Λεπτές ισορροπίες στο τρίγωνο Μέρκελ-Μακρόν-Τραμπ

Το Βερολίνο επιζητεί λύση στο θέμα των δασμών, ενώ το Παρίσι θέλει να εκμεταλλευτεί το Brexit για να αναλάβει ρόλο «διαμεσολαβητή» μεταξύ ΗΠΑ-ΕΕ. Τα μέτωπα με Ιράν-Συρία και οι σχέσεις με Ρωσία.

Λεπτές ισορροπίες στο τρίγωνο Μέρκελ-Μακρόν-Τραμπ

Οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας μεταβαίνουν στην Ουάσινγκτον προκειμένου να έχουν επαφές με τον ηγέτη της Αμερικής. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν συναντάται σήμερα με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ενώ τρεις ημέρες αργότερα τον Λευκό Οίκο θα επισκεφθεί η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ.

Οι Μακρόν και Μέρκελ αναμένεται να συζητήσουν με τον κ. Τραμπ θέματα που αφορούν το εμπόριο, τη Συρία, το Ιράν και τη Ρωσία. Ως επικεφαλής των δύο μεγαλύτερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενδιαφέρονται να βελτιώσουν τις σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, όμως Μακρόν και Μέρκελ δεν ευθυγραμμίζονται σε αρκετά θέματα, κάτι που θα καταστήσει δύσκολο το να παρουσιάσουν ένα ενιαίο μέτωπο.

Επιπλέον, ο κ. Μακρόν βλέπει μια ευκαιρία να θέσει τη Γαλλία ως τον βασικό ενδιάμεσο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η κ. Μέρκελ πιθανότατα θα τύχει μιας ψυχρότερης υποδοχής.

Αποθαρρύνοντας τις εξαγωγές

Το εμπόριο είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που προκαλούν προστριβές μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ. Λίγο αφότου ανέλαβε την εξουσία το 2017, η κυβέρνηση Τραμπ ανέφερε το μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας ως παράδειγμα αυτού που περιέγραφε ως άδικες εμπορικές σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ. Αν και η αμερικανική κυβέρνηση έχει κατεβάσει τους τόνους στις επικρίσεις της τους τελευταίους μήνες, ωστόσο το Βερολίνο εξακολουθεί να ανησυχεί. Άλλωστε, η εξαρτώμενη από τις εξαγωγές οικονομία της Γερμανίας έχει πολλά να χάσει σε μια εμπορική διαμάχη με τις ΗΠΑ, τον βασικό προορισμό των εξαγωγών της. Η Γερμανία είναι επίσης ο μεγαλύτερος εξαγωγέας χάλυβα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, άρα το Βερολίνο θέλει το εμπορικό μπλοκ να εξαιρεθεί μόνιμα από τις πρόσφατες αυξήσεις των ΗΠΑ στους δασμούς χάλυβα και αλουμινίου (μέχρι στιγμής, η εξαίρεση είναι μόνο προσωρινή).

Αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν προειδοποιήσει πως χωρίς μια μόνιμη εξαίρεση της ΕΕ από τους δασμούς χάλυβα και αλουμινίου, το μπλοκ θα εισαγάγει δασμούς-αντίποινα ύψους περίπου 3,5 δισ. δολαρίων ετησίως. Αυτές οι χρεώσεις θα στοχεύουν αμερικανικές εξαγωγές όπως αγροτικά προϊόντα, ενδύματα και μοτοσικλέτες. Όμως η Γερμανία θέλει να αποφύγει αυτό το σενάριο, φοβούμενη πως μια τέτοια διαμάχη θα μπορούσε να κλιμακωθεί και να μοιάσει με αυτήν που αντιμετωπίζουν αυτή τη στιγμή οι ΗΠΑ και η Κίνα. Ακόμα και αν μια διαμάχη αναφορικά με τους αμερικανικούς δασμούς παραπεμφθεί στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, κάτι που απειλεί να κάνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Βερολίνο γνωρίζει πως θα χρειάζονταν χρόνια για να επιλυθεί.

Έτσι, η στρατηγική του Βερολίνου είναι να επιδιώξει μια λύση με τις ΗΠΑ. Η Γερμανία έχει δείξει προθυμία να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ στο θέμα της πάταξης της υπερπαραγωγής επιδοτούμενου χάλυβα από την Κίνα, αλλά και στη μείωση των ευρωπαϊκών δασμών σε αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα, περιλαμβανομένων των αυτοκινήτων και του μηχανολογικού εξοπλισμού. Η γερμανική κυβέρνηση είναι επίσης πρόθυμη να πάει πέραν του εμπορίου και έχει κάνει κινήσεις σε άλλους τομείς. Για παράδειγμα, το Βερολίνο εμφανίζεται όλο και πιο επιφυλακτικό ως προς το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο φορολογούνται οι ψηφιακές εταιρείες. Αυτή η αλλαγή θα μπορούσε να επηρεάσει τεχνολογικούς κολοσσούς των ΗΠΑ όπως η Google, η Amazon, η Facebook και η Apple. Αν και η Γερμανία ήταν από τις πρώτες χώρες που προώθησαν τη μεταρρύθμιση, τώρα φαίνεται πρόθυμη να αποσύρει αυτή τη στήριξη, ως κίνηση καλής θέλησης προς την αμερικανική κυβέρνηση. Χωρίς τη στήριξη της Γερμανίας, το σχέδιο πιθανότατα θα εγκαταλειπόταν.

Όμως η στρατηγική της Γερμανίας έχει όρια. Κατ’ αρχάς, το Βερολίνο δεν μπορεί από μόνο του να αποφασίσει την εμπορική πολιτική της ΕΕ. Οι όποιες αλλαγές στους δασμούς της ΕΕ θα απαιτήσουν την έγκριση και των 28 μελών του μπλοκ. Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ είναι απίθανο να αποδεχθούν μια περιορισμένη εμπορική συμφωνία που δεν περιλαμβάνει θέματα όπως ένας μηχανισμός για τον διακανονισμό διαφορών μεταξύ επενδυτών-κρατών. (Αυτό ήταν ένα σημαντικό σημείο προστριβής κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ-ΕΕ για την ετοιμοθάνατη συμφωνία TTIP). Ακόμα και αν η Γερμανία κατάφερνε να «σκοτώσει» το θέμα της ευρωπαϊκής φορολόγησης των τεχνολογικών κολοσσών, αυτό θα ήταν μια συμβολική κίνηση και δεν θα ήταν αρκετή για να κατευνάσει τον Τραμπ.  

Περισσότερα χρήματα για τον στρατό

Οι ΗΠΑ και η Γερμανία έχουν επίσης συγκρουστεί αναφορικά με τις στρατιωτικές δαπάνες. Οι δαπάνες της Γερμανίας για τις ένοπλες δυνάμεις της, που ανέρχονται σε 1,2% του ΑΕΠ, είναι σημαντικά χαμηλότερες από τον στόχο του 2% του ΝΑΤΟ. Ο Λευκός Οίκος έχει επανειλημμένως ζητήσει από το Βερολίνο να αυξήσει τον αμυντικό του προϋπολογισμό, όμως το θέμα είναι αμφιλεγόμενο στη Γερμανία, η οποία για ιστορικούς λόγους διστάζει να χρησιμοποιήσει τον στρατό και τείνει να επικεντρώνεται πρωτίστως στη διπλωματία.

Αυτό σηματοδοτεί μια βαθιά αντίθεση με τη Γαλλία. Το Παρίσι είναι σημαντικά ικανότερο και πιο πρόθυμο από το Βερολίνο να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ στο εξωτερικό. Όχι μόνο είναι πιο κοντά στον στόχο του ΝΑΤΟ οι δαπάνες της Γαλλίας (στο 1,8% του ΑΕΠ) απ’ ό,τι είναι της Γερμανίας, αλλά το Παρίσι θεωρεί και τη στρατιωτική παρουσία του στο εξωτερικό ως πυλώνα της εξωτερικής του πολιτικής. Αυτή η διαφορά ήταν εμφανής κατά τη διάρκεια της πρόσφατης τιμωρητικής επίθεσης κατά της κυβέρνησης της Συρίας. Αν και η Γαλλία συντάχθηκε με τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο για την πυραυλική επίθεση κατά της κυβέρνησης του προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ, η Γερμανία βρέθηκε στην αμήχανη θέση να στηρίζει τις επιθέσεις χωρίς να συμμετέχει σ’ αυτές. Σε αυτό το πλαίσιο, η Συρία πιθανότατα θα αποτελέσει ένα από τα βασικά θέματα κατά τη διάρκεια των επισκέψεων του κ. Μακρόν και της κ. Μέρκελ. Η Γερμανίδα ηγέτις είναι πιθανό να προσφερθεί να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος μεταξύ της Ρωσίας και των ΗΠΑ στη μεταξύ τους διαμάχη, ενώ ο Γάλλος πρόεδρος πιθανόν θα ζητήσει από τον κ. Τραμπ να συνεχίσει να συμμετέχει στον εμφύλιο πόλεμο.

Όμως η Γαλλία έχει αιτήματα από τις ΗΠΑ που υπερβαίνουν τον πόλεμο στη Συρία. Ο κ. Μακρόν θέλει τη συνεχιζόμενη συνεργασία των ΗΠΑ στη μάχη της Γαλλίας κατά τρομοκρατικών οργανώσεων στη ζώνη του Σαχέλ στην Αφρική. Οι ΗΠΑ ήδη παρέχουν στήριξη στη Γαλλία σε επίπεδο οικονομικό, logistics και πληροφοριών στην περιοχή και το Παρίσι θέλει να διασφαλίσει πως αυτό θα συνεχιστεί. Η Γαλλία ήδη εμπλέκεται σε διάφορα μέτωπα στην Αφρική και αλλού, άρα η συνεργασία των συμμάχων της παραμένει ουσιώδης.

Οι κυρώσεις στη Ρωσία και η πυρηνική συμφωνία του Ιράν

Η Ρωσία και το Ιράν είναι επίσης πιθανό να βρίσκονται στην ατζέντα για τον κ. Μακρόν, την κ. Μέρκελ και τον κ. Τραμπ. Οι ΗΠΑ πρόσφατα επέβαλαν έναν νέο γύρο κυρώσεων στη Ρωσία, στοχεύοντας ρωσικές οντότητες και μεμονωμένα άτομα και απαγορεύοντας σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ από το να συναλλάσσονται μαζί τους. Αυτός ο περιορισμός θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις ευρωπαϊκές εταιρείες. Δεδομένου ότι οι γερμανικές εταιρείες έχουν μεγάλη δραστηριότητα στη Ρωσία, η κ. Μέρκελ θα μπορούσε να ζητήσει από τον κ. Τραμπ εξαίρεση, ή τουλάχιστον άμβλυνση, των κυρώσεων. Οι γερμανικές επιχειρηματικές ομάδες πίεσης έχουν ήδη ζητήσει προστασία από το Βερολίνο έναντι των αμερικανικών μέτρων.

Το μέλλον της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 με το Ιράν επίσης ίσως αποτελέσει σημείο τριβής. Η Γερμανία και η Γαλλία, αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο, αγωνίζονται να κατευνάσουν τη δυσαρέσκεια των ΗΠΑ με τη συμφωνία, διατηρώντας την ταυτόχρονα «ζωντανή». Ως χειρονομία προς τις ΗΠΑ, έχουν προτείνει την εισαγωγή ενός νέου γύρου κυρώσεων κατά των δοκιμών βαλλιστικών πυραύλων και των περιφερειακών ενεργειών του Ιράν. Θέλουν οι κυρώσεις να τεθούν σε ισχύ πριν από τις 12 Μαΐου, την ημέρα που ο κ. Τραμπ έχει απειλήσει πως θα άρει την εξαίρεση από της κυρώσεις, που αποτελούν βασικό σημείο της συμφωνίας.

Όμως το Βερολίνο, το Παρίσι και το Λονδίνο έχουν δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι πως η Ιταλία και άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ είναι απρόθυμα να επιβάλουν νέες κυρώσεις χωρίς εγγυήσεις από τις ΗΠΑ πως η πυρηνική συμφωνία θα διατηρηθεί. Το δεύτερο είναι πως οι ΗΠΑ έχουν επικρίνει τις ρήτρες που επιτρέπουν κάποιοι περιορισμοί του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος να αρχίσουν να λήγουν μετά το 2025. Οι Ευρωπαίοι πιστεύουν πως θα είναι δύσκολο να αλλάξουν αυτές οι ρήτρες, χωρίς να «σκοτώσουν» τη συμφωνία. Ως αποτέλεσμα, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του κ. Μακρόν, της κ. Μέρκελ και του κ. Τραμπ θα είναι κρίσιμης σημασίας για το μέλλον της συμφωνίας και για τη θέση αρκετών κρατών-μελών της ΕΕ για τις νέες κυρώσεις.

Οι γαλλικές φιλοδοξίες

Αν και το σημερινό παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον μπορεί να είναι γεμάτο προκλήσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο παράλληλα δημιουργεί στρατηγικές ευκαιρίες για τη Γαλλία. Κατ’ αρχάς, η έξοδος της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση ανοίγει την πόρτα για μια βαθύτερη στρατιωτική ενοποίηση της ΕΕ, κάτι που αποτελεί από καιρό στόχο της Γαλλίας. Το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν απρόθυμο να στηρίξει τα όποια σχέδια της ΕΕ που θα μπορούσαν να τρέξουν παράλληλα με το ΝΑΤΟ, όμως με το Brexit, το Παρίσι έχει τώρα την ευκαιρία να προωθήσει την ατζέντα του. Αυτό εξηγεί τις πιέσεις του για εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων του μπλοκ μέσω της Μόνιμης Δομημένης Συνεργασίας (PESCO). Από την οπτική της Γαλλίας, αυτός είναι ένας τρόπος ώστε να ενισχυθούν οι στρατιωτικές ικανότητες της Γερμανίας εντός ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού πλαισίου.

Και ασχέτως του Brexit, το Παρίσι ενδιαφέρεται επίσης να διατηρήσει μια στενή συνεργασία με το Λονδίνο. Τον Ιανουάριο, ο κ. Μακρόν και η πρωθυπουργός της Βρετανίας κ. Τερέζα Μέι συμφώνησαν να συνεχίσουν να συνεργάζονται για την παγκόσμια ασφάλεια, τη μετανάστευση και την αντιτρομοκρατία. Είπαν πως η γαλλοβρετανική στρατιωτική δύναμη Combined Joint Expeditionary Force θα είναι πλήρως λειτουργική μέχρι το 2020. Η Γαλλία θέλει επίσης η Βρετανία να συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Παρέμβασης, ένα πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας που επιδιώκει να βελτιώσει τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και τον συντονισμό στρατιωτικών αποστολών μεταξύ των κρατών-μελών.

Το Brexit ανοίγει επίσης την πόρτα στη Γαλλία να καταστεί ο βασικός ενδιάμεσος μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για δεκαετίες, το Ηνωμένο Βασίλειο χρησιμοποιούσε τη στρατηγική συμμαχία του με τις ΗΠΑ και τη συμμετοχή του στην ΕΕ προκειμένου να ενεργεί ως «γέφυρα». Τώρα η Γαλλία ενδιαφέρεται να πάρει τη θέση της Βρετανίας. Από την άποψη της Γαλλίας, αυτή η σχέση θα ενίσχυε τη διπλωματική της θέση και θα της έδινε μεγαλύτερο λόγο στις παγκόσμιες υποθέσεις. Οι ψυχρές σχέσεις μεταξύ της κ. Μέρκελ και της κυβέρνησης Τραμπ -συγκριτικά με την περίοδο της διακυβέρνησης του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα όπου ο Λευκός Οίκος διατηρούσε στενές σχέσεις με το Βερολίνο- μεγεθύνουν αυτή την ευκαιρία.

Το Παρίσι βλέπει τις επικρίσεις του κ. Τραμπ για το ΝΑΤΟ και τη ρητορική απομονωτισμού και προστατευτισμού του ως μια ευκαιρία να σημειώσει πρόοδο στον από καιρό επιδιωκόμενο στόχο της ενίσχυσης της πολιτικής και στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης. Το συγκρουσιακό στυλ εξωτερικής πολιτικής του κ. Τραμπ, τα προβλήματα της Βρετανίας με το Brexit και οι περιορισμοί του Βερολίνου στην εξωτερική πολιτική, δίνουν επίσης τη δυνατότητα στη Γαλλία να ενισχύσει τη διπλωματική της επιρροή στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, οι ΗΠΑ και η Γαλλία δεν είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένες. Θέματα όπως η Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή (από την οποία έχουν αποσυρθεί οι ΗΠΑ) εξακολουθούν να προκαλούν τριβές μεταξύ των δύο χωρών. Ομως το περασμένο έτος η Γαλλία έχει εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που δημιουργεί η κυβέρνηση Τραμπ, ενώ παρόμοια παράθυρα ευκαιρίας πιθανότατα θα συνεχίσουν να ανοίγουν τους επόμενους μήνες.

Στο μεταξύ, η προσοχή της Γερμανίας είναι κυρίως στραμμένη στο να προσπαθεί να αποτρέψει οι εμπορικές προστριβές της με τις ΗΠΑ να δημιουργήσουν πρόβλημα στην οικονομία της.

 

Άννα Φαλτάιτς anna@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus