Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Ελληνοτουρκικά: Χαμηλοί τόνοι, σταθερές διαφορές

Τι άφησε η 6η Σύνοδος του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας των δύο χωρών. Η «θετική ατζέντα» και οι επτά συμφωνίες στη σκιά των εκκρεμοτήτων. Τα μηνύματα Μητσοτάκη και Ερντογάν.

Ελληνοτουρκικά: Χαμηλοί τόνοι, σταθερές διαφορές
Με αμετακίνητες τις πάγιες θέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, αγεφύρωτες τις ουσιαστικές διαφορές τους, αλλά και ισχυρή την κοινή βούληση να διατηρηθούν  χαμηλοί οι τόνοι και ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας, ολοκληρώθηκε η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα,  στο πλαίσιο της 6ης Συνόδου του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας των δύο χωρών.

Το ραντεβού δεν παρήγαγε θεαματικές εξελίξεις, επιβεβαίωσε, όμως, ότι η επιλογή της αποκλιμάκωσης και του δομημένου διαλόγου έχει παγιωθεί ως κοινή στρατηγική. Η δε πρόοδος στη θετική ατζέντα και τα ζητήματα «χαμηλής πολιτικής» συνιστά, τουλάχιστον προς το παρόν, τη ρεαλιστική βάση πάνω στην οποία οικοδομείται η εύθραυστη ισορροπία στις σχέσεις Αθήνας – Άγκυρας.

Στο Μέγαρο Μαξίμου αποτιμούν θετικά τη συνάντηση, διάρκειας 1 ώρας και 45 λεπτών (αντί της προγραμματισμένης 1 ώρας). Όπως αναφέρουν κυβερνητικές πηγές «έγινε σε θετικό κλίμα. Πραγματοποιήθηκε μια ειλικρινής συζήτηση και τέθηκαν όλα τα ζητήματα που έχουν προκαλέσει διαφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι δύο ηγέτες προχώρησαν σε επισκόπηση των διμερών σχέσεων και συμφώνησαν ότι η διατήρηση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος των δύο χωρών και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή».

Ο Τούρκος Πρόεδρος επανέλαβε τις γνωστές θέσεις του για τη μειονότητα της Θράκης, επιμένοντας σε μια προσέγγιση εκτός πλαισίου της Συνθήκης της Λωζάνης. Δεν παρέλειψε, επίσης, να εκφράσει το παράπονό του για τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα για την άμυνα. Ωστόσο, η φρασεολογία του διαφοροποιήθηκε αισθητά από το οξύ ύφος που υιοθέτησαν τις προηγούμενες ημέρες κορυφαία στελέχη της τουρκικής κυβέρνησης, όπως ο Ομέρ Τσελίκ και ο Χακάν Φιντάν.

Ο χαρακτηρισμός μάλιστα του Κυριάκου Μητσοτάκη ως «πολύτιμου φίλου» αποτυπώνει την πρόθεση διατήρησης ενός ήπιου πολιτικού κλίματος, έστω και αν το υπόβαθρο των διαφορών παραμένει άθικτο.

Μόνη διαφορά

Από την πλευρά του, ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέλαβε με σαφήνεια ότι η μόνη διαφορά που αναγνωρίζει η Αθήνα είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών – υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ – στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία, εφόσον δεν επιλυθεί διμερώς, μπορεί να παραπεμφθεί σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Στον αντίποδα, ο κ. Ερντογάν έκανε λόγο για «ακανθώδη» και «αλληλένδετα» ζητήματα, διατηρώντας το ευρύτερο τουρκικό πλαίσιο διεκδικήσεων, χωρίς πάντως να εξειδικεύσει.

Επί της ουσίας, πάντως, δεν φαίνεται να έχει ωριμάσει η στιγμή για την έναρξη μιας διαδικασίας οριστικής διευθέτησης, καθώς δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί σημεία σύγκλισης ως προς το πλαίσιο μιας τέτοιας πρωτοβουλίας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα η ελληνική πλευρά δίνει στην αποστροφή του Κυριάκου Μητσοτάκη περί ανάγκης άρσης «κάθε απειλής, τυπικής και ουσιαστικής» στις διμερείς σχέσεις. «Αν όχι τώρα, πότε;», ήταν το σχετικό ρητορικό ερώτημα, παραπέμποντας ευθέως στο τουρκικό casus belli.

Η αναφορά αυτή δεν απευθυνόταν μόνο στην Άγκυρα, αλλά και στο εσωτερικό ακροατήριο, όπου η κυβέρνηση δέχεται επικρίσεις για παθητική στάση στην εξωτερική πολιτική. Με τη συγκεκριμένη τοποθέτηση, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να καταστήσει σαφές ότι η στρατηγική του διαλόγου δεν συνιστά αποδοχή τετελεσμένων ούτε υποχώρηση από τις «κόκκινες γραμμές».

Όσον αφορά τη λεγόμενη «θετική ατζέντα», καταγράφηκαν βήματα προς τα εμπρός. Οι επτά συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ αρμόδιων υπουργών, σε συνδυασμό με την Κοινή Διακήρυξη, επιβεβαιώνουν ότι η δομημένη προσέγγιση των τριών πυλώνων – πολιτικός διάλογος, θετική ατζέντα, μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης – αποδίδει λειτουργικά αποτελέσματα.

Στο οικονομικό πεδίο, διατηρείται ο στόχος για διμερείς συναλλαγές ύψους 10 δισ. δολαρίων, ενώ επισημάνθηκαν οι αμοιβαίες επενδύσεις και η αναβάθμιση συνοριακών υποδομών. Η συνεργασία στην πολιτική προστασία αναδείχθηκε ως υπόδειγμα πρακτικής σύμπραξης σε έναν τομέα που υπερβαίνει τις γεωπολιτικές διαφορές.

Οι δύο ηγέτες συζήτησαν επίσης διεθνή και περιφερειακά ζητήματα, με έμφαση στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή. Η ελληνική πλευρά επανέλαβε τη στήριξή της στη λύση δύο κρατών για το Παλαιστινιακό, την ανάγκη μεταρρύθμισης της Παλαιστινιακής Αρχής και τον πλήρη αφοπλισμό της Χαμάς, ενώ εξέφρασε αντίθεση σε ενδεχόμενη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και στην επέκταση εποικισμών. Στο Κυπριακό, η Αθήνα παρέμεινε προσηλωμένη στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας, κάνοντας λόγο για «παράθυρο ευκαιρίας» με βάση τις πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο