Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ακόμα αρκετές πηγές μακροοικονομικών ανισορροπιών, όπως το τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους, τα NPLs, η ανεργία, η γήρανση του πληθυσμού και το μεταναστευτικό, ωστόσο η προσαρμογή της χώρας συνεχίζεται, σύμφωνα την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Εξαμήνου, το οποίο εξετάζει τις μακροοικονομικές ανισορροπίες σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Όπως επισημαίνει η Κομισιόν, η Ελλάδα έχει επί του παρόντος ένα μεγάλο απόθεμα χρέους, το οποίο μειώνεται σταδιακά. Τα υψηλά επίπεδα δημόσιου και εξωτερικού χρέους, σε συνδυασμό με τα υψηλά NPLs στο τραπεζικό σύστημα, εκθέτουν τη χώρα σε δυσμενή σοκ με δυνητικά επιβλαβείς επιπτώσεις για την πραγματική οικονομία. Η υποτονική ονομαστική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια έχει επίσης μειώσει τη δυνατότητα παθητικής απομόχλευσης.
Η Ελλάδα, σημειώνει η Κομισιόν, έχει το υψηλότερο ακαθάριστο δημόσιο χρέος στην ΕΕ. Στο τέλος του 2017 ήταν στο 176,1% του ΑΕΠ και εκτιμάται πως το 2018 αυξήθηκε ακόμα περισσότερο, λόγω της εκταμίευσης της μεγάλης δόσης στη λήξη του προγράμματος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Παρά το υψηλό απόθεμα χρέους, όμως, τα ρίσκα αναχρηματοδότησης ή εξυπηρέτησης του χρέους τα επόμενα χρόνια είναι περιορισμένα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του χρέους αυτούς έχει πολύ ευνοϊκούς όρους και ενώ η αποπληρωμή του είναι προγραμματισμένο να καθυστερήσει.
Η Ελλάδα, επισημαίνει η Κομισιόν, έχει επίσης ένα πολύ μεγάλο απόθεμα εξωτερικών υποχρεώσεων, που αφορούν κυρίως το χρέος προς ξένες χώρες. Η καθαρή επενδυτική θέση της Ελλάδας ήταν στο -140,5% του ΑΕΠ το 2017, η δεύτερη υψηλότερη στην ΕΕ. Πρόκειται κυρίως για εργαλεία χρέους που σχετίζονται πρωτίστως με το δημόσιο χρέος. Αυτές οι υψηλές υποχρεώσεις εκθέτουν την Ελλάδα σε δυσμενή εξωτερικά σοκ και στις μεταβολές κλίματος.
Το ισοζύγιο των εξωτερικών ροών έχει βελτιωθεί σημαντικά, όμως η εξωτερική θέση παραμένει αδύναμη, καθιστώντας την οικονομία ευάλωτη σε αναταράξεις. Αν και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών το 2017 εμφάνισε έλλειμμα μόλις 1%, ωστόσο το κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δείχνει έλλειμμα 5,5%, το οποίο είναι υψηλότερο από αυτό που απαιτείται για να διατηρηθεί η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση τουλάχιστον σταθερή τα επόμενα 10 χρόνια.
Ο τραπεζικός κλάδος, συνεχίζει στην έκθεσή της η Κομισιόν, βαρύνεται από ένα υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων, που επηρεάζει την κερδοφορία των τραπεζών. Αν και το απόθεμα του ιδιωτικού χρέους είναι περιορισμένο, ωστόσο τα θεμελιώδη της οικονομίας, περιλαμβανομένης της υψηλής ανεργίας, του δημόσιου χρέους και της προβλεπόμενης αύξησης του δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων, υποδηλώνουν πως η ικανότητα δανεισμού τόσο των νοικοκυριών όσο και των επιχειρήσεων εκτός χρηματοοικονομικού κλάδου στην Ελλάδα, είναι ιδιαίτερα χαμηλή.
Η δυνητική ανάπτυξη έχει περιοριστεί σημαντικά λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, της μετανάστευσης και της εξάντλησης του κεφαλαίου. Η παρατεταμένη κρίση έχει επιβαρύνει πολύ τις προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας, που επηρεάζονται επίσης από την μείωση της εργατικής παραγωγικότητας. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια αναμένεται να επηρεάσουν θετικά την παραγωγικότητα τα επόμενα χρόνια. Η χαμηλή δυνητική ανάπτυξη μπορεί να αποτελέσει ισχυρό εμπόδιο στη διαδικασία απομόχλευσης, σύμφωνα με την Κομισιόν.
Για την αγορά εργασίας, η Κομισιόν σημειώνει πως οι επιδόσεις της είναι καλύτερες του αναμενόμενου, όμως εξακολουθεί να υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα σε σχέση με την προ κρίσεως κατάσταση αλλά και σε σχέση με την υπόλοιπη ΕΕ. Η Ελλάδα συνεχίζει να έχει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας και το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ. Η ανεργία των νέων και η μακροχρόνια ανεργία χρειάζονται ακόμα προσοχή. Επιπλέον, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η Ελλάδα επηρεάζεται πολύ από τις μεταναστευτικές ροές. Ωστόσο, η Ελλάδα δεν είναι πλέον ξεκάθαρη χώρα transit αλλά έχει γίνει χώρα εγκατάστασης, όπως δείχνει και η αυξανόμενη αναλογία στον πληθυσμό των ατόμων που δεν έχουν γεννηθεί στη ΕΕ (8,4%). Αυτή η εξέλιξη δημιουργεί σειρά προκλήσεων, ιδιαίτερα στον τομέα της απασχόλησης και των κοινωνικών πολιτικών.
Γενικότερα, γράφει η Κομισιόν, η Ελλάδα αντιμετωπίζει αρκετές πηγές μακροοικονομικών ανισορροπιών και η προσαρμογή της συνεχίζεται. Έχει επιτευχθεί πρόοδος σε αρκετούς τομείς, περιλαμβανομένου του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, της αγοράς εργασίας και της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας. Η απομόλχευση στον ιδιωτικό τομέα προχωρά και οι τράπεζες μειώνουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους. Το δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί σταθερά τα επόμενα χρόνια, επωφελούμενο από ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες και από τις προβλεπόμενες εξελίξεις στο δημοσιονομικό ισοζύγιο. Δυο τομείς που αργούν να προσαρμοστούν είναι η καθαρή εξωτερική θέση, όπου ο ρυθμός της βελτίωσης είναι ισχνός, και η παραγωγικότητα, η οποία δεν έχει ακόμα αυξηθεί.
Αν και όλοι οι βασικοί δείκτες δείχνουν πως οι ανισορροπίες οδεύουν προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο εξακολουθούν να υπολείπονται των σχετικών benchmarks. Οι βασικές αδυναμίες σχετίζονται με το μεγάλο απόθεμα του δημόσιου χρέους και με τις εξωτερικές υποχρεώσεις. Η πρόσφατη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και της ανεργίας βοηθούν σταδιακά στη μείωση του ισοζυγίου των ρίσκων. Οι βασικές προκλήσεις είναι πλέον συγκεντρωμένες στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που νομοθετήθηκαν κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων διάσωσης προκειμένου να τονωθούν οι επενδύσεις και να ενισχυθεί η παραγωγικότητα με βιώσιμο τρόπο.
Η αποτελεσματική εφαρμογή και η εμβάθυνση των μέτρων πολιτικής που υπάρχουν είναι ουσιώδους σημασίας για την περαιτέρω μείωση των ανισορροπιών, τονίζει η Κομισιόν. Υπήρξε αξιοσημείωτη πρόοδος σε ορισμένους τομείς του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και του διοικητικού βάρους, όπως η ομαλή εφαρμογή των ηλεκτρονικών one-stop shops για την εγγραφή επιχειρήσεων και τη μεταρρύθμιση των διαδικασιών αδειοδότησης και επιθεώρησης. Ωστόσο, ορισμένα ζητήματα όπως οι αλληλεπικαλύψεις για την ίδρυση επιχειρήσεων εξακολουθούν να εμποδίζουν το επιχειρείν και να αποθαρρύνουν τις επενδύσεις. Κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων διάσωσης υπήρξαν μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και εργασίας και η εφαρμογή τους παρακολουθείται στο πρόγραμμα της ενισχυμένης μεταμνημονιακής παρακολούθησης. Η συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς στόχους αναμένεται να καλλιεργήσει τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους μεσομακροπρόθεσμα, ενώ έχουν ληφθεί ευρεία μέτρα για τη στήριξη της σταθερότητας και της αποτελεσματικότητας του χρηματοοικονομικού κλάδου.
***Η έκθεση της Κομισιόν επισυνάπτεται στη στήλη "Συνοδευτικό Υλικό"