Από ιδρύσεώς του πριν από σχεδόν οκτώ δεκαετίες, το ΝΑΤΟ, η τρομερότερη στρατιωτική συμμαχία του κόσμου, βασίζεται σε ένα τρικ που προσφέρει σιγουριά –μια υπόθεση πως κάθε μέλος, και πάνω απ’ όλα το πρωταρχικό του, οι ΗΠΑ, θα υπερασπιστεί οποιονδήποτε σύμμαχο δέχεται επίθεση.Αυτή η σιγουριά είχε ήδη πληγωθεί σοβαρά από την επανειλημμένη αμφισβήτηση της χρησιμότητας του ΝΑΤΟ από τον Ντόναλντ Τραμπ και την αποποίηση των υποχρεώσεων αμοιβαίας άμυνας της Αμερικής. Αυτόν τον μήνα καταστράφηκε από τις απειλές του Τραμπ να καταλάβει τη Γροιλανδία από τη Δανία, έναν στενό εταίρο του ΝΑΤΟ.
Είναι μια σεισμική αλλαγή που θα αναγκάσει τους εγκαταλελειμμένους συμμάχους της Αμερικής να ξανασκεφτούν απρόθυμα πώς θα οργανώσουν την ασφάλειά τους.
«Αυτή η κρίση είναι πολύ χειρότερη απ’ ό,τι έχουμε δει στα 77 χρόνια της ιστορίας του ΝΑΤΟ και με πολλούς τρόπους, από την 7η Δεκεμβρίου του 1941, όταν οι ΗΠΑ επισημοποίησαν την ιδέα πως η ασφάλεια της Ευρώπης είναι θεμελιώδης για την ασφάλεια των ΗΠΑ», λέει ο Ivo Daalder, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ. «Αυτή η ιδέα που επισημοποιήθηκε υπό μορφή συνθήκης το 1949 πάει. Τελείωσε.».
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, ενώ ανακουφίστηκαν που ο Τραμπ έκανε πίσω από τις απειλές του κατά της Δανίας και των Ευρωπαίων εταίρων, θα δυσκολευτούν να ξεχάσουν αυτό που θα αποτελούσε θανάσιμο πλήγμα σε έναν Οργανισμό που τους έχει κρατήσει ασφαλείς για γενιές και έχει βοηθήσει να υποστηριχθεί η παγκόσμια τάξη που βασίζεται στους κανόνες.
«Τώρα έχουμε μια κρίση. Είναι προφανές» δήλωσε ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ σε σύνοδο στις Βρυξέλλες την περασμένη εβδομάδα.
Η Rachel Ellehuus, επικεφαλής του Royal United Service Institute στο Λονδίνο και πρώην αξιωματούχος του ΝΑΤΟ και του Πενταγώνου, λέει πως «η ζημιά έχει γίνει, και η αβεβαιότητα για την αξιοπιστία της δέσμευσης των ΗΠΑ είναι πλέον υπόγειο ρεύμα στις διατλαντικές σχέσεις». Προσθέτει πως «[ο Τραμπ] είναι υπερβολικά αλλοπρόσαλλος και η αντίσταση από το εσωτερικό των ΗΠΑ είναι υπερβολικά ανακόλουθη».
Ενώ αυτό εξακολουθεί να αποτελεί ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα για τα περισσότερα μέλη του ΝΑΤΟ, ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν αρχίσει να πιέζουν για μια πιο ενεργή συζήτηση αναφορικά με την αρχιτεκτονική ασφάλειας για την ήπειρο.
«Χρειάζεται να έχουμε μια ξεκάθαρη στρατηγική για το πώς αντικαθιστούμε, από υλικής απόψεως, όλες εκείνες τις [αμερικανικές] δυνατότητες, αυτό που αποκαλούν υλική αμυντική ετοιμότητα», δηλώνει στους FT ο Andrius Kubilius, επίτροπος Άμυνας της ΕΕ.
«Αλλά επίσης θα χρειαστεί να συζητήσουμε όλο και περισσότερο… την κατανόησή μας για την θεσμική αμυντική ετοιμότητα. Αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε ευρωπαϊκό πυλώνα του ΝΑΤΟ. Αυτές οι συζητήσεις θα πρέπει επίσης να γίνουν όλο και πιο εντατικές. Είναι η κατάλληλη στιγμή τώρα. Αυτό είναι που χρειάζεται να κάνουμε».
Πριν τις τελευταίες απειλές του Τραμπ για τη Γροιλανδία, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις μόλις άρχιζαν να ασχολούνται με τις επιπτώσεις μιας κυβέρνησης Τραμπ που απομάκρυνε το βάρος της ασφάλειας της ηπείρου από την Αμερική.
Έχοντας υποεπενδύσει για την ασφάλειά τους επί δεκαετίες, ήλπιζαν πως μια δέσμευση από όλα τα μέλη της συμμαχίας πέρυσι για δαπάνες 5% του ΑΕΠ μέχρι το 2035 για την άμυνα και την ασφάλεια θα τους αγόραζε κάποιον χρόνο για να επανεξοπλιστούν και για να αντικαταστήσουν ορισμένα από τα κρίσιμα στρατιωτικά assets στα οποία βασίζονταν στην Αμερική για να τους τα παρέχει.
Ο υπουργός πολέμου των ΗΠΑ Pete Hegseth ζήτησε πέρυσι από τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναλάβουν «πρωτεύουσα ευθύνη για τη συμβατική αποτροπή και άμυνα της Ευρώπης». Η στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή περιέγραφε τη ρωσική απειλή στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ ως «διαχειρίσιμη».
Το Πεντάγωνο, έλεγε, θα «βαθμονομίσει τη στάση των αμερικανικών δυνάμεων και τις δραστηριότητες στο ευρωπαϊκό θέατρο για να συνυπολογίζουν καλύτερα τη ρωσική απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα καθώς και τις δυνατότητες των συμμάχων μας».
Αξιωματούχοι του Πενταγώνου είπαν σε Ευρωπαίους διπλωμάτες πως θέλουν αυτό να συμβεί μέχρι το 2027, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters τον περασμένο μήνα. Αυτό θα συνιστούσε ένα πολύ πιο επιταχυμένο χρονοδιάγραμμα για τους ευρωπαϊκούς στρατούς που θα άφηνε τεράστια κενά στις άμυνές τους, αλλά και πάλι θα αποτελούσε κάποιου είδους μετάβαση.

Ακόμα και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του ρόλου της Αμερικής μεταξύ των αξιωματούχων της Ευρωπαϊκής άμυνας, όμως, λένε πως δεν μπορούν πλέον να εφησυχάζουν αναφορικά με τις αμερικανικές προθέσεις. Την περασμένη εβδομάδα προέκυψε πως οι ένοπλες δυνάμεις του Καναδά έχουν κάνει ακόμα και σχεδιασμούς σεναρίων για μια ενδεχόμενη εισβολή των ΗΠΑ, όσο απίθανη και αν είναι.
Οι ΝΑΤΟϊκοί σύμμαχοι της Αμερικής έχουν περάσει από τον φόβο της αμερικανικής εγκατάλειψης στον φόβο της αμερικανικής εχθρότητας, λέει ο Steven Everts, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών στο Παρίσι.
«Τώρα φαίνεται πως βρισκόμαστε σε μια διαφορετική συζήτηση: εμπιστευόμαστε τις ΗΠΑ να εγγυηθούν τα πάντα; Αυτό είναι ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα επειδή αναγκάζει τον κόσμο να σκεφτεί το αδιανόητο, πως αυτό δεν έχει να κάνει με αλλαγή της συμφωνίας για την ασφάλεια μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης, αλλά ουσιαστικά με το να βρεθεί μόνη η Ευρώπη με μια μερικώς εχθρική Αμερική».
Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν πολύ διαφορετικές στάσεις ως προς το πόσο πολύ και πόσο γρήγορα θα πρέπει να φύγουν από την ομπρέλα ασφάλειας των ΗΠΑ.
Στην πρόσφατη Σύνοδο των Ευρωπαίων Ηγετών, όπου συζητήθηκαν οι διατλαντικές σχέσεις, οι 27 συμφώνησαν επί μιας «συστηματικής μείωσης των εξαρτήσεων από τις ΗΠΑ μεσομακροπρόθεσμα», σύμφωνα με αξιωματούχο της ΕΕ που ενημερώθηκε για την ιδιωτική συζήτηση, αλλά ήταν διχασμένοι ως προς το ποια είναι η σωστή προσέγγιση που θα πρέπει να ακολουθήσουν για τα εναπομείναντα τρία χρόνια του Τραμπ στην εξουσία: σύνδεση ή απομάκρυνση.
Η Βρετανία αντιμετωπίζει ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα, δεδομένων των στενών δεσμών της σε επίπεδο στρατιωτικό και πληροφοριών με την Ουάσιγκτον και της εξάρτησής της από τις ΗΠΑ για τη διατήρηση της πυρηνικής της αποτροπής.
Η επανεξέταση των διακανονισμών ασφάλειας στην Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό ταμπού στους επίσημους κύκλους, υπό τον φόβο μήπως προκαλέσουν τον Τραμπ και φύγει τελείως από το ΝΑΤΟ ή μήπως ενθαρρύνουν τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν να εκμεταλλευτεί τη αντιλαμβανόμενη αδυναμία.
«Βρισκόμαστε στη διαδικασία δημιουργίας ενός ισχυρότερου ΝΑΤΟ απ’ ό,τι έχουμε δει από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου», προσπάθησε να επιχειρηματολογήσει στο Νταβός την περασμένη εβδομάδα ο πρόεδρος της Φινλανδίας Alexander Stub, την ώρα που ο Τραμπ κατεδάφιζε τη συμμαχία.
Ακόμα και ο Γάλλος πρόεδρος Emmanuel Macron, με την φημισμένη φράση του το 2019 πως η συμμαχία είναι «εγκεφαλικά νεκρή», προσέχει να μην αμφισβητεί τη σημασία της συμμαχίας για την άμυνα της Ευρώπης.
Εν τουτοις, αν οι ΗΠΑ απεμπλέκονταν από την ευρωπαϊκή άμυνα ή την εγκατέλειπαν, αυτό θα ήγειρε τρομακτικές προκλήσεις για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. «Αν νομίζει κανείς εδώ…πως η Ευρωπαϊκή Ένωση ή η Ευρώπη συνολικά μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτόν της χωρίς τις ΗΠΑ, συνεχίστε να ονειρεύεστε» δήλωσε τη Δευτέρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Mark Rutte.
«Αν πράγματι θέλετε να συνεχίσετε μόνοι, ξεχάστε ότι μπορείτε να φτάσετε εκεί με [αμυντικές δαπάνες] 5%. Θα είναι 10%. Πρέπει να χτίσετε τη δική σας πυρηνική δυνατότητα. Αυτό κοστίζει δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων ευρώ».

Ο Rutte ήταν επίσης καυστικός για τις συζητήσεις επί του λεγόμενου ευρωπαϊκού πυλώνα εντός του ΝΑΤΟ. «Ένας ευρωπαϊκός πυλώνας είναι μια λέξη κενή περιεχομένου» είπε. «Σας εύχομαι καλή τύχη αν θέλετε να το κάνετε… νομίζω πως ο Πούτιν θα το λάτρευε».
Η συνέχιση της εμπλοκής των ΗΠΑ στην Ουκρανία υπήρξε κορυφαία προτεραιότητα για τους ευρωπαίους ηγέτες από τότε που ο Τραμπ επέστρεψε στην εξουσία πριν από έναν χρόνο, ακόμα και με τίμημα την απορρόφηση τιμωρητικών αμερικανικών δασμών στα ευρωπαϊκά προϊόντα το περασμένο καλοκαίρι, χωρίς να υπάρξουν αντίποινα.
Αν οι ΗΠΑ εγκαταλείψουν το Κίεβο, αυτό θα ήταν βαρύ πλήγμα για τον εξουθενωμένο στρατό της Ουκρανίας και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι λένε πως απλώς θα ενθάρρυνε τον Πούτιν να επιδιώξει τον μαξιμαλιστικό του στόχο για υποταγή της Ουκρανίας.
Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένκσι δεν έδειξε μεγάλη σιγουριά για την ικανότητα της Ευρώπης να παρέμβει, σε μια δηκτική ομιλία την περασμένη εβδομάδα στο Νταβός. «Η Ευρώπη αγαπά να συζητά το μέλλον, αλλά αποφεύγει να αναλαμβάνει δράση σήμερα», είπε.
Ωστόσο, οι επιπτώσεις της αμερικανικής εγκατάλειψης δεν θα ήταν τόσο κρίσιμες όσο έμοιαζαν πριν από έναν χρόνο όταν η κυβέρνηση Τραμπ ανέστειλε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα την ανταλλαγή πληροφοριών και τις παραδόσεις όπλων. Άλλοι σύμμαχοι παρενέβησαν με τα δικά τους assets, λένε Ουκρανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.
Ο Macron ισχυρίστηκε αυτόν τον μήνα πως η Γαλλία παρέχει πλέον στην Ουκρανία τα δυο τρίτα των πληροφοριών της. Σύμφωνα με δυτικό αξιωματούχο, η εξάρτηση της Ουκρανίας από αμερικανικές πληροφορίες θα μπορούσε να μειωθεί σε μεγάλο βαθμό εντός μηνών.
Αν και η Ουκρανία εξακολουθεί να χρειάζεται διακαώς όπλα από τα αμερικανικά αποθέματα, ιδιαίτερα για την αεράμυνά της, η στροφή προς τον πόλεμο των drone και η ταχεία επέκταση της εγχώριας παραγωγής όπλων της Ουκρανίας, που τώρα αντιπροσωπεύουν το 60% των αναγκών της, έχουν μειώσει την εξάρτησή της.
Ακόμα και για την αεράμυνα υπάρχουν εναλλακτικές: η Ουκρανία αναμένεται να λάβει τα πρώτα από πολλά νέα γαλλο-ιταλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς SAMP/T NG φέτος και η Γαλλία ισχυρίζεται πως είναι πιο προηγμένα από τα Patriot, αν και δεν έχουν ακόμα δοκιμαστεί στο πεδίο της μάχης.
Αν η υποστήριξη της Ουκρανίας χωρίς την Αμερική είναι ήδη δύσκολη, η υπεράσπιση της ίδιας της Ευρώπης χωρίς τις ΗΠΑ είναι σχεδόν αδύνατη.
Η συμμαχία εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ για κρίσιμης σημασίας δυνατότητες και συγκεκριμένα: πληροφορίες, αναγνώριση και παρακολούθηση· επικοινωνίες μάχης και cloud computing· αεράμυνα· βαρέα μεταγωγικά αεροσκάφη· και αναστολή της εχθρικής αεράμυνας. Τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ στερούνται επίσης πυραύλων ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς σε επαρκής ποσότητες.
Θα έπρεπε επίσης να βολευτούν χωρίς μια αμερικανική δύναμη 128.000 ατόμων που όπως λένε οι αναλυτές θα ανέπτυσσαν τυπικά οι Αμερικάνοι διοικητές σε μια επιχείρηση του ΝΑΤΟ κατά μιας ρωσικής επίθεσης.
Η άμεση αντικατάσταση της αμερικανικής συνεισφοράς θα κόστιζε 1 τρισ. δολάρια, υπολογίζοντας εφάπαξ δαπάνες προμήθειας και έναν κύκλο ζωής 25 ετών για τον εξοπλισμό, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών που περιλαμβάνονται σε περυσινή έκθεση.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για κατασκοπευτικούς δορυφόρους, η κάλυψη του κενού που θα άφηναν οι ΗΠΑ θα μπορούσε να χρειαστεί μια δεκαετία ή και περισσότερο.
Επιπλέον, η αντικατάσταση της αμερικανικής πυρηνικής αποτροπής στην Ευρώπη, είτε με τη διεύρυνση του μεγέθους και του αντικειμένου των βρετανικών και γαλλικών πυρηνικών δυνατοτήτων ή με την ανάπτυξη νέων πλατφορμών, είναι μια ξεχωριστή και επιπλέον πρόκληση τελείως διαφορετικού μεγέθους.
Για τον Carlo Masala, καθηγητή διεθνούς πολιτικής του Bundeswehr University Munich, η πλήρης αντικατάσταση των ΗΠΑ είναι ο λάθος στόχος. «Δεν έχει να κάνει με το να είσαι εξίσου καλός με τις ΗΠΑ, που θα μας πάρει 15 χρόνια ή και περισσότερο. έχει να κάνει απλά με το να είσαι καλύτερος από τους Ρώσους».
Αυτό είναι «τελείως διαφορετικό» και εφικτό σε τρία με τέσσερα χρόνια, προσθέτει ο Masala.
Το ΝΑΤΟ εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ για τον σχεδιασμό, τη διοίκηση και τον έλεγχο. Ο ανώτατος συμμαχικός διοικητής του ΝΑΤΟ, ή SACEUR, είναι πάντα Αμερικάνος αξιωματικός, που ταυτόχρονα είναι υπεύθυνος για τις αμερικανικές δυνάμεις στην Ευρώπη.
Η διοικητική δομή του ΝΑΤΟ, τα σχέδια άμυνας και οι δεσμεύσεις δυνάμεων το καθιστούν κάτι πολύ περισσότερο από ένα αμυντικό σύμφωνο. Είναι, όπως λέει ο Masala, μια «μηχανή διαλειτουργικότητας» και δεν έχει νόημα να προσπαθείς να την αντιγράψεις.
Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί συχνά μιλούν για έναν ευρωπαϊκό πυλώνα του ΝΑΤΟ, αλλά σπανίως λένε τι περιλαμβάνει αυτό. Αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ και αμυντικοί αναλυτές λένε πως θα ήταν καλύτερα να οραματιστούμε έναν εξευρωπαϊσμό του ΝΑΤΟ για συμβατική άμυνα –με σταδιακή υποκατάσταση του προσωπικού και των assets των ΗΠΑ. Αυτό, επίσης, θα ευθυγραμμίζονταν δυνητικά με την ατζέντα της κυβέρνησης Τραμπ για μεταφορά του βάρους.
Ο Matthew Whitaker, πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, προκάλεσε σάλο τον Νοέμβριο όταν είπε πως «προσβλέπει για την ημέρα» που ένας Γερμανός αξιωματικός θα γίνει SACEUR. Ένας Αμερικάνος SACEUR είναι ουσιαστικά ο σύνδεσμος μεταξύ της συμβατικής άμυνας και της αμερικανικής πυρηνικής αποτροπής, άρα η αντικατάστασή του με έναν Ευρωπαίο από μόνο του θα σηματοδοτούσε μια δραματική αλλαγή.
Τι θα γινόταν όμως αν οι ΗΠΑ αποστατούσαν ή παρεμπόδιζαν τη συμμαχία; Ο επίτροπος Kubilius έχει ρίξει την ιδέα για έναν μόνιμο ευρωπαϊκό στρατό 100.000 ανδρών αντί για 27 μέτριες εθνικές δυνάμεις. Αλλά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν υπάρχει μεγάλη όρεξη για επέκταση των ευρωπαϊκών εξουσιών σε αμυντικά ζητήματα.
Ο Macron, που πρωτοστατεί στην προώθηση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, δήλωσε σε συγκέντρωση Γάλλων στρατιωτικών αυτόν τον μήνα πως η ευρωπαϊκή άμυνα θα βασίζονταν στις «κυρίαρχες επιλογές του κάθε κράτους».
Το Παρίσι, αντιθέτως, βλέπει τον «συνασπισμό των προθύμων» -την ομάδα κρατών που συγκεντρώθηκαν υπό γαλλοβρετανική ηγεσία για να βοηθήσουν την Ουκρανία και να ενισχύσουν την μεταπολεμική της ασφάλεια- ως έναν δυνητικό τρόπο οργάνωσης της άμυνας της Ευρώπης.
Ο Macron περιέγραψε τον συνασπισμό αυτόν τον μήνα ως μια «πραγματική επανάσταση στην κοινή στρατηγική, ικανότητα και οργάνωση». Έχει το πλεονέκτημα ότι περιλαμβάνει χώρες εκτός ΕΕ όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Νορβηγία και η Τουρκία που είναι ζωτικής σημασίας για την άμυνα της Ευρώπης.
Οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ θα μπορούσαν επίσης να λειτουργήσουν όλο και περισσότερο μέσω περιφερειακών υπο-ομάδων, όπως η υπό βρετανική ηγεσία Κοινή Εκστρατευτική Δύναμη των χωρών του Βορρά ή οι χώρες της Αρκτικής. Ακόμα και έτσι όμως, η μετατόπιση της συλλογικής άμυνας σε μια τέτοια νέα και ανεπίσημη ομάδα μοιάζει υπερβολική.
Είτε πρόκειται για απεμπλοκή των ΗΠΑ ή για εχθρότητα των ΗΠΑ, η μεγαλύτερη πρόκληση για όλους τους Ευρωπαίους συμμάχους θα είναι η διατήρηση της ενότητας. Υπάρχει ήδη μια αυξανόμενη ένταση μεταξύ των βόρειων και ανατολικών μελών που δαπανούν μεγάλα ποσά για την άμυνά τους, και των πιο περιορισμένων οικονομικά κυβερνήσεων στον νότο και στη δύση.
Ο πειθαναγκασμός του Τραμπ για τη Γροιλανδία θα μπορούσε να γίνει «τοξικός» και για την ΕΕ, λέει ο Everts του EUISS, επειδή θα δοκίμαζε τα όρια της εσωτερικής αλληλεγγύης. Τα μέλη της μπορεί να ενώθηκαν πίσω από τη Δανία την περασμένη εβδομάδα. «Αλλά αν πράγματι καταλήξει στο να πρέπει να επιλέξουν μεταξύ Γροιλανδίας και Ουκρανίας ή Γροιλανδίας και ό,τι έχει απομείνει από την εγγύηση του Άρθρου 5, θα διατηρήσουμε αυτό το επίπεδο ενότητας;»
Ο Stefano Stefranini, πρώην Ιταλός πρέσβης στο ΝΑΤΟ, λέει πως η αμερικανική κυριαρχία της ευρωπαϊκής ασφάλειας μέσω του ΝΑΤΟ έχει παράσχει ένα από τα θεμέλια της περιφερειακής ενοποίησης καθώς αφαιρεί από τους Ευρωπαίους τα διχαστικά ερωτήματα αναφορικά με τη στρατιωτική αντιπαλότητα. «Αν αφαιρέσεις αυτή την παρουσία, η Ευρώπη θα διαλυθεί, όπως και το ΝΑΤΟ».
Τα μέλη του ΝΑΤΟ που είναι πιο συνδεδεμένα με την Αμερική – η Βρετανία με την υποτιθέμενη «ειδική σχέση» της ή οι κυβερνήσεις που ιδεολογικά ευθυγραμμίζονται περισσότερο με τον Τραμπ, όπως η Ιταλία- είναι τα πιο απρόθυμα να δεχθούν την επιχειρηματολογία υπέρ της μεταρρύθμισης. Αν το ΝΑΤΟ καταρρεύσει ή οι ΗΠΑ απεμπλακούν, θα επιδιώξουν διμερείς εγγυήσεις ασφάλειας ή θα επενδύσουν στη συλλογική ευρωπαϊκή ασφάλεια;
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι «διχασμένοι επειδή εξακολουθεί να υπάρχει ελπίδα πως μπορούμε να διαχειριστούμε τις ΗΠΑ, που σημαίνει να μην δαπανούμε ακόμα περισσότερα για την άμυνα από αυτά που ήδη δαπανούμε» λέει ο Masala.
«Διανοητικά μιλώντας, όμως, όλοι γνωρίζουν πως οι καιροί έχουν αλλάξει θεμελιωδώς. Αν δεν θέλεις να βρεθείς μεταξύ μιας επιθετικής περιφερειακής δύναμης, της Ρωσίας, και μιας επιθετικής παγκόσμιας δύναμης, των ΗΠΑ, πρέπει να προετοιμαστείς».
© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation