Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

Martin Wolf: Η Ελλάδα θα περάσει πιο ελαφρά τον κορωνοϊό

Γιατί είναι πρωτοφανής για τα παγκόσμια δεδομένα η σημερινή οικονομική κρίση, εξηγεί ο γνωστός αρθρογράφος των Financial Times. Η αντίδραση κρατών και κυβερνήσεων και τα προβλήματα που προκαλούν με τη στάση τους ΗΠΑ, Κίνα και Ευρώπη.

Martin Wolf: Η Ελλάδα θα περάσει πιο ελαφρά τον κορωνοϊό

Η Ελλάδα πιθανότατα θα περάσει την κρίση του κορωνοϊού πιο… ελαφριά απ’ ό,τι οι υπόλοιπες χώρες, εκτιμά ο αρθρογράφος των Financial Times Martin Wolf, ο οποίος, μιλώντας μέσω video με τον Παύλο Τσίμα, στο πλαίσιο των ειδικών εκδηλώσεων του Delphi Economic Forum, τονίζει πως η κρίση στη χώρα μας θα είναι πολύ μικρότερη από αυτήν που περάσαμε την περασμένη δεκαετία.

«Υποψιάζομαι πως η Ελλάδα είναι μια από τις σχετικά λίγες χώρες στις οποίες η κρίση η οποία έρχεται θα είναι πιθανότατα σημαντικά μικρότερη από αυτήν που περάσατε. Διότι η κρίση που περάσατε ήταν μακράν η χειρότερη από οποιαδήποτε χώρα επλήγη από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση της ευρωζώνης, σε βάθος και διάρκεια», ανέφερε συγκεκριμένα ο κ. Wolf.

«Ίσως υπάρξουν χώρες που θα πληγούν από την τρέχουσα κρίση όσο άσχημα επλήγη η Ελλάδα. Όμως νομίζω πως θα ήταν απίστευτα απίθανο η Ελλάδα να βιώσει και πάλι κάτι τόσο κακό όσο τότε. Τουλάχιστον προσεύχομαι να μην το βιώσει. Άρα, είστε σε μια πολύ ασυνήθιστη κατάσταση. Για τις περισσότερες χώρες θα είναι χειρότερα, αλλά για την Ελλάδα νομίζω πως δεν θα είναι χειρότερα, μάλιστα θα πρέπει να είναι πολύ καλύτερα», τόνισε.

Ερωτηθείς για τη «μεγάλη εικόνα» και για ποιον λόγο θεωρεί πως η κρίση του κορωνοϊού θα είναι χειρότερη από την εμπειρία του 2009, ο κ. Wolf είπε πως οι προβλέψεις αυτή τη φορά είναι πολύ χειρότερες και πως η κρίση είναι πολύ πιο παγκόσμια. «Αναμένεται πάνω από το 90% των χωρών να βιώσουν μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ, άρα είναι πολύ χειρότερα από την άποψη του αριθμού των χωρών που επηρεάζονται και το βάθος της ύφεσης παγκοσμίως», είπε, συμπληρώνοντας πως «αυτό που δεν ξέρουμε είναι εάν θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια» από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2009. «Αν είμαστε τυχεροί, θα έχουμε βαθύτερη ύφεση φέτος απ’ ό,τι το 2009, η οποία θα επηρεάσει περισσότερες χώρες, όμως δεν θα διαρκέσει τόσο, και αυτό το τελευταίο σημείο είναι κρίσιμης σημασίας, αν θέλουμε να είμαστε αισιόδοξοι», σημείωσε.

Υπογράμμισε πως η τρέχουσα κρίση είναι τελείως διαφορετική απ’ όσα έχουμε βιώσει οικονομικά έως τώρα. Ανέφερε συγκριτικά την πανδημία της ισπανικής γρίπης στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η οποία σκότωσε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους, όμως, καθώς εκδηλώθηκε στο τέλος του πολέμου «ήταν δύσκολο να ξεχωρίσουμε την οικονομική καταστροφή που έφερε η επιδημία, από αυτήν που έφερε ο παγκόσμιος πόλεμος. Και βέβαια οι κυβερνήσεις δεν έλαβαν τα μέτρα που λαμβάνουν τώρα συστηματικά, δεν είχαν την εμπειρία, δεν υπήρξε συστηματική πολιτική. Έτσι, αν και η πανδημία ήταν παρόμοια, ωστόσο η επίπτωση οικονομικά ήταν πολύ διαφορετική». Ανέφερε επίσης τη βουβωνική πανώλη, από την οποία πέθαναν ακόμα περισσότεροι, «όμως δεν υπήρξε οικονομική αντίδραση, ο κόσμος συνέχισε για παράδειγμα να καλλιεργεί, γιατί έπρεπε και δεν μπορούσαν να κλείσουν τις καλλιέργειες».

«Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι κάτι τελείως νέο. Για πρώτη φορά οι κυβερνήσεις αποφάσισαν πως το πρώτο που πρέπει να κάνουν είναι να θέσουν υπό έλεγχο τον ιό. Άρα, η πανδημία είναι αυτή που καθορίζει την πολιτική», καθώς λαμβάνονται μέτρα που ουσιαστικά σταματούν την οικονομική ζωή, προκειμένου να θέσουν υπό έλεγχο την πανδημία. «Κλείνουμε τις ζωές μας και ως απαραίτητη επίπτωση έχουμε το κλείσιμο της οικονομίας μας και αυτό δεν το έκαναν ποτέ στο παρελθόν εσκεμμένα οι κυβερνήσεις», σχολίασε ο κ. Wolf.

«Το ερώτημα είναι για πόσο διάστημα θα χρειαστεί να παραμείνει κλειστή η οικονομία, πότε αυτό θα γίνει αβάστακτο, τι θα συμβεί εάν ανοίξουν και πάλι την οικονομία και η επιδημία επανεμφανιστεί και πάλι, τι θα συμβεί εάν θα πρέπει το lockdown να διαρκέσει πολύ περισσότερο από τις εκτιμήσεις, πέραν του Ιουνίου. Αυτές είναι οι αβεβαιότητες. Η αντίδραση στην υγειονομική κρίση καθοδηγεί την οικονομική κρίση», σημείωσε ο κ. Wolf.

Εκτίμησε πάντως πως η οικονομία θα δεχόταν τεράστιο πλήγμα ακόμα και αν δεν υπήρχε το lockdown, λόγω του φόβου που προκαλεί στον κόσμο μια δυνητικά θανατηφόρα ασθένεια, ωθώντας τον να παραμείνει στο σπίτι του. «Μόνο εάν θέσουμε ασφαλώς υπό έλεγχο τον ιό θα είναι διατεθειμένος ο κόσμος να επιστρέψει στην κανονικότητα και να αρχίσει να ξοδεύει και να αρχίσει να δουλεύει με άλλους. Κα πρέπει να διατηρήσουμε τον ιό υπό έλεγχο. Άρα, είναι πολύ πιθανό εάν δεν κάνουμε lockdown στις οικονομίες, να καταλήξουμε με μια πιο αδύναμη οικονομική κατάσταση σε έξι, οκτώ, δέκα, δώδεκα μήνες από τώρα. Και αυτό είναι το στοίχημα που έχουν βάλει οι κυβερνήσεις».

Κατά τον κ. Wolf, για να μπορέσει ο κόσμος να επιστρέψει με σχετική ασφάλεια στις εργασίες του, θα πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα για τεστ, για ιχνηλάτηση, για καραντίνα και για θεραπεία των ασθενών. «Αν θες να ξεφορτωθείς τα lockdown με ασφάλεια, χρειάζεσαι αυτά τα συστήματα» είπε. «Αυτό που με ανησυχεί δεν είναι ότι κάναμε λάθος με το lockdown, αλλά ότι δεν έχουμε τα συστήματα για να το λήξουμε με επιτυχία. Ίσως χρειαστεί πάλι να γίνουν lockdown σε ένα δεύτερο κύμα του ιού και αν συμβεί αυτό, τότε τα πράγματα θα είναι πολύ χειρότερα, διότι αυτό θα συμβεί με βαθύτερη την ύφεση. Αυτό είναι πολύ χειρότερο από το 2009 και θα αρχίσει να μοιάζει με την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης», προειδοποίησε ο κ. Wolf, υπενθυμίζοντας πως «τότε, όταν τα πράγματα δεν πήγαν καλά, άρχισαν να γίνονται τρομερά λάθη πολιτικής, όπως ο παγκόσμιος προστατευτισμός, που δημιούργησαν ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα».

Στην παρατήρηση πως ενώ αυτό που απαιτείται τώρα είναι μια παγκόσμια συνεργασία, οι παγκόσμιοι ηγέτες δεν έχουν καταφέρει να ενωθούν για να βρουν τρόπους αντιμετώπισης της κρίσης, ο κ. Wolf ανέφερε πως η οικονομική αντίδραση δεν ήταν τόσο κακή, καθώς οι μεγάλες χώρες έχουν δεσμεύσει τεράστια χρηματικά ποσά για να σταθεροποιήσουν τις οικονομίες τους, το ΔΝΤ έχει δώσει χρήματα, οι κεντρικές τράπεζες έχουν βοηθήσει, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ προσπαθεί να κάνει ενέργειες, ωστόσο υπάρχει πρόβλημα στην ικανότητα συνεργασίας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, δηλαδή των ΗΠΑ, της Κίνας, της Ευρώπης (συλλογικά) και της Ιαπωνίας, που από κοινού απαρτίζουν το 80% της παγκόσμιας οικονομίας.

Όπως σημείωσε, «ηγέτης των ΗΠΑ είναι κάποιος που δεν κατανοεί αυτά τα ζητήματα και δεν ενδιαφέρεται για πολυμερή συνεργασία, και μάλιστα δεν μπορεί να συντονίσει την κατάσταση ούτε εσωτερικά, καθώς βρίσκεται σε "εμπόλεμη κατάσταση" με τους κυβερνήτες του. Η Κίνα θεωρείται υπεύθυνη για αυτή την κατάσταση, και ενώ τώρα προσπαθεί να βοηθήσει, ωστόσο θεωρείται outsider και σε περιοχές όπως στην Αφρική κάνει τα δικά της. Αν δεν ήταν τέτοιο outsider, θα απαιτούνταν ο Αμερικανός πρόεδρος να προσεγγίσει τον Κινέζο ομόλογό του σε μια τεράστια κλίμακα, που δεν είναι ικανός να το κάνει. Και φυσικά μια από τις κληρονομιές της χρηματοπιστωτικής κρίσης ήταν πως η ευρωζώνη δεν μπόρεσε ποτέ πραγματικά να ξαναενωθεί, υπάρχει πολλή καχυποψία. Και ενώ η ΕΕ σημειώνει πρόοδο τώρα, αυτό που βλέπουμε είναι μια εθνική αντίδραση στην ΕΕ και όχι μια ευρωπαϊκή αντίδραση. Άρα η Ευρώπη δυσκολεύεται να είναι ένας αποτελεσματικός παίκτης». Έτσι, «για όλους αυτούς τους λόγους, είναι απίστευτα δύσκολο να υπάρξει μια κοινή αντίδραση».

Στο ερώτημα «ποιος θα επωμιστεί το κόστος» όλων των μέτρων που λαμβάνονται και αν θα οδηγήσουν σε νέο παγκόσμιο χρέος και λιτότητα, ο κ. Wolf είπε πως όλο αυτό θα σημάνει μια σημαντική αύξηση του κρατικού χρέους στις ανεπτυγμένες χώρες. «Τα χειρότερα ποσοστά χρέους μπορεί να αυξηθούν κατά 30-40 ποσοστιαίες μονάδες. Μπορεί και περισσότερο. Αν συμβεί αυτό, τότε με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλες οι χώρες θα έχουν χρέος άνω του 100% του ΑΕΠ, ακόμα και η Γερμανία. Ορισμένες χώρες θα έχουν χρέος 200% του ΑΕΠ ή περισσότερο όπως η Ιαπωνία. Το θέμα είναι τι κάνεις».

Κατά τον κ. Wolf, «αν οι οικονομίες ανακάμψουν αλλά δεν φτάσουν εκεί που ήταν -πράγμα πολύ πιθανό-, θα έχουν δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη. Τα χρέη μπορούν να τα ανεχθούν σχετικά άνετα στις περισσότερες περιπτώσεις, λόγω των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων. Αν δανειστούν μακροπρόθεσμα, θα μπορέσουν να ανεχτούν το χρέος για πολύ καιρό. Και όσο οι οικονομίες επιστρέφουν στην ανάπτυξη, θα το μειώνουν σταδιακά το χρέος. Τα ελλείμματα είναι πιο δύσκολο θέμα, διότι εάν συνεχίσουν να είναι υψηλά, τότε τα χρέη απλά θα αυξάνονται και κάποια στιγμή αυτό θα πρέπει να σταματήσει. Οι λογικές κυβερνήσεις, όταν τελειώσει η κρίση, θα πουν πως τα επόμενα χρόνια πρέπει να ξεφορτωθούμε το έλλειμμα. Σε πέντε χρόνια, όχι εν μία νυκτί όπως την προηγούμενη φορά. Θα πρέπει να περικοπούν δαπάνες που ήταν συνδεδεμένες με την κρίση, να μειωθούν κάποιες άλλες δαπάνες, όμως άλλες πρέπει να αυξάνονται για πάντα -όπως για παράδειγμα στην υγεία». Έτσι, ο κ. Wolf θεωρεί πως αναπόφευκτα σε ορισμένες χώρες θα υπάρξει αύξηση της φορολογίας.

Ειδικά για την ευρωζώνη, θεωρεί πως «η δημοσιονομική και νομισματική επίπτωση αυτής της τεράστιας κρίσης, που έρχονται να προστεθούν στις δημοσιονομικές και νομισματικές επιπτώσεις της τελευταίας κρίσης, η οποία δεν έχει επιλυθεί πλήρως, είναι υπαρξιακή. Νομίζω πως είτε η ευρωζώνη θα αλλάξει θεμελιωδώς είτε θα είναι πολύ δύσκολο να κρατηθεί ενωμένη, λόγω των πιέσεων που θα δημιουργήσει το τεράστιο δημόσιο χρέος και της τεράστιας πίεσης να αγοράσει η ΕΚΤ μεγάλο μέρος αυτού του δημόσιου χρέους, το οποίο δυνητικά και πολύ μακροπρόθεσμα είναι πληθωριστικό, και οι Γερμανοί και άλλοι Βορειοευρωπαίοι θα αντιδράσουν πολύ έντονα».

Για το ζήτημα των ευρωομολόγων και εάν θα ήταν χρήσιμα και εφικτά, ο κ. Wolf είπε πως υπό προϋποθέσεις -όπως ότι θα πρέπει να είναι ένα έκτακτο μέτρο και όχι μόνιμο και η ΕΚΤ να δώσει επιπλέον στήριξη στις κυβερνήσεις που πρέπει να δανειστούν περισσότερα- ίσως θα μπορούσε να είναι εφικτό. Κατά τον ίδιο, ένα πιο φιλόδοξο project είναι να δανείζονται οι χώρες συλλογικά, να δημιουργηθεί ένα κοινό πρόγραμμα ομολόγων ώστε η ευρωζώνη να γίνει ό,τι οι ΗΠΑ, με ένα ομοσπονδιακό δημοσιονομικό σύστημα. «Αν δημιουργήσει ένα ομοσπονδιακό δημοσιονομικό σύστημα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο, χρειάζεται κάποια δημοκρατική κυβέρνηση. Και έτσι ο λόγος που ήμουν κατά του ευρώ -και δεν έχω αλλάξει γνώμη- είναι πως κατά την άποψή μου, για να πετύχει το project, χρειάζεται κάποια ομοσπονδιακή κυβέρνηση για το ευρώ. Αυτό ακριβώς, όμως, ήταν που απέρριψαν οι λαοί που ήθελαν τη νομισματική ένωση, καθώς ήθελαν να δημιουργήσουν μια εναλλακτική μιας πολιτικής ένωσης. Δεν νομίζω πως έκτοτε υπάρχει η διάθεση στην ευρωζώνη, και έτσι δεν μπορεί να υπάρξει μια αγορά ευρωομολόγων. Θα έλεγα πως έχει λογική να δοκιμαστεί ένας έκτακτος διακανονισμός για να στηριχθούν οι χώρες αρκετά για να περάσουν την κρίση, με έναν έκτακτο χρηματοδοτικό διακανονισμό. Όμως, μια πλήρης στροφή προς έναν ομοσπονδιακό μηχανισμό χρηματοδότησης με αμοιβαιοποίηση των πόρων στην ΕΕ απαιτεί στροφή προς ένα σύστημα που μοιάζει πολύ περισσότερο με αυτό των ΗΠΑ, πράγμα απίθανο επί του παρόντος».

Τέλος, για το πώς επηρεάζει η πανδημία του κορωνοϊού την παγκοσμιοποίηση, ο κ. Wolf είπε πως ο ιός «μάς υπενθυμίζει πως ως είδος είμαστε υπεύθυνοι για τον πλανήτη» και πως εδώ που βρισκόμαστε τώρα «χρειαζόμαστε μια πιο ολοκληρωμένη παγκόσμια διακυβέρνηση για να επιβιώσουμε ως είδος. Δυστυχώς, ως αποτέλεσμα των εσωτερικών οικονομικών και πολιτικών αποτυχιών μας, οι πολιτικές μας πάνε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Χρειαζόμαστε πραγματική ανθρώπινη σύγκλιση, την ώρα που οι πολιτικοί μας μας σπρώχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αν δεν ενδιαφερόμαστε ο ένας για τον άλλον, δεν θα επιβιώσουμε».

Άννα Φαλτάιτς [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v