Η Σύνοδος του Πεκίνου την περασμένη εβδομάδα αναζωπύρωσε τις συζητήσεις περί «αυτοκρατορικού λυκόφωτος» στο οποίο η Αμερική υποτίθεται πως εκχωρεί το στέμμα της υπερδύναμης στην Κίνα. Αλλά σε ένα τουλάχιστον πεδίο –τον χρηματοοικονομικό ανταγωνισμό- ισχύει το αντίθετο. Η Κίνα βρίσκεται σε στασιμότητα, επιτρέποντας στην Αμερική να κυριαρχεί εξ ορισμού.Ποτέ δεν ήταν τόσο μεγάλο το χάσμα της χρηματοοικονομικής ισχύος μεταξύ των δυο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου. Ακολουθήστε τους καταλόγους των αυτοκρατοριών από τις ΗΠΑ και πίσω μέχρι τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία και πίσω στον 15ο αιώνα.
Συνήθως, ο ανερχόμενος διεκδικητής έχτιζε ευρείες δυνάμεις από τον στρατό μέχρι το εμπόριο. Η Κίνα αποτελεί τυπικό παράδειγμα σε όλα, πλην της χρηματοοικονομικής. Σε αντίθεση με τα αντίπαλα νομίσματα του παρόντος και του παρελθόντος, το ρενμίνμπι απέχει πολύ από το να είναι πλήρως μετατρέψιμο και η δυναμική που έχει αποκτήσει ως διεθνές νόμισμα είναι ελάχιστη.
Κανονικά, αφού μια αυτοκρατορία αποκτήσει οικονομική ισχύ, το νόμισμά της κατακτά αυξανόμενο μερίδιο των αποθεμάτων που διακρατούν οι κεντρικές τράπεζες. Με μερίδιο 17% του παγκόσμιου ΑΕΠ, αλλά μόλις 2% των αποθεμάτων των κεντρικών τραπεζών, η Κίνα βρίσκεται 30-40 χρόνια πίσω έναντι των προηγούμενων υπερδυνάμεων όταν αυτές βρίσκονταν σε παρόμοιο στάδιο της ανόδου τους.
Ομοίως στο εμπόριο, καθώς μια αναδυόμενη υπερδύναμη κερδίζει έδαφος, ο υπόλοιπος κόσμος δέχεται περισσότερες πληρωμές στο νόμισμά της –ακόμα και αν η νέα δύναμη δεν εμπλέκεται άμεσα στη συναλλαγή.
Η Βρετανία στο ζενίθ της αντιπροσώπευε το 40% του εμπορίου, αλλά το 60% των εμπορικών συναλλαγών ήταν σε στερλίνα. Η Κίνα, αντιθέτως, έχει ηγετικό μερίδιο 15% στο παγκόσμιο εμπόριο, αλλά μόλις το 2% των εμπορικών λογαριασμών τιμολογούνται σε ρενμίνμπι.
Ένας δείκτης της Federal Reserve δείχνει το πόσο πολύ ο κόσμος χρησιμοποιεί τα κύρια νομίσματα στις εμπορικές, συναλλαγματικές συναλλαγές, συναλλαγές χρέους και άλλες μεγάλες συναλλαγές· από το 2000, το μερίδιο του ρενμίνμπι σε αυτόν τον δείκτη έχει αυξηθεί από λίγο πάνω από το μηδέν σε μόλις 2,5%.
Αυτό έρχεται σε μια εποχή που ο κόσμος είναι πιο «χρηματικοποιημένος» από ποτέ. Τα χρηματιστήρια, τα τραπεζικά δάνεια και τα επίπεδα χρέους, όλα αυξάνονται με εκρηκτικό ρυθμό ως μερίδιο της παγκόσμιας οικονομίας. Τον τελευταίο μισό αιώνα, η αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων έχει τετραπλασιστεί σε πάνω από 400% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
H πανταχού παρουσία του δολαρίου επιτρέπει στην Αμερική να κάνει κουμάντο με περισσότερους από έναν τρόπους. Η υψηλή ζήτηση για δολάρια μειώνει τα κόστη δανεισμού των ΗΠΑ και τους επιτρέπει να εμφανίζουν επίμονα μεγάλα δίδυμα ελλείμματα. Καμία άλλη χώρα δεν απολαμβάνει αυτού του «αυτοκρατορικού προνομίου» ή της γεωπολιτικής επιρροής που αγοράζει.
Αφού οι ΗΠΑ ελέγχουν το σύστημα στο οποίο κυριαρχεί το δολάριο, μπορούν–και συχνά το κάνουν- να πιέζουν τις χώρες αποκόπτοντας την πρόσβασή τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το αμερικανικό νόμισμα, ως εκ τούτου, έχει μετατραπεί σε όπλο.
Η Κίνα θα παραμείνει μια ατελής υπερδύναμη μέχρις να μπορέσει να φτάσει αυτή τη χρηματοοικονομική δύναμη πυρός. Για δεκαετίες έχει κρατήσει πιο «ερμητικά κλειστό» το χρηματοπιστωτικό της σύστημα από οποιαδήποτε άλλη μεγάλη χώρα.
Σήμερα κατατάσσεται στο χαμηλότερο πέμπτο των κρατών κατά διεθνή επενδυτική θέση, κάτι που δείχνει το επίπεδο της ξένης ιδιοκτησίας στην εγχώρια αγορά. Οι ξένοι κατέχουν λιγότερο από το 5% των μετοχών και ομολόγων στην Κίνα, το ένα πέμπτο του αντίστοιχου επιπέδου των ΗΠΑ.
Η εγχώρια αγορά της είναι κάτι σαν τοπική φυλακή. Το Πεκίνο παράγει οικονομική ανάπτυξη με μεγάλες ενέσεις κρατικού χρήματος, που παραμένει εγχώρια εγκλωβισμένο λόγω των capital controls.
Η προσφορά χρήματος έχει εξαπλασιαστεί από το 1980 στο 230% του ΑΕΠ, από τα υψηλότερα του κόσμου. Αυτή η ρευστότητα αναδεύεται εντός της περιτοιχισμένης οικονομίας, μεγάλο μέρος της στην εγχώρια αγορά χρέους, που τελευταία δέχεται πλήγμα λόγω της κατάρρευσης της αγοράς ακινήτων. Το Πεκίνο είναι επιφυλακτικό ως προς τη χαλάρωση των capital controls, φοβούμενο μήπως πυροδοτήσει μια μαζική φυγή κεφαλαίων.
Με τα capital controls όμως, οι Κινέζοι πρέπει να βρουν εναλλακτικές, συχνά «σκιώδεις» διαδρομές για να βγάλουν χρήμα από τη χώρα, κάτι που θολώνει την εικόνα της χώρας ως χρηματοοικονομικού κέντρου. Οι επενδυτές δεν βλέπουν την Κίνα ως μια ασφαλή δεύτερη επιλογή και δεν θα τη δουν έτσι μέχρις να αποκτήσει ένα νόμισμα που θα τελεί υπό διαπραγμάτευση ελεύθερα. Αυτό επιτρέπει στην Αμερική να επιβάλλει δασμούς και να εξαπολύει πολέμους, αλλά να παραμένει η αγορά επιλογής του κόσμου.
Οι Κινέζοι ηγέτες έχουν κάνει μικρά βήματα για να διεθνοποιήσουν το ρενμίνμπι, και ένας πρόσφατα το χαρακτήρισε αυτό «χρυσή» στιγμή για περαιτέρω άνοιγμα. Οι τοπικοί επενδυτές φαίνεται να προσπαθούν λιγότερο απεγνωσμένα να μεταφέρουν τα χρήματά τους στο εξωτερικό, σε σχέση με πριν από μια δεκαετία. Και η Κίνα έχει εμπορικό πλεόνασμα αρκετά μεγάλο για να αντισταθμίσει την επίπτωση της φυγής κεφαλαίων.
Το παρελθόν προσφέρει επίσης κάποιους λόγους για να αμφισβητηθεί το αν το άνοιγμα του κεφαλαιακού λογαριασμού θα οδηγούσε σε μεγάλες εκροές. Οι ανοικτές αγορές συνήθως αυξάνουν την εμπιστοσύνη. Οι μελέτες δείχνουν πως η χαλάρωση των ελέγχων μπορεί να αυξήσει τις εισροές περισσότερο από τις εκροές, αυξάνοντας την οικονομική ανάπτυξη και τις χρηματιστηριακές αποδόσεις.
Η κατάσταση της Κίνας είναι πρωτόγνωρη, δεδομένων των επισφαλών επιπέδων χρέους και ρευστότητας στη χώρα. Ωστόσο, χωρίς ένα πιο θαρραλέο άνοιγμα, η Κίνα δεν θα αμφισβητήσει ποτέ τη χρηματοοικονομική κυριαρχία της Αμερικής, ούτε θα υλοποιήσει πλήρως την φιλοδοξία της ως υπερδύναμης.
* O συγγραφέας του άρθρου είναι πρόεδρος του Rockefeller International. Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο ‘What Went Wrong With Capitalism’.
© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation