαζόμαστε ασθενοφόρο. Τίποτα.
Πρόεδρος: Ως δημοσιογράφος, με την εμπειρία σας, έχετε ακολουθήσει κάποια πορεία ή μοτοπορεία που να κατέληξε κάπως;
Μάρτυρας: Πολλές φορές έχω ακολουθήσει. Από τότε που τα γραφεία της ΧΑ ήταν στη Σολωμού. Ήταν συγκεκριμένος ο χώρος που έπρεπε να καθίσουμε. Έχει τύχει να μη μας επιτρέψουν να γράψουμε. Υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος για όλα. Μας λένε από ποιο σημείο επιτρέπεται να καταγράψουμε και πότε να σταματήσουμε. Πάντα ρωτάμε πριν.
Πρόεδρος: Σε άλλες συγκεντρώσεις, άλλων κομμάτων γίνεται αυτό;
Μάρτυρας: Όχι. Εκτός του χώρου. Ότι υπάρχουν θέσεις που στέκονται οι δημοσιογράφοι. Αλλά καταγράφουμε πάντα όση ώρα θέλουμε ό,τι θέλουμε.
Εισαγγελέας: Τι φορούσαν; Ήταν παραταγμένοι;
Μάρτυρας: Φορούσαν μαύρα ρούχα οι περισσότεροι, αυτά τα ρούχα που φοράνε. Περπατούσαν σε παράταξη, δεν ήταν σκόρπιοι σε καμία περίπτωση.
Στη συνέχεια ακολούθησε η κατάθεση του φωτορεπόρτερ Μενέλαου Μυρίλλα σχετικά με την επίθεση που δέχθηκαν τρεις συνάδελφοί του από χρυσαυγίτες, έξω από το Εφετείο Αθήνας τον Ιούλιο του 2014, κατά τη μεταγωγή των Μιχαλολιάκου, Παππά και Λαγού.
Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στον τραυματισμό του φωτορεπόρτερ Γιάννη Κέμμου, περιγράφοντας ότι τρία άτομα τους πλησίασαν, τους ρώτησαν γιατί φωτογραφίζουν και στη συνέχεια χτύπησαν τη μηχανή και τον απώθησαν.
«Τον χτύπησαν στο πρόσωπο και στον λαιμό, παραπάτησε κάτω από το διάζωμα και δέχθηκε ένα σφοδρό χτύπημα με την αρβύλα στο πρόσωπο» εξήγησε και πρόσθεσε πως ένα αυτοκίνητο που πέρναγε τρέχοντας πρόλαβε να φρενάρει στα 40 εκατοστά. «Ο Κέμμος ήταν σαν ναρκωμένος μετά το χτύπημα. Εγώ σκέφτηκα ότι αυτό το χτύπημα θα ήταν σίγουρα διάσειση» κατέληξε.
Και αυτός ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην αδιαφορία της αστυνομίας ως προς τον τραυματισμό του Γιάννη Κέμμου και ακόμη δύο φωτορεπόρτερ λέγοντας:
«Το ματς ήταν φιλικό. Έχω δει παρέμβαση σε πορεία αναρχικών που εκεί τους μαζεύουν με συνοπτικές διαδικασίες. Σε αυτή την περίπτωση υπήρχε τεράστια διαφορά».