Οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες συνεχίζουν να επιδεικνύουν ισχυρή λειτουργική επίδοση, ακόμη και σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας, με την Deutsche Bank να διατηρεί θετική στάση για το σύνολο του κλάδου και συστάσεις αγοράς για όλες τις καλυπτόμενες μετοχές.
Η γερμανική τράπεζα διατηρεί σύσταση αγοράς για όλες τις τράπεζες, με τιμές-στόχους Alpha Bank στα 4,45 ευρώ, Eurobank στα 4,35 ευρώ, Τράπεζα Πειραιώς στα 8,95 ευρώ, Εθνική Τράπεζα στα 15,95 ευρώ και Τράπεζα Κύπρου στα 10,40 ευρώ, ανεβάζοντας τον «πήχη» για όλες τις μετοχές.
Κορυφαία επιλογή παραμένει η Eurobank, λόγω ισχυρού προφίλ κερδοφορίας και στρατηγικής εξαγορών, ενώ θετική στάση διατηρείται και για την Αlpha Bank. Συνολικά, ο οίκος εκτιμά ότι ο κλάδος διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά για περαιτέρω υπεραπόδοση, με βασικούς καταλύτες την πιστωτική επέκταση, την ενίσχυση των εσόδων και την επανεκτίμηση των αποτιμήσεων.
Τι αλλάζει η γερμανική τράπεζα στις εκτιμήσεις της
Σύμφωνα με την έκθεση της 18ης Μαρτίου, το βασικό επενδυτικό αφήγημα παραμένει αμετάβλητο: ισχυρή πιστωτική επέκταση, σταθεροποίηση των επιτοκιακών περιθωρίων και βελτιούμενη ποιότητα ενεργητικού δημιουργούν ένα περιβάλλον υψηλής ορατότητας για την κερδοφορία τα επόμενα χρόνια.
Η δυναμική της πιστωτικής επέκτασης αποτελεί τον βασικό μοχλό ανόδου. Η Ελλάδα καταγράφει από τις υψηλότερες επιδόσεις στην Ευρώπη, με αύξηση δανείων περίπου 6% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω διψήφιας ανόδου των εταιρικών χορηγήσεων.
Παράλληλα, η επιβράδυνση της απομόχλευσης των νοικοκυριών και η σταδιακή επιστροφή της ζήτησης για στεγαστικά δάνεια ενισχύουν περαιτέρω τις προοπτικές. Αυτό μεταφράζεται σε ισχυρή πορεία για τα καθαρά έσοδα από τόκους, με την Deutsche Bank να προβλέπει επιτάχυνση από το 2026 και μετά.
Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και το γεγονός ότι η πίεση στα επιτοκιακά περιθώρια έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, δημιουργώντας συνθήκες σταθεροποίησης και ενδεχομένως βελτίωσης από το 2027.
Ελκυστικές αποτιμήσεις και περιθώριο σύγκλισης
Παρά τη σημαντική αναβάθμιση των τελευταίων ετών, οι αποτιμήσεις παραμένουν ελκυστικές. Οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται περίπου στις 6,5 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, έναντι περίπου 8 φορές για τις ευρωπαϊκές.
Η Deutsche Bank εκτιμά ότι αυτή η απόκλιση αντανακλά κυρίως δομικούς λόγους, όπως η περιορισμένη επενδυτική βάση, η αρνητική κληρονομιά της κρίσης και η κατάταξη της αγοράς ως αναδυόμενης. Ωστόσο, οι παράγοντες αυτοί σταδιακά υποχωρούν, ανοίγοντας τον δρόμο για περαιτέρω re-rating.
Ταυτόχρονα, τα ισχυρά κεφαλαιακά επίπεδα επιτρέπουν αυξημένες διανομές προς τους μετόχους, ενισχύοντας τη συνολική απόδοση.
Βελτίωση ποιότητας ενεργητικού και χαμηλό ρίσκο
Η εικόνα στα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα συνεχίζει να βελτιώνεται, με τον δείκτη να διαμορφώνεται κοντά στο 2,6% και να αναμένεται περαιτέρω αποκλιμάκωση προς τα επίπεδα του ευρωπαϊκού μέσου όρου έως το 2027.
Το κόστος κινδύνου ακολουθεί αντίστοιχη πορεία, με προοπτική υποχώρησης προς τα επίπεδα των 40 μονάδων βάσης, ενώ δεν εντοπίζονται σημαντικοί νέοι κίνδυνοι από νομικές ή θεσμικές εξελίξεις. Παράλληλα, η επιτάχυνση της μείωσης των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων ενισχύει την ποιότητα κεφαλαίων και τη δυνατότητα διανομών.
Η Deutsche Bank υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν χαμηλότερη έκθεση σε βασικούς εξωτερικούς κινδύνους σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές. Η επίδραση από την τεχνητή νοημοσύνη είναι περιορισμένη λόγω χαμηλής έκθεσης στον κλάδο τεχνολογίας, ενώ η συμμετοχή σε private credit είναι ουσιαστικά μηδενική.
Επιπλέον, η ελληνική οικονομία εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, με ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 2% για το 2026-2027, υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Τέλος, αν και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, ιδίως στο ενεργειακό σκέλος, παραμένουν, η συνολική επίδραση εκτιμάται διαχειρίσιμη.