Πόσο μπορεί να κρατήσει ο τουρισμός τα μεγάλα πορτοφόλια

Η μεγάλη αύξηση του μέσου εσόδου ανά τουρίστα το φετινό καλοκαίρι και πόσο διατηρήσιμη είναι. Ποια παράμετρος θεωρείται μείζονος σημασίας για την αναβάθμιση του προϊόντος και την πορεία το 2022. Οι συγκρίσεις και οι εκτιμήσεις της αγοράς.

Πόσο μπορεί να κρατήσει ο τουρισμός τα μεγάλα πορτοφόλια

Φέτος ο ελληνικός τουρισμός επέδειξε αξιοσημείωτη αντοχή και κατάφερε να κερδίσει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το στοίχημα των εσόδων, υπερβαίνοντας ενδεχομένως ακόμη και τον πήχη του 50% των εισπράξεων του 2019.

Το γεγονός σε σημαντικό βαθμό αποδίδεται στο ότι κατάφερε να προσελκύσει ταξιδιώτες πρόθυμους να δαπανήσουν περισσότερα απ’ ό,τι τα προηγούμενα χρόνια. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο διάστημα Ιανουαρίου - Ιουλίου η μέση δαπάνη ανά ταξίδι έφτασε τα 737 ευρώ έναντι μόλις 468 ευρώ το 2020 και 588 ευρώ στο αντίστοιχο διάστημα του 2019.

Το βασικό ερώτημα καθώς αρχίζουν οι σχεδιασμοί για το 2022 είναι αν η αύξηση αυτή έχει παροδικά χαρακτηριστικά (επιπρόσθετη αποταμίευση λόγω των lockdown κ.τλ.) ή μπορεί να «μονιμοποιηθεί».

Ο υπουργός Τουρισμού, Βασίλης Κικίλιας, εκτιμά ότι είναι επιτεύξιμη η διατήρηση υψηλού μέσου εσόδου, σηματοδοτώντας μια στόχευση του ελληνικού τουρισμού σε ταξιδιώτες υψηλού εισοδηματικού επιπέδου που έχουν εντοπίσει στη χώρα μας ποιοτικό τουριστικό προϊόν, κάτι που θα ενισχύσει σημαντικά το ΑΕΠ.

Πρόκειται για μία παράμετρο μείζονος σημασίας αν ληφθούν υπόψη τα στοιχεία της ετήσιας Εκθεσης Οικονομικού Αντίκτυπου (Economic Impact Report-EIR) του Παγκόσμιου Συμβουλίου Τουρισμού και Τουρισμού (World Travel and Tourism Council-WTTC), βάσει των οποίων το πλήγμα που δέχθηκε το 2020 ο ελληνικός τουριστικός κλάδος εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού οδήγησε στην απώλεια 23 δισ. ευρώ από την εθνική οικονομία, με τη συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ να μειώνεται κατά 61,1%. Είναι χαρακτηριστικό δε ότι η συμβολή του τουρισμού στο ΑΕΠ μειώθηκε από 38,1 δισ. ευρώ (20,3%) το 2019, πριν την εμφάνιση της πανδημίας της νόσου COVID-19, σε 14,8 δισ. ευρώ (8,7%) το 2020.

Η ιδιωτικότητα

Είναι γεγονός, πάντως, πως στους «κερδισμένους» της φετινής σεζόν συγκαταλέγονται τα πολυτελή resorts και οι luxury κατοικίες που προσφέρουν μεγαλύτερη ιδιωτικότητα (και άρα περισσότερη προστασία από τον κορωνοϊό) στους επισκέπτες. Σύμφωνα με την έρευνα της εταιρείας συμβούλων επιχειρήσεων GBR Consulting, μπορεί οι επιδόσεις των ξενοδοχείων, πόλεως και resorts, να κινήθηκαν σε χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με το έτος-ορόσημο για τον ελληνικό τουρισμό 2019, ωστόσο, η Ελλάδα, παρά την πανδημία, κατάφερε να προσελκύσει τουρίστες υψηλότερου -σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια- εισοδηματικού προφίλ.

Είναι ενδεικτικό ότι τα συνολικά έσοδα ανά κατειλημμένο δωμάτιο στα resorts τον περασμένο Ιούνιο ήταν σημαντικά υψηλότερα, όχι μόνο έναντι του Ιουνίου του 2020, αλλά και έναντι του Ιουνίου του 2019.

Ο ρόλος των αποταμιεύσεων

H πλειονότητα των επιχειρηματιών του τουρισμού εκτιμά ότι αυτή η αύξηση της δαπάνης είναι μάλλον συγκυριακή και οφείλεται κατά κύριο λόγο στη διάθεση των τουριστών να ταξιδέψουν και να απολαύσουν τις διακοπές τους έπειτα από 15 περίπου μήνες σκληρών περιορισμών, τάση που θα μπορούσε, ωστόσο, να συνεχιστεί υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις.

Μάλιστα, όπως επισημαίνουν στο Euro2day.gr, πολλοί ταξιδιώτες φέτος ήταν διατεθειμένοι να δαπανήσουν μεγαλύτερα ποσά για τις διακοπές τους λόγω της αποταμίευσης που είχαν κάνει τους προηγούμενους μήνες, κάτι το οποίο παρατηρείται και σε άλλες χώρες, βασικές ανταγωνίστριες της Ελλάδας σε επίπεδο τουρισμού.

Είναι ενδεικτικό ότι στην Ισπανία, τα έσοδα από τους ξένους τουρίστες τον Αύγουστο έφτασαν τα 5,9 δισ. ευρώ έναντι 2,46 δισ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2020, με τη Μέση Κατά Κεφαλή Δαπάνη να ανέρχεται σε 1.136 ευρώ, αυξημένη κατά 12,9%. Και μπορεί τα στοιχεία αυτά, που προέρχονται από το Instituto Nacional de Estadistica της Ισπανίας, να μην είναι συγκρίσιμα με αυτά της χώρας μας, καθώς τα μεγέθη υπολογίζονται με διαφορετική μεθοδολογία, ωστόσο, αναδεικνύουν την τάση που θέλει φέτος τους τουρίστες να ξοδεύουν… καθ’ υπερβολή.

«Μετά από 1,5 χρόνο αποταμίευση, οι ίδιοι οι ταξιδιώτες επέλεξαν φέτος υψηλότερου επιπέδου υπηρεσίες για τις διακοπές τους. Ξόδεψαν “υπερβολικά” σε σχέση με προηγούμενες χρονιές. Ο τουρίστας φέτος ήθελε να δαπανήσει, δεν είχε πάει διακοπές για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και όταν του δόθηκε η ευκαιρία ήθελε να ξοδέψει. Η αύξηση της δαπάνης, ωστόσο, δεν προήλθε από την προσφορά, αλλά από τη ζήτηση. Δεν προχωρήσαμε, για παράδειγμα, συντεταγμένα σε αναβάθμιση του προσφερόμενου προϊόντος, κάτι που θα προσέλκυε τουρίστες υψηλότερου εισοδηματικού επιπέδου. Οι ίδιοι οι τουρίστες θέλησαν να δαπανήσουν περισσότερα», επισημαίνουν παράγοντες του τουρισμού.

Κάποιοι αποδίδουν, μάλιστα, την αυξημένη δαπάνη στον μεγάλο αριθμό αφίξεων τουριστών των οποίων η μέση δαπάνη είναι υψηλότερη από αυτή που καταγράφεται στο σύνολο της χώρας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Αμερικανοί, οι οποίοι φέτος έδωσαν δυναμικό «παρών» στους δημοφιλείς ελληνικούς τουριστικούς προορισμούς, «ανεβάζοντας» το τελικό… ταμείο.

Είναι ενδεικτικό, ότι με βάση τα στοιχεία του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ), η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη για την αμερικάνικη αγορά το 2019 ανήλθε στα 1.008,2 ευρώ, υψηλότερη κατά 78,8% από την ΜΚΔ που καταγράφηκε στο σύνολο της χώρας και διαμορφώθηκε στα 564 ευρώ.

Αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος

Βέβαια, κάποιοι θεωρούν ότι η αυξημένη δαπάνη δεν αποτελεί απαραίτητα προϊόν συγκυρίας (κάτι που ενδεχομένως να αποδειχθεί την επόμενη σεζόν) και εκτιμούν ότι η τάση αυτή μπορεί να συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα καταφέρει να «εκμεταλλευτεί» το θετικό για τον ελληνικό τουρισμό momentum και θα προχωρήσει αφενός σε επενδύσεις που θα αναβαθμίσουν το τουριστικό προϊόν και αφετέρου σε αλλαγή μοντέλου. Ενός μοντέλου που θα στοχεύσει περισσότερο στην προσέλκυση ταξιδιωτών υψηλότερου βαλαντίου -και όχι στον αριθμό των τουριστών- και στην επιμήκυνση της σεζόν.

Στην κατεύθυνση της αναβάθμισης του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, άλλωστε, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) έχει επανειλημμένως αναδείξει την ανάγκη ο ελληνικός τουρισμός να βελτιώσει το υψηλό επίπεδο ανταγωνιστικότητας που ήδη κατέχει μέσα από την προσφορά μιας απρόσκοπτης, βιώσιμης και υψηλού επιπέδου εμπειρίας σε ολόκληρο το φάσμα και το «οικοσύστημα» της τουριστικής αλυσίδας, κάτι το οποίο για να επιτευχθεί απαιτεί ένα σύνολο δράσεων.

Μεταξύ αυτών των δράσεων βρίσκεται και η ενίσχυση των υποδομών που είναι απαραίτητες για την αναβάθμιση των τουριστικών προορισμών και για τη διατήρηση και βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς τους, ανάγκη ιδιαίτερα επιτακτική σε μία περίοδο που αρκετοί δημοφιλείς προορισμοί ήρθαν αντιμέτωποι με τον υπερτουρισμό και την αδυναμία των υφιστάμενων υποδομών να «ανταποκριθούν» στις μεγάλες τουριστικές ροές.

Μπορεί βάσει της έρευνας της GBR Consulting o αριθμός των ξενοδοχείων που φέρουν την επωνυμία (brand) κάποιας ελληνικής ή διεθνούς αλυσίδας να αυξήθηκε σε ποσοστό 65% το 2021 σε σχέση με το 2016 και τα πεντάστερα branded ξενοδοχεία να αυξήθηκαν σημαντικά το 2021, ωστόσο, ο μεγάλος αριθμός των τουριστών κυρίως το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου ανέδειξε προβλήματα που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τα δίκτυα αποχέτευσης, τη μη επάρκεια νερού, τη διαχείριση απορριμμάτων κ.ά. σε προορισμούς πρώτης γραμμής.

Οπως, μάλιστα, αποδεικνύει πρόσφατη έρευνα της MINDHAUS για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ταξιδιών (European Travel Commission-ETC), η πανδημία σε συνδυασμό με την εντονότερη περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση αλλάζει το μοντέλο του τουρισμού. Είναι ενδεικτικό ότι 4 στους 10 ευρωπαίους ταξιδιώτες να είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερα για να επισκεφθούν προορισμούς με λιγότερο κόσμο, τη στιγμή που το 51% δηλώνει πως επιθυμεί να ταξιδεύει περισσότερο σε περιόδους χαμηλότερης τουριστικής κίνησης.

Εύα Δ. Οικονομάκη

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v