Στον πυρήνα της ευρωπαϊκής στάσης αναδύεται ολοένα και περισσότερο μια αδιόρατη αλλά επικίνδυνη γραμμή, που μετατρέπει τόσο την Ουκρανία όσο και την Τουρκία σε χώρες απέναντι στις οποίες ο σκοπός μοιάζει να αγιάζει τα μέσα.
Κάτι που μπορεί να αποδειχθεί πολύ επικίνδυνο σε σχέση με τη στάση και τις διεκδικήσεις της Τουρκίας, απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο.
Πέρα από τα τεράστια χρηματικά ποσά και τις άλλες στρατιωτικές διευκολύνσεις που προσφέρει στην Ουκρανία η Ευρώπη, κάνει και τα «στραβά μάτια» σε διάφορα φαινόμενα που, σε άλλες περιπτώσεις, θα είχε καταδικάσει έντονα.
Από την ανεξέλεγκτη διαφθορά σε πολύ υψηλά επίπεδα, άμεσα συνδεδεμένη με την ξένη βοήθεια που παρέχεται αφειδώς, και τη στρατιωτική και πολιτική επιρροή ακροδεξιών εξτρεμιστικών μονάδων και οργανώσεων, έως την επέκταση του πολέμου, μέσω drone, απέναντι σε εμπορικούς στόχους σε διεθνείς θάλασσες.
Όπως έγινε αντιληπτό και στην Ελλάδα, με το ουκρανικό drone στη Λευκάδα.
Η UPA, η Πολωνία και η ευρωπαϊκή σιωπή
Το θέμα της εξτρεμιστικής ακροδεξιάς στην Ουκρανία και της παρείσφρησης στελεχών της σε ισχυρά σημεία του αμυντικού μηχανισμού δεν είναι καινούργιο.
Πρόσφατα, όμως, πήρε νέα τροπή, όταν ο ίδιος ο Ζελένσκι υπέγραψε διάταγμα, απονέμοντας την υποτίθεται τιμητική ονομασία «Ήρωες της UPA» σε επίλεκτη μονάδα των ουκρανικών ειδικών δυνάμεων.
Η κίνηση αυτή προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις στη γειτονική Πολωνία, από τον πρόεδρο της χώρας, όλα τα κόμματα, ακόμη και από τον Λεχ Βαλέσα.
Διότι η UPA, ο Ουκρανικός Επαναστατικός Στρατός - ΟΕΣ, ήταν μια αντάρτικη οργάνωση ακροδεξιών εξτρεμιστών, που πολέμησε για χρόνια στο πλάι της ναζιστικής Γερμανίας και διενήργησε εκτεταμένες επιχειρήσεις εθνοκάθαρσης εναντίον Πολωνών, με θύματα που υπολογίζονται έως και σε 120.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά.
Πράγματι, κατά την κοινή άποψη των περισσότερων ιστορικών —ακόμη και του φανατικά φιλοουκρανού Τίμοθι Σνάιντερ, σε άρθρα του 2010—, η συγκεκριμένη οργάνωση ήταν ένα φασιστικό, εθνικιστικό κίνημα, που χρησιμοποίησε μαζικές δολοφονίες και εθνοκάθαρση για να επιτύχει τη δημιουργία ενός ομοιογενούς ουκρανικού κράτους.
Είχε επίσης σοβαρή ανάμιξη μέσω πολυάριθμών στελεχών της στο Ολοκαύτωμα και θεωρείται υπεύθυνη για την εθνοκάθαρση Πολωνών αμάχων, με επίκεντρο τις σφαγές στη Βολυνία και την Ανατολική Γαλικία, ενώ πολέμησε τη Γερμανία μόνο όταν οι ναζιστικοί στόχοι συγκρούστηκαν με την ουκρανική ανεξαρτησία.
Κατά το διάταγμα του Ζελένσκι, όμως, η ονομασία δόθηκε στην επίλεκτη μονάδα «προκειμένου να αναβιώσει τις στρατιωτικές παραδόσεις του εθνικού στρατού»!
Πλην της Πολωνίας, ουδεμία αντίδραση υπήρξε ως τώρα από την υπόλοιπη Ευρώπη και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρότι το ιστορικό ανάλογο θα ήταν να δώσει ο πρόεδρος Βούτσιτς της Σερβίας, σε επίλεκτη ομάδα της χώρας του, την τιμητική ονομασία «Τίγρεις του Αρκάν», των παραστρατιωτικών μονάδων δηλαδή που πρωτοστάτησαν σε επιχειρήσεις εθνοκάθαρσης την περίοδο 1991-96!
Όλα αυτά ίσως θα είχαν μικρή πρακτική σημασία για τη χώρα μας, αν δεν παρατηρούσαμε ότι η στάση των ευρωπαϊκών ηγεσιών απέναντι στην Ουκρανία, αυτό το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», επεκτείνεται όλο και πιο φανερά προς την Τουρκία.
Η οποία έχει αναδειχθεί από τις ίδιες ευρωπαϊκές ηγεσίες σε υπερπολύτιμο σύμμαχο, κατόπιν της αμερικανικής πρόθεσης για μερική απαγκίστρωση από τις υποχρεώσεις προς το ΝΑΤΟ και την Ευρώπη.
Τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό τους καταγράψαμε, εκφράζοντας ανησυχία όταν πρωτοεμφανίστηκε αυτή η τάση, πριν από περίπου 15 μήνες, στο άρθρο «Πώς ο ιδεαλισμός έγινε φιλοτουρκισμός».
Η Τουρκία δοκιμάζει τα όρια της Ευρώπης
Οι ανησυχίες αυτές αποδεικνύονται τώρα απολύτως δικαιολογημένες. Ο Ερντογάν έχει κυριολεκτικά «ξεσαλώσει» στο εσωτερικό της Τουρκίας, χρησιμοποιώντας και τη Δικαιοσύνη για να φυλακίσει ή να ακυρώσει πολιτικά οποιονδήποτε θα μπορούσε να σταθεί στον δρόμο του. Η αντιπολίτευση τείνει να καταργηθεί.
Οι αντιδράσεις της ΕΕ είναι από πενιχρές έως ανύπαρκτες, αν εξαιρέσουμε κάποιες κινήσεις στο Ευρωκοινοβούλιο, ενώ την ίδια ώρα η Τουρκία σκληραίνει τις διεκδικήσεις της απέναντι στην Ελλάδα, μετατρέπει την κατεχόμενη Κύπρο σε προκεχωρημένο φυλάκιο και ανεβάζει την ένταση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Έχει αποθρασυνθεί τόσο η ηγεσία της γειτονικής χώρας, που μπλόκαρε την Κύπρο από προσυνεδριακές δραστηριότητες της παγκόσμιας διάσκεψης για το κλίμα COP-31 στην Αττάλεια, ενώ η τελευταία έχει την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ. Και μετά από ευρωπαϊκές αντιδράσεις, υποσχέθηκε να μην το… ξανακάνει.
Η τακτική του «σουλτάνου» είναι αρκετά διαυγής. Γνωρίζοντας το πλεονέκτημα Ελλάδας και Κύπρου, ως μελών της ΕΕ, το διεμβολίζει συνάπτοντας με φρενήρεις ρυθμούς διμερείς συμφωνίες συνεργασίας με διάφορα κράτη, στον χώρο της άμυνας, με επίκεντρο την αδιαμφισβήτητα ισχυρή αμυντική βιομηχανία της χώρας του.
Με τον τρόπο αυτό, αποτρέπει τη μορφοποίηση, στα ανώτατα ευρωπαϊκά όργανα, μιας ενιαίας και σθεναρής στάσης, όπως επισήμανε και το Ευρωκοινοβούλιο, όταν «διαπίστωσε με λύπη την έλλειψη ισχυρής και ενιαίας αντίδρασης από την ΕΕ».
Με αυτές τις συνθήκες, και καθώς ο πόλεμος με τη Ρωσία δεν αποκλείεται να ενταθεί ή και να επεκταθεί, σε μια διαδικασία νέας κλιμάκωσης που γίνεται όλο και πιο πιθανή, η στάση της ελληνικής κυβέρνησης, που περιορίζεται σε χλιαρές αντιδράσεις, αρχίζει να εξελίσσεται σε στρατηγικό μειονέκτημα.
Από αυτήν την πλευρά, η πολιτική των «ήρεμων υδάτων» έχει εξαντλήσει τα όριά της και γίνεται εργαλείο του Ερντογάν στην προώθηση των στόχων της τουρκικής πολιτικής.
Ενθαρρύνει την υποκριτική στάση της Ευρώπης και δίνει λαβή σε προσεγγίσεις ότι οι εντάσεις έχουν, υποτίθεται, μειωθεί.
Τα επόμενα τεστ για Αθήνα και Λευκωσία
Υπάρχουν κρίσιμα τεστ μπροστά μας, που δεν πρέπει να αγνοούνται. Από το περιβόητο νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα», έως και τα καλώδια ενεργειακής διασύνδεσης, όπως το GSI Ελλάδας-Κύπρου και η διασύνδεση των νησιών στο Αιγαίο.
Ο κίνδυνος είναι να δούμε τη στάση των Ευρωπαίων να είναι ανάλογη εκείνης που επέδειξε η Ύπατη Εκπρόσωπος της ΕΕ σε θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Κάγια Κάλας, όπως την κατέγραψε πρόσφατα η Καθημερινή, σε σχέση με το ουκρανικό drone στη Λευκάδα.
Στις παρεμβάσεις που έκαναν Γιώργος Γεραπετρίτης και Νίκος Δένδιας, η απάντηση της Εσθονής πολιτικού φέρεται να ήταν ότι «το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι η ρωσική επιθετικότητα».
Και μετά άλλαξε θέμα…