Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Κρίσιμος παράγοντας ο έλεγχος του πληθωρισμού

Η ”σωτηρία” της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο στην επίτευξη υψηλού μη πληθωριστικού ρυθμού ανάπτυξης -προκειμένου να πραγματοποιηθεί η πραγματική σύγκλιση και, ταυτόχρονα, να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της παραγωγής, επισημαίνει ο Αντώνης Κεφαλάς.

Κρίσιμος παράγοντας ο έλεγχος του πληθωρισμού
του Αντώνη Κεφαλά *

Παρά την εξαιρετικά διπλωματική γλώσσα της η έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για την Ελλάδα -που συμπεριλαμβάνεται στην εξαμηνιαία έκθεση για την παγκόσμια οικονομία- είναι κάθε άλλο παρά ευνοϊκή. Ούτε λίγο ούτε πολύ, οι τεχνοκράτες επισημαίνουν τα ακόλουθα βασικά και κρίσιμα σημεία: την πορεία του πληθωρισμού, την αδυναμία της δημοσιονομικής πολιτικής και την έλλειψη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Με αναφορά στον πληθωρισμό, ο οποίος και αποτελεί ένα από τα πλέον κεντρικά σημεία της έκθεσης, επισημαίνονται τα ακόλουθα στοιχεία:

1. Η διαφορά πληθωρισμού ανάμεσα στην ελληνική και την ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει πάντα αρνητική και πάντα σταθερή, εις βάρος της χώρας μας. Ειδικότερα, μάλιστα, στην περίοδο από τα τέλη του 2001 η διαφορά αυτή έχει αυξηθεί, καθώς ο ελληνικός πληθωρισμός τρέχει πιο γρήγορα από τον ευρωπαϊκό της ζώνης του ευρώ.

2. Η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής -με πτώση των επιτοκίων και άνοδο των πιστώσεων ιδιαίτερα προς τον ιδιωτικό τομέα φέρει μέρος της ευθύνης για την εξέλιξη αυτή.

3. Παράλληλα, όμως, η έλλειψη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ιδιαίτερα στην αγορά εργασίας, συνεισφέρει στη διατήρηση του υψηλού ρυθμού του ”σκληρού πυρήνα” του πληθωρισμού, που αποκαλείται δομικός πληθωρισμός ή core inflation.

Το ανησυχητικό φαινόμενο που παρατηρείται εδώ και που δεν αναφέρεται στην έκθεση είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού πληθωρισμού εξηγείται από την άνοδο των τιμών στον ”σκληρό πυρήνα”. Σ’ εκείνο, δηλαδή, το μέρος των πληθωριστικών πιέσεων που δύσκολα ελέγχονται και εξίσου δύσκολα αλλάζουν.

Στην περίοδο από το πρώτο τρίμηνο του 1999 μέχρι το τέλος του δευτέρου τριμήνου του 2000, ο ”σκληρός πυρήνας” του πληθωρισμού είτε έπεφτε είτε παρέμενε σε μεγάλη απόσταση από τον ρυθμό ανόδου των τελικών τιμών καταναλωτή.

Αυτή ήταν μία ευνοϊκή εξέλιξη, η οποία δημιούργησε την αισιοδοξία ότι, ίσως, επιτέλους είχαμε καταφέρει και στην Ελλάδα να θέσουμε υπό έλεγχο τον πληθωρισμό. Οι εξελίξεις από το τρίτο τρίμηνο του 2000 και όλο το 2001 μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2002, δείχνουν το αντίθετο. Συγκεκριμένα, ο δομικός πληθωρισμός επιταχύνεται, ενώ ο συνολικός παρασύρεται προς τα επάνω από τον ”σκληρό πυρήνα”.

Κατά την έκθεση ο μοναδικός παράγων που απαλύνει τις πληθωριστικές πιέσεις είναι η χαλαρότητα που επικρατεί στην αγορά εργασίας, μέσω της επίπτωσης που έχει η χαμηλή ζήτηση για εργασία στο διαθέσιμο εισόδημα. Αλλά, ακόμη κι αυτός ο παράγων αντισταθμίζεται από δύο άλλους: έναν που αναφέρει η έκθεση και έναν που αποσιωπά.

Ο πρώτος είναι η πίεση που ασκείται στις τιμές από άλλους τομείς της οικονομίας -προφανώς μέσω της ανόδου της αποτελεσματικής ζήτησης που με τη σειρά της στηρίζεται επίσης σε δύο παράγοντες. Ο ένας είναι η χαλαρή δημοσιονομική πολιτική και ο δεύτερος η άνοδος των ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων. Ούτε αυτοί οι δύο τελευταίοι παράγοντες αναφέρονται στην έκθεση.

Ο δεύτερος παράγων που ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις είναι η έλλειψη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με έμφαση στις ακαμψίες της αγοράς εργασίας. Ακαμψίες που εμποδίζουν τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, καθώς οι επιχειρηματίες στρέφονται σε επενδύσεις έντασης κεφαλαίου. Με τα πραγματικά βραχυχρόνια επιτόκια αρνητικά και με τα πραγματικά επιχειρηματικά (επενδύσεις κεφάλαιο κίνησης) στο επίπεδο του 4%-5%, είναι σαφές ότι καμία εταιρεία δεν θα επιλέξει επένδυση έντασης εργασίας.

Το ύψος των πραγματικών αμοιβών, η ουσιαστική αδυναμία να γίνονται απολύσεις κατά το δοκούν της επιχείρησης, η ανάμιξη των συνδικάτων, το μέγεθος των εργοδοτικών εισφορών σε συνδυασμό με την κρατική (βλέπε ΙΚΑ) προκατάληψη υπέρ των εργαζομένων ακόμη κι όταν έχουν άδικο και η χαλαρή νομισματική πολιτική που υποχρεωτικά ασκείται λόγω ευρώ, όλα οδηγούν σε μία κατάσταση όπου η πρωτοκαθεδρία των συνδικάτων ενισχύεται και εμποδίζεται έτσι η προσαρμογή των αμοιβών στις πραγματικές συνθήκες της οικονομίας.

Ως προς την προοπτική του πληθωρισμού, η έκθεση εκφράζει την ανησυχία ότι αυτός θα ενταθεί το 2002-2003 κάτω από την πίεση του υψηλού ρυθμού ανάπτυξης που θα έχει η οικονομία.

Τι σημαίνουν τώρα οι εκτιμήσεις και οι προοπτικές αυτές για το Χρηματιστήριο; Ουσιαστικά, ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε καμία ανακούφιση από την πλευρά της μακροοικονομίας. Αν, π.χ. οι πληθωριστικές πιέσεις συνεχιστούν και ενταθούν, η ελληνική παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών θα υποφέρει από πλευράς ανταγωνιστικότητας κι αυτό αναπόφευκτα θα επηρεάσει αρνητικά τις πωλήσεις και τα κέρδη των εταιρειών. Η τελική επίπτωση θα είναι πλέον στην τιμή της μετοχής, που θα υποστεί καθοδική πίεση.

* Αναδημοσίευση από το κείμενο ανάλυσης του Αντώνη Κεφαλά στο φύλλο του ”Μετόχου” που κυκλοφόρησε στις 02/05/02.


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο