Οι αγορές και το πιο ηχηρό χαστούκι

Εχει σβήσει τελείως η καταστροφική χρηματοπιστωτική πυρκαγιά που άναψε τον Σεπτέμβριο του 2008; Τα λάθη των τραπεζών, τα golden boys και οι ευθύνες οίκων αξιολόγησης και ρυθμιστικών αρχών.

Οι αγορές και το πιο ηχηρό χαστούκι
  • του Βασίλη Παζόπουλου*

Το ημερολόγιο έδειχνε Δευτέρα 15 Σεπτέμβρη 2008, όταν αποφασίστηκε η θανατική καταδίκη της Lehman Brothers, του αμερικανικού επενδυτικού κολοσσού. Από την ίδια κιόλας ημέρα, η κρίση των ενυπόθηκων δανείων της Wall Street άρχισε να απλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο, σαν ανεξέλεγκτη χρηματοπιστωτική πυρκαγιά.

Πρώτη φορά μετά το 1929 ο αντίχτυπος δεν περιορίστηκε σε κάποια κοινωνική ομάδα ή περιοχή. Προνομιούχοι και μη φοβήθηκαν το ίδιο, καθώς οι επιπτώσεις έγιναν αισθητές άμεσα. Οι ρυθμοί ανάπτυξης των περισσότερων χωρών μετατράπηκαν σε αρνητικούς. Η καταναλωτική και επιχειρηματική εμπιστοσύνη καταβαραθρώθηκε, παρασύροντας μαζί και την απασχόληση.

Η παγκόσμια οικονομία βρέθηκε στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Οι κυβερνήσεις κλήθηκαν πανικόβλητες να παίξουν τον ρόλο του καπετάνιου σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, ενισχύοντας το χρηματοπιστωτικό σύστημα με τεράστια ποσά. Άκουγαν αμήχανα όσους επιχειρηματολογούσαν με πάθος υπέρ του περιορισμού της παρέμβασης στην οικονομία, να εκλιπαρούν για κρατική βοήθεια, προκειμένου να αποτρέψουν φαινόμενα ντόμινο.

Η διάψευση του ονείρου

Η πεποίθηση ότι η πληροφορική, η μαζική και άμεση ενημέρωση, οι παγκόσμιες επιχειρηματικές διασυνδέσεις, δημιούργησαν ένα ανθεκτικό σε οικονομικούς κλυδωνισμούς σύστημα, διαψεύστηκε πανηγυρικά. Το ίδιο και το δόγμα ότι χωρίς εποπτεία, η αγορά αυτορρυθμίζεται.

Υποτίθεται πως τα στελέχη του χρηματοοικονομικού κλάδου θα επιδείκνυαν εγκράτεια, θα αυτοσυγκρατούνταν εξαιτίας της ανάγκη τους για φήμη και αποτελεσματικότητα. Αντίθετα, γίναμε μάρτυρες της αδηφάγου εξάπλωσης του κλάδου, καθώς η απληστία εξυμνήθηκε ως αρετή. Μόνο που δεν παίζανε σε ταινία με τον Michael Douglas. Επηρέαζαν πραγματικές ζωές. Τα golden boys αποδείχτηκαν πιο επικίνδυνα για τον καπιταλισμό, από όσο χιλιάδες κλώνοι του Karl Marx.

Αυτό που μέχρι χθες ήταν αδιανόητο, θεωρήθηκε αυτονόητο. Δεν σήμαινε όμως πως ήταν και κατανοητό. Δεν ισοπέδωσε μόνο αυτούς που έδρασαν αλόγιστα, αλλά και όσους εργάζονταν σκληρά. Δεν μπορούσαν να φανταστούν πως η παγκόσμια οικονομία στηριζόταν σε πήλινα πόδια. Πλήρωσαν το λάθος να θεωρήσουν ότι οι αρμόδιες αρχές στις οποίες είχε ανατεθεί η επιστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος έκαναν στοιχειωδώς σωστά τη δουλειά τους.

Οι ρυθμιστικές αρχές είχαν επαναπαυθεί στις αναφορές των οίκους αξιολόγησης, των οποίων η αξιοπιστία δέχτηκε συντριπτικό πλήγμα. Δικαιολογημένα. Μέσα σε μια ημέρα τα ομόλογα που βαθμολογούσαν με ΑΑΑ (άριστα) αποδείχτηκαν junk (άχρηστα). Προφανώς είχε γίνει κάτι βλακώδες ή κάτι ύποπτο. Χωρίς να αποκλείεται να έχουν συμβεί και τα δύο. Είναι γνωστό στην «πιάτσα» πως αν κάποιος δεν έχει τα προσόντα να εργαστεί στη Wall Street, καταλήγει στη Moody’s. Έχοντας κληθεί να κοστολογήσουν ιδιαίτερα πολύπλοκα χρηματιστηριακά προϊόντα που δεν μπορούσαν να καταλάβουν, κατέληξαν να βάζουν ό,τι βαθμολογία τούς πρότεινε ο ίδιος ο πελάτης.

«Πίστευα ότι οι επιχειρήσεις, ειδικά οι τράπεζες, κινούμενες από το ίδιο το συμφέρον τους θα ήταν σε θέση να προστατέψουν τους μετόχους και τις επενδύσεις τους. Έκανα λάθος», ήταν τα λόγια του Alan Greenspan στην αυτοκριτική του για την κρίση του 2008.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που τα κράτη παρείχαν πανάκριβα πακέτα στήριξης. Από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και μετά, ο μέσος όρος αύξησης του κρατικού χρέους μετά από μια τραπεζική κρίση, σχεδόν διπλασιαζόταν. Όχι επειδή έδωσαν παράλογες αυξήσεις ή επειδή προέβησαν σε σπάταλες δημόσιες επενδύσεις, αλλά επειδή έπρεπε να διασώσουν τον τραπεζικό τομέα τους.

Η ευρωπαϊκή αντίδραση

Οι Ευρωπαίοι υπεροπτικά θεώρησαν πως η χρηματοπιστωτική κρίση προέκυψε από σφάλμα του αγγλοσαξονικού μοντέλου. Οι αξιωματούχοι στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σχολίαζαν χαιρέκακα, μέχρι που το χαμόγελο πάγωσε, όταν αντιλήφθηκαν ότι οι δικές τους τράπεζες ήταν σε χειρότερη κατάσταση.

Η εκπυρσοκρότηση που θα ακολουθούσε ήταν εκκωφαντική. Μόλις λίγες εβδομάδες αργότερα, η καγκελάριος Angela Merkel μάθαινε πως έπρεπε να βρει άμεσα εκατοντάδες δισ. ευρώ, ώστε να παραμείνουν ανοικτές οι γερμανικές τράπεζες. Είχαν φορτωθεί ένα σωρό τιτλοποιημένα ενυπόθηκα δάνεια, βάζοντας οι ίδιες βόμβα στα θεμέλια τους. Κι αυτές οι βόμβες τελικά έσκασαν.

Τα ελληνικά spreads ήταν ακόμα πολύ χαμηλά, γιατί αντανακλούσαν τη γενικότερη αντίληψη ότι η Γερμανία και η Ελλάδα ήταν εξίσου φερέγγυες, μιας και διέθεταν κοινό νόμισμα. Αυτό δεν θα κρατούσε πολύ. Η χρεοκοπία της Ισλανδίας και του Ντουμπάι αποτέλεσε έναυσμα για την αναθεώρηση των μοντέλων σχετικά με το αξιόχρεο των κρατών. Ειδικά τα υπερχρεωμένα κράτη τέθηκαν υπό στενότερη παρακολούθηση. Έχοντας υποεκτιμήσει το ρίσκο επί σειρά ετών, οι αγορές περνούσαν τώρα στο άλλο άκρο. Κανείς πλέον δεν θεωρούνταν ασφαλής.

Η μοιραία αυταπάτη

Πώς φτάσαμε όμως μέχρι εδώ; Όταν ζεις σε μια σύγχρονη και οργανωμένη χώρα, απολαμβάνοντας στην καθημερινότητά σου μια σχετικά άνετη και ελεύθερη ζωή, σπάνια αναλογίζεσαι σε πόσο ζηλευτή θέση βρίσκεσαι. Στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του πλανήτη στερείται αγαθών, τα οποία εσύ τα θεωρείς αυτονόητα. Σου φαίνονται τεράστια κάποια προβλήματα, τα οποία ουσιαστικά είναι ανόητα. Όπως όταν νιώθεις απαξιωμένο το υπερμοντέρνο κινητό σου, μόλις μάθεις για το καινούργιο μοντέλο που βγήκε στην αγορά. Ωστόσο η ειρήνη και η ευημερία είναι λάθος να εκλαμβάνονται ως δεδομένα.

Κάπως έτσι την πάτησαν και οι περισσότεροι οικονομολόγοι. Έπεσαν θύματα όσων νόμιζαν ότι ήξεραν. Ή καλύτερα, όσων βίωναν. Έπειτα από την κατάρρευση του κεντρικά σχεδιασμένου μοντέλου που εφαρμοζόταν στο πάλαι ποτέ ανατολικό μπλοκ, παρασύρθηκαν από την επικράτηση των ιδεών της ελεύθερης αγοράς, που υπήρξε συντριπτική. Το ερώτημα δεν τίθεται υπέρ ή κατά της οικονομίας της αγοράς, αλλά μέχρι ποιο επίπεδο θα υπάρχει δημόσιος έλεγχος.

Όλα αυτά που προηγήθηκαν του φιάσκου δεν ήταν απαραίτητα παράνομα. Ήταν όμως ανήθικα ή απερίσκεπτα. Επιτυχημένο τραπεζικό επιχειρηματικό μοντέλο ήταν αυτό που ανέβαζε τον τζίρο, τα κέρδη, τα μπόνους, δανείζοντας σε ιδιώτες, εταιρίες και κράτη με επισφαλή χαρακτηριστικά. Οι περιορισμοί απορρίπτονταν ως αντιαναπτυξιακοί, καθώς υπήρχε διάχυτη η πεποίθηση ότι ο καπιταλισμός είχε περάσει από την εποχή των κρίσεων, στην εποχή της μακροχρόνιας ομαλότητας.

Ζούσαν σε μια φούσκα μακάριας αυταπάτης ότι οι τράπεζες είχαν βρει τρόπους να παράγουν «ακίνδυνο ρίσκο». Εστιάζοντας προς τις κυβερνήσεις και τρέμοντας τον πληθωρισμό, οι Κεντρικές Τράπεζες δεν αντιλήφθηκαν πως αυτό που κλόνισε το τραπεζικό σύστημα ήταν μόχλευση και η κεφαλαιακή ανεπάρκεια του ίδιου του τραπεζικού τομέα. Κοίταζαν με τα κιάλια έξω από το παράθυρο του σαλονιού τους και δεν πήραν χαμπάρι πως είχε λαμπαδιάσει η κρεβατοκάμαρά τους.

Έτσι αιφνιδιάστηκαν από το αποτέλεσμα που προέκυψε, όταν οι Αμερικανοί άφησαν τη Lehman να χρεοκοπήσει. Τα γεγονότα αυτής της περιόδου για τους φονταμενταλιστές της ελεύθερης αγοράς ήταν αντίστοιχα με την πτώση του τείχους για οπαδούς του κομμουνισμού. Αποδείχτηκε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι οι αγορές δεν έχουν το αλάθητο, ούτε μπορείς να επαναπαυτείς στην έμφυτη τάση τους για αυτορρύθμιση. Δεν είναι ούτε προεξοφλητικοί μηχανισμοί. Δίνουν αυτή την εντύπωση γιατί προσαρμόζονται με μεγάλη ταχύτητα στα νέα δεδομένα. Όταν συμβεί κάποιο σημαντικό γεγονός, συμπεριφέρονται σαν ομάδα συγχρονισμένης κολύμβησης. Βουτάνε όλες την ίδια στιγμή, αλλά και ομαδικά ανακάμπτουν, σαν από χορογραφία.

Ο λόγος της αποτυχίας

Πώς έπεσαν τόσο έξυπνοι άνθρωποι, τόσο έξω, αποτελεί μια εύλογη απορία. Η απάντηση είναι πως υπέπεσαν σε δύο μοιραία λάθη: Πρώτον, εκτιμούσαν ότι η ανοδική τάση θα συνεχιζόταν αέναα. Δεύτερον, ότι τα μοντέλα τους αντιμετώπιζαν την αβεβαιότητα υπεροπτικά, σαν να μην υπήρχε. Χωρίς απορίες και αβεβαιότητες, απόκτησαν ανοσία απέναντι στον στοχασμό.

Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το πλήθος των καθηγητών και των αναλυτών που βιοπορίζονταν συντασσόμενοι με τις mainstream θεωρίες που εξυπηρετούσαν το τραπεζικό κατεστημένο. Είτε άμεσα ως στελέχη, είτε έμμεσα λαμβάνοντας χρηματοδοτήσεις για έρευνες και μελέτες.

Η συνεργασία αναλυτών και επενδυτικών τραπεζών είχε δημιουργήσει έναν τοξικό συνδυασμό. Αντίθετα έμπαιναν στο περιθώριο όσοι ενοχλητικοί έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου. Αντιμετωπίζονταν ως Κασσάνδρες ή γραφικοί. Δεν τους έκριναν από τη μεθοδολογία, όπως οφείλουν να αντιμετωπίζουν κάθε επιστήμονα, αλλά από το συμπέρασμα.

Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι δεν πίστευαν και οι ίδιοι τις λανθασμένες συστάσεις τους. Δεν υπήρξε καμιά πρωτοτυπία. Το ίδιο γίνεται και αλλού, όπως στον ιατρικό κλάδο. Οι γιατροί μπορεί να πιστεύουν τα φάρμακα που προωθούν, αλλά τα χρήματα που παίρνουν από τις φαρμακευτικές δεν μπορεί παρά να επηρεάζουν τις συστάσεις τους.

Παλαιότερα, όταν οι τράπεζες δεν ήθελαν να χαρακτηρίσουν κάποιο μη δυνάμενο προς είσπραξη δάνειο ως χαμένο, δάνειζαν τον οφειλέτη λίγα ακόμα χρήματα. Τον διευκόλυναν έτσι ώστε να φαίνεται πως πληρώνει τουλάχιστον τους τόκους. Με αυτό τον τρόπο η τράπεζα ωραιοποιούσε τα στοιχεία του ενεργητικού της. Οι ελεγκτές δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να δούνε την αλήθεια.

Η έλλειψη διαφάνειας ευνοεί τη δημιουργία και τη μεγέθυνση της αυταπάτης. Η σύγχρονη χρηματοοικονομική μηχανική εκτόξευσε τη δυνατότητα κουκουλώματος στη στρατόσφαιρα. Οι τράπεζες δεν ενδιαφέρονταν αν δανείζανε αφερέγγυους πελάτες. Αυτό που κάποτε αποτελούσε απαράδεκτο ρίσκο είχε καταντήσει να είναι λόγος δανειοδότησης. Απίστευτο αλλά αληθινό. Πώς; Μεταβίβαζαν το δάνειο αναμειγνύοντάς το με άλλα δάνεια και τα μετέτρεπαν σε τίτλους που πουλούσαν σε διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε όλο τον πλανήτη. Πουλούσαν τις μελλοντικές εισπράξεις, μεταβιβάζοντας το ρίσκο. Όμως πλέον δεν τους ένοιαζε αν τα ακίνητα θα ρημάζανε ή αν θα ήταν συνεπείς οι δανειολήπτες στις υποχρεώσεις τους.

Περήφανοι διατυμπάνιζαν ότι είχαν εφεύρει τον «ακίνδυνο κίνδυνο». Την τέλεια αλχημεία. Θεωρούσαν πως διασκορπίζοντας τα δάνεια στους ωκεανούς του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, μοιράζοντάς το σε όλους και σε κανέναν, δεν θα απόβαιναν τοξικά. Πίστεψαν ότι μέσω των εύκολων και φθηνών δανεικών, οι καλές ημέρες δεν θα τελειώνανε ποτέ. Έχοντας επιμερήσει τόσο επιτυχημένα τους κινδύνους, δημιούργησαν τόσο πολλούς που τελικά τους κατάπιαν. Μετά την ύβρη ακολούθησε η νέμεση.

Ο ρόλος της χρηματοοικονομικής μηχανικής

Αναμφίβολα η οικονομική επιστήμη έχει προσχωρήσει, σε σύγκριση με την προ κομπιούτερ εποχή. Ωστόσο, παρά τα βελτιωμένα και έξυπνα μοντέλα στατιστικής ανάλυσης, η ανθρώπινη συμπεριφορά συχνά λειτουργεί έξω από τα σχεδιαγράμματα και τους πίνακες αποδοτικότητας. Ο άνθρωπος προτιμά να πράττει όπως του αρέσει κι όχι όπως του υπαγορεύει η λογική του και το συμφέρον του, έλεγε ο Ντοστογιέφσκι. Ευτυχώς ή δυστυχώς, η προσπάθεια να προβλεφθεί το μέλλον παραμένει σε μεγάλο βαθμό τέχνη παρά επιστήμη.

Το πρόβλημα πολλαπλασιάστηκε όταν στα μοντέλα αποτίμησης κινδύνου προστέθηκε ένα σύστημα κινήτρων όπου επαινούσε την ανάληψη κινδύνων, προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη κερδοφορία. Τελικά για να επιφέρεις την καταστροφή, το μόνο που χρειαζόταν ήταν ικανότητα στα μαθηματικά και αμοραλισμός.

Κι όμως, αρχικά λειτούργησε όπως ακριβώς το περιμένανε. Τα νέα εργαλεία, ο ανταγωνισμός και οι καινοτομίες πράγματι οδήγησαν σε χαμηλότερα επιτόκια και πυροδότησαν την ανάπτυξη. Το λάθος ήταν πως σε υπερβολικές δόσεις, το σύστημα γινόταν πιο εύθραυστο, δημιουργώντας τις συνθήκες για μία χωρίς προηγούμενο υπερβολή που οδήγησε σε ένα χωρίς προηγούμενο πανικό. Τα λάθη είναι ανθρώπινα, αλλά για τις ολέθριες καταστροφές χρειάζεσαι υπολογιστή.

Εξαιτίας των υπερβολών, η έννοια της τιτλοποίησης παρεξηγήθηκε μετά την κρίση. Άρχισε να αποτελεί αναγκαίο κακό, αντί ένα από τα βασικά εργαλεία που υποβοηθούν την οικονομική δραστηριότητα. Δεν αποτελεί λύση να απαγορευτεί, αλλά να προλαβαίνουν και να αποθαρρύνουν θεσμικά τις καταχρήσεις.

Η πίστη, που μια από την έκφανσή της είναι και η τιτλοποίηση, εξακολουθεί να αποτελεί την καρδιά του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Παν μέτρον άριστον, λέγανε οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Αποδείχτηκε πως είχαν δίκιο. Ακόμα και στα μοντέρνα χρηματοοικονομικά, πολλούς αιώνες μετά.

Ένα χρόνο αργότερα, στη σύνοδο των G20 στο Πίτσμπουργκ των ΗΠΑ, οι ηγέτες αποφάσισαν την επόμενη φορά να αρνηθούν να ξαναδώσουν χρήματα. Ότι είναι απαράδεκτο να σώζουν κάθε φορά το τραπεζικό σύστημα, δημιουργώντας τεράστιες μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις.

Η δέσμευση κράτησε μόλις ένα χρόνο. Μέχρι την εμφάνιση της ελληνικής κρίσης.

* Ο κ. Βασίλης Παζόπουλος είναι οικονομολόγος, πιστοποιημένος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επενδυτικός σύμβουλος, συγγραφέας του βιβλίου Επενδυτές χωρίς Σύνορα (www.ependytes.com).

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus