Τι αλλάζει στις επικουρικές συντάξεις από το 2021

Το σχέδιο της κυβέρνησης για μετατροπή του συστήματος επικουρικής ασφάλισης σε κεφαλαιοποιητικό. Αναλυτικά οι αλλαγές και ποιους αφορούν. Τι επιλογές θα έχουν. Πως εκτιμάται ότι θα καλυφθεί το κόστος μετάβασης.

Τι αλλάζει στις επικουρικές συντάξεις από το 2021

Σχέδιο πέντε σημείων, με σημαντικές αλλαγές - ανατροπές για όλους όσοι ασφαλιστούν για πρώτη φορά από το 2021 και μετά, παρουσίασε χθες, ο υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Νότης Μηταράκης κατά την επίσημη πρώτη συνεδρίαση της «Επιτροπής Σοφών» που έχει αναλάβει το δύσκολο έργο της μετάβασης σε ένα πλήρως κεφαλαιοποιητικό δεύτερο πυλώνα ασφάλισης.

Το πόρισμα των ειδικών θα πρέπει να ολοκληρωθεί έως τις 4 Οκτωβρίου, με στόχο το σχέδιο νόμου για τις νέες επικουρικές συντάξεις να τεθεί σε διαβούλευση και να ψηφιστεί έως το τέλος του έτους. Σύμφωνα με τα όσα περιέγραψε ο κ. Μηταράκης στα στελέχη της κοινωνικής, επαγγελματικής και ιδιωτικής ασφάλισης που απαρτίζουν την ομάδα εργασίας, πέντε είναι οι μεγάλες αλλαγές που περιλαμβάνει το προωθούμενο σχέδιο νόμου.

Η πρώτη, αφορά το διαχωρισμό παλαιών και νέων ασφαλισμένων. Οι παλαιοί, όσοι δηλαδή είναι σήμερα συνταξιούχοι ή ασφαλισμένοι στο ΕΤΕΑΕΠ δεν θα υποστούν καμία αλλαγή. Το νέο σύστημα θα αφορά όσους εισέλθουν στην αγορά εργασίας και πρωτοασφαλιστούν από 1/1/2021 και μετά. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης μάλιστα, ζητήθηκε από τους ειδικούς να εξετάσουν το ενδεχόμενο, να μπορούν να ενταχθούν στο νέο σύστημα και παλαιοί ασφαλισμένοι μη μισθωτοί που μέχρι σήμερα δεν έχουν δικαίωμα ή δεν έχουν επιλέξει εθελοντικά την επικουρική ασφάλιση. Να σημειωθεί ότι, η επικουρική ασφάλιση είναι σήμερα υποχρεωτική για όλους τους μισθωτούς της χώρας, καθώς και για περιορισμένο αριθμό αυτοαπασχολούμενων και ελεύθερων επαγγελματιών.

Ο σχεδιασμός του υπουργείου Εργασίας, προβλέπει ότι από το 2021 και μετά, η επικουρική ασφάλιση θα είναι υποχρεωτική για όλους τους νέους ασφαλισμένους, είτε είναι μισθωτοί είτε όχι. Το ύψος των εισφορών θα παραμείνει ίδιο.

Η διαφορά και κατά συνέπεια η δεύτερη προωθούμενη αλλαγή, έγκειται στο γεγονός ότι οι εισφορές των νεοασφαλισμένων εργαζόμενων δεν θα χρησιμοποιούνται για την πληρωμή των σημερινών επικουρικών συντάξεων, αλλά θα κεφαλαιοποιούνται στον ατομικό «κουμπαρά» του κάθε ασφαλισμένου.

Η τρίτη αλλαγή αφορά τη δυνατότητα του ασφαλισμένου να συνδιαμορφώνει με τις αποφάσεις του, το ύψος του ατομικού του λογαριασμού. Όπως περιέγραψε ο κ. Μηταράκης, κάθε νέος ασφαλισμένος θα έχει τον ατομικό του λογαριασμό στο ΕΤΕΑΕΠ, το οποίο θα αναμορφωθεί και θα αναβαθμιστεί, προκειμένου να διαχειρίζεται τη νέα επικουρική, παραμένοντας ταυτόχρονα και ο δημόσιος πάροχος επενδυτικής στρατηγικής.

Εναλλακτικά, οι ασφαλισμένοι, με ατομική τους δήλωση, θα μπορούν να επιλέξουν άλλον επενδυτικό φορέα, μεταξύ λίστας αδειοδοτημένων και πιστοποιημένων φορέων και επαγγελματικών ταμείων. Η εποπτεία και ο έλεγχος του συστήματος ανατίθενται στην Τράπεζα της Ελλάδος και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Δυνατότητα επιλογής δίνεται και στην επενδυτική στρατηγική που θα ακολουθήσει ο ασφαλισμένος. Η κυβέρνηση πάντως εκτιμά πως ο τελικός λογαριασμός, θα βγάζει επικουρικές συντάξεις σημαντικά υψηλότερες από τις σημερινές.

Η τέταρτη αλλαγή αφορά τη δυνατότητα επιλογής όσον αφορά το είδος της παροχής, όπως, για παράδειγμα, αν θα είναι εφάπαξ καταβολή ή μηνιαία σύνταξη ή ακόμη και ένα μείγμα μεταξύ εφάπαξ (π.χ. κατά 25% του συσσωρευμένου κεφαλαίου) και σύνταξης (το υπόλοιπο 75%). Αντίστοιχη ευελιξία θα υπάρχει και στην ηλικία λήψης της νέας επικουρικής, καθώς ζητήθηκε από τους ειδικούς να εξετάσουν το ενδεχόμενο να αποσυνδεθεί η προϋπόθεση λήψης κύριας σύνταξης από τη δυνατότητα λήψης επικουρικής.

Η πέμπτη αλλαγή αφορά το κόστος μετάβασης από το ένα σύστημα στο νέο. Όπως επεσήμανε ο κ. Μηταράκης, ήδη έχει ζητηθεί από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή η εκτίμηση του κόστους για το ΕΤΕΑΕΠ, κατά τα επόμενα 30 χρόνια, καθώς βάσει των κυβερνητικών δεσμεύσεων, οι ήδη συνταξιούχοι θα συνεχίσουν να λαμβάνουν τις συντάξεις τους στο ύψος που είναι σήμερα, όπως αντίστοιχα και οι ήδη ασφαλισμένοι που θα παραμείνουν στο σύστημα. Κατά τον πρώτο χρόνο, εκτιμάται ότι θα απαιτηθούν επιπλέον περί τα 100 εκατ. ευρώ.

Στην πλήρη ανάπτυξη του συστήματος, σε 40 χρόνια, το σωρευτικό κόστος μετάβασης εκτιμάται σε 0,5% του σωρευτικού ΑΕΠ. Ωστόσο, ο κ. Μηταράκης εκτίμησε ότι το κόστος είναι απολύτως διαχειρίσιμο και ότι η μετάβαση θα χρηματοδοτηθεί από την αποκλιμάκωση της ανεργίας και την αύξηση των μισθών, τα αποθεματικά του ΕΤΕΑΕΠ, τον κουμπαρά του ΑΚΑΓΕ, ακόμη και από τον κρατικό προϋπολογισμό, εφόσον χρειαστεί.

Ρούλα Σαλούρου salourou@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v