Ο Τραμπ και οι «ψευδαισθήσεις» για το διεθνές εμπόριο

Ο αρχιλαϊκιστής πρόεδρος των ΗΠΑ πιστεύει ότι μπορεί να κερδίσει έναν συνολικό πόλεμο κατά της Κίνας, υποχρεώνοντας το Πεκίνο να τονώσει την εσωτερική ζήτηση. Πού μπορεί να κάνει λάθος. Γράφει ο Αθ. Χ. Παπανδρόπουλος.

Ο Τραμπ και οι «ψευδαισθήσεις» για το διεθνές εμπόριο

Το ότι η Κίνα και η Αμερική βρίσκονται σε κατάσταση παγκόσμιου ανταγωνισμού, σε όλα τα επίπεδα, είναι κοινός τόπος. Το ίδιο ισχύει και για τη βούληση των δύο διαφορετικών πολιτικών καθεστώτων να αποφύγουν μια ένοπλη σύγκρουση. Άρα για μια μακρά σχετικά περίοδο, οι δύο υπερδυνάμεις θα ανταγωνίζονται σε πεδία όπως η οικονομία, η καινοτομία, η τεχνητή νοημοσύνη, η προπαγάνδα και η πρόσβαση σε πρώτες ύλες.

Με διαφορετικά λόγια, ΗΠΑ και Κίνα θα επιδιώκουν να έχουν τα περισσότερα δυνατά οφέλη από την παγκοσμιοποίηση με το χαμηλότερο κόστος. Και από την άποψη αυτή, θα πρέπει να τονιστεί ότι η Κίνα μπαίνει στην παγκόσμια αγορά με σοβαρά μειονεκτήματα έναντι της Αμερικής, τα οποία προσπαθεί να καλύψει και υπερκεράσει, όχι πάντα με θεμιτά μέσα.

Κατά τον καθηγητή Χρηματοοικονομικής Νικήτα Πιττή, συναφείς με τη διαμάχη σχετικά με τα οφέλη και το κόστος της παγκοσμιοποίησης είναι και ο πρόσφατος εμπορικός πόλεμος μεταξύ Αμερικής και Κίνας.

Φαινομενικά, η αιτία που προτάσσεται ως κυρίαρχη για τον εμπορικό πόλεμο είναι το συνεχώς διευρυνόμενο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο της Αμερικής έναντι της Κίνας. Συγκεκριμένα, οι αμερικανικές εισαγωγές από την Κίνα ανέρχονται στα 540 δισ. δολάρια ενώ οι αντίστοιχες εξαγωγές είναι μόνο 120 δισ. δολάρια. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα σημαντικό μέρος αυτών των εισαγωγών αφορά σε προϊόντα, όπως υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, υποδήματα κ.λπ., τα οποία παράγονται στην Κίνα από αμερικανικές εταιρείες. Το επί σειρά ετών εμπορικό πλεόνασμα της Kίνας συσσωρεύεται με τη μορφή εξωτερικού χρέους της Αμερικής έναντι των Κινέζων. Στο τέλος του 2018, το αμερικανικό χρέος προς την Κίνα άγγιζε το 1,12 τρισ. δολάρια.

Τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι το εμπορικό πρόβλημα της Αμερικής έναντι της Κίνας δεν είναι πρόσφατο. Επί σειρά ετών η Αμερική και η Κίνα είχαν υιοθετήσει μια «σιωπηρή συμφωνία», σύμφωνα με την οποία η Κίνα θα δανείζει την Αμερική, προκειμένου η τελευταία να αγοράζει τα προϊόντα της.

Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, τι προκάλεσε την κατάρρευση αυτής της συμφωνίας; Γιατί μόλις τώρα ανακάλυψε η Αμερική το εμπορικό πρόβλημά της με την Κίνα και αντέδρασε με τέτοια σφοδρότητα; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει δύο σκέλη;

(i) Καταλύτης στην αναγωγή του εμπορικού προβλήματος σε εμπορικό πόλεμο ήταν η εκλογή του προέδρου Trump. Στο παρελθόν, και άλλες αμερικανικές κυβερνήσεις (σχεδόν όλες) εξέφραζαν παράπονα τόσο στην ίδια την Κίνα όσο και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, σχετικά με αθέμιτες πρακτικές που εφάρμοζε αυτή η χώρα στην προώθηση των εξαγωγών της (όπως για παράδειγμα την επί χρόνια τεχνητή υποτίμηση του κινεζικού νομίσματος). Ο πρόεδρος Trump θεώρησε ότι η διπλωματική οδός δεν φέρνει αποτελέσματα και προχώρησε σε πιο «πειστικά» μέτρα, όπως η επιβολή δασμών στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων.

(ii) Πίσω από τον εμπορικό πόλεμο μεταξύ των δύο χωρών υποκρύπτεται μια άλλη, σοβαρότερη ίσως πηγή τριβής μεταξύ τους, που είναι αυτή της κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας, ήτοι υψηλής τεχνολογίας. Στο επίπεδο αυτό είναι γεγονός ότι οι Κινέζοι διαθέτουν άψογες υπηρεσίες αλλά και καλοπληρωμένους πράκτορες για τη συλλογή πληροφοριών τεχνολογικών και άλλων τινών.

Κατά συνέπεια, η επιβολή δασμών στις κινεζικές εισαγωγές δεν αποτελεί για την Αμερική απλώς ένα εργαλείο πολιτικής για τη μείωση του εμπορικού της ελλείμματος, αλλά ένα ισχυρό όπλο εξαναγκασμού της κινεζικής κυβέρνησης να εγκαταλείψει την πολιτική κλοπής αμερικανικής τεχνολογίας. Αυτό το σημείο τριβής είναι ιδιαιτέρως σύνθετο και ως εκ τούτου δύσκολο να επιλυθεί.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε κάποιος να θέσει το ερώτημα: «Έχει ανάγκη η Κίνα να κλέβει ξένη τεχνολογία; Δεν έχει φτάσει ήδη η ίδια σε ένα σημείο τεχνολογικής επάρκειας, τέτοιο που να την καθιστά ηγέτη και όχι ουραγό στην παραγωγή νέας τεχνολογίας;».

Είναι γεγονός ότι η Κίνα έχει κάνει τεράστια βήματα στον τεχνολογικό τομέα. Πλην όμως, στην τεχνολογία αιχμής, όπως η τεχνητή νοημοσύνη (Artificial Intelligence), τα δεδομένα μεγάλου όγκου (Big Data) και οι κβαντικοί υπολογιστές (Quantum Computing), η Αμερική διατηρεί ένα σημαντικό προβάδισμα. Στρατηγικός στόχος της Κίνας είναι να καλύψει αυτό το τεχνολογικό κενό όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Οι κινεζικές Αρχές γνωρίζουν καλά ότι όσο η Αμερική διατηρεί τo τεχνολογικό προβάδισμα θα διατηρεί και ένα σημαντικό πλεονέκτημα τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο. Εξ αυτού του λόγου, ο πρόεδρος Xi έχει επανειλημμένα διακηρύξει σε όλους τους τόνους (ενίοτε το αναγάγει σε θέμα εθνικής ασφάλειας) ότι οι επενδύσεις στο εσωτερικό της χώρας πρέπει πλέον να στραφούν σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και να απομακρυνθούν από την παραδοσιακή βιομηχανία. Αυτή η αλλαγή πολιτικής εντάσσεται μέσα σε μια ευρύτερη προσπάθεια της κινεζικής οικονομίας «να γυρίσει σελίδα» και να μετατραπεί από μια οικονομία που στηρίζεται στις επενδύσεις σε παραδοσιακούς τομείς (π.χ. υποδομή) και στις εξαγωγές, σε μια νέα οικονομία θεμελιωμένη στις επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες και την εγχώρια ιδιωτική κατανάλωση. Το μεγάλο στοίχημα της Κίνας (και εν πολλοίς και του υπόλοιπου κόσμου) είναι το κατά πόσον η μετάβαση από το ένα παραγωγικό μοντέλο στο άλλο μπορεί να γίνει ομαλά, με αναταράξεις, ή καθόλου.

Αυτό είναι σήμερα το χαρτί που «παίζει» ο Ντόναλντ Τραμπ και σε επόμενο άρθρο μας θα διερευνήσουμε αν μπορεί να κερδίσει αυτό που θέλει.

Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος ath.papandropoulos@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v