Μετά τη Moody's και ο διεθνής οίκος πιστοληπτικής διαβάθμισης S&P Global προχώρησε στην αξιολόγηση της μακροπρόθεσμης πιστοληπτικής ικανότητας του Ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στη βαθμίδα BBB- (investment grade) με σταθερές προοπτικές (Stable Outlook).
Στην έκθεσή της επισημαίνει ότι το ισχυρό επιχειρηματικό προφίλ της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στηρίζεται στο ανθεκτικό χαρτοφυλάκιό της από παραχωρήσεις αυτοκινητοδρόμων πολύ μεγάλης διάρκειας, υπό ένα υποστηρικτικό συμβατικό και ρυθμιστικό πλαίσιο.
Η ισχυρή λειτουργική επίδοση του ομίλου και η ισχυρή ανταγωνιστική του θέση σε ένα διαφοροποιημένο φάσμα δραστηριοτήτων παραχωρήσεων και κατασκευών στην Ελλάδα στηρίζουν την αξιολόγηση. Οι παραχωρήσεις αυτοκινητοδρόμων με διόδια —που αντιπροσωπεύουν το 85% του συνόλου των χιλιομέτρων που διανύονται στους ελληνικούς αυτοκινητοδρόμους με διόδια— αποτελούν βασικούς συνεισφέροντες στην κερδοφορία, επωφελούμενες από ένα υποστηρικτικό ρυθμιστικό πλαίσιο, τον περιορισμένο ανταγωνισμό και τις θετικές οικονομικές προοπτικές.
Προβλέπουμε, γράφει, ότι οι παραχωρήσεις θα συνεισφέρουν περίπου το 80% του EBITDA του ομίλου. Η μέση σταθμισμένη διάρκεια του χαρτοφυλακίου υπερβαίνει τα 25 έτη, στοιχείο που παρέχει σημαντικό πλεονέκτημα έναντι διεθνών ομοειδών υποδομών.
Το καθετοποιημένο επιχειρηματικό μοντέλο της εταιρείας, που καλύπτει τόσο τη λειτουργία παραχωρήσεων όσο και τις κατασκευές, προσφέρει συνέργειες αλλά συνεπάγεται και κινδύνους που σχετίζονται με την εκτέλεση κεφαλαιουχικών δαπανών (capex).
Ο όμιλος έχει μετασχηματιστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, μεταξύ άλλων μέσω της εξαγοράς ύψους €3,3 δισ. το 2024 της παραχώρησης της Αττικής Οδού. Παρότι η πλειονότητα των δραστηριοτήτων αυτοκινητοδρόμων με διόδια βρίσκεται ήδη σε λειτουργία, η ΓΕΚ Τέρνα αντιμετωπίζει σημαντικές κεφαλαιουχικές δαπάνες. Αυτές συνδέονται με τη σχεδόν ολοκλήρωση των έργων επέκτασης της Εγνατίας Οδού, καθώς και ιδίως με έργα greenfield όπως ο Βόρειος Οδικός Άξονας Κρήτης (ΒΟΑΚ) και το Διεθνές Αεροδρόμιο Καστελίου στην Κρήτη (με στόχο ολοκλήρωσης την περίοδο 2028-2030).
Κατά την άποψή μας, η ηγετική θέση της εταιρείας στην αγορά, η υψηλότερη του μέσου όρου κερδοφορία και η διαφοροποίηση του ανεκτέλεστου υπολοίπου της, με μέτριο ποσοστό συμβάσεων σταθερής τιμής, μετριάζουν τους κατασκευαστικούς κινδύνους.
Το ποσοστό EBITDA από τον κατασκευαστικό τομέα αναμένεται να μειωθεί περίπου στο 20% του EBITDA τα επόμενα χρόνια, καθώς οι δραστηριότητες παραχωρήσεων συνεχίζουν να αυξάνονται. Ωστόσο, το υπογεγραμμένο ανεκτέλεστο υπόλοιπο κατασκευών έχει διπλασιαστεί σε περίπου €7 δισ. τα τελευταία χρόνια, με περίπου 50% να αφορά έργα στις ίδιες τις παραχωρήσεις του ομίλου.
Ο όμιλος διαθέτει ιστορικό υψηλότερης του μέσου όρου κερδοφορίας, με περιθώρια EBITDA 7%-9%, καθώς και αποδεδειγμένη ικανότητα διαχείρισης των κινδύνων συμβάσεων σταθερής τιμής (περίπου 25% του τρέχοντος ανεκτέλεστου) κατά την πρόσφατη περίοδο υψηλού πληθωρισμού. Αξιολογούμε θετικά το γεγονός ότι επικεντρώνεται αποκλειστικά στην Ελλάδα, όπου αποτελεί τον ηγετικό κατασκευαστικό παίκτη.
Από το 2026, αναμένουμε ότι οι δραστηριότητες Conventional Energy της ΓΕΚ Τέρνα —που υλοποιούνται μέσω κοινοπραξίας με τη Motor Oil Hellas και αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του έτους— θα λογιστικοποιούνται ως συμμετοχή με τη μέθοδο καθαρής θέσης. Κατά συνέπεια, στο προσαρμοσμένο EBITDA μας ενσωματώνουμε μόνο τις εισροές μερισμάτων από το 50% της συμμετοχής της ΓΕΚ Τέρνα.
Η ανάλυσή μας εξακολουθεί να αποτυπώνει τους υποκείμενους κινδύνους σημαντικών απρόβλεπτων γεγονότων που απορρέουν από αυτές τις πιο ευμετάβλητες δραστηριότητες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με φυσικό αέριο και λιανικής ενέργειας.
Προβλέπουμε βελτιωμένες χρηματοοικονομικές επιδόσεις, υποστηριζόμενες από τις ισχυρές δραστηριότητες παραχωρήσεων και την εκτέλεση έργων της Gek Terna. Αναμένουμε ότι το EBITDA θα αυξηθεί σε πάνω από €750 εκατ. έως το 2028, από περίπου €600 εκατ. το 2025, λόγω της έναρξης λειτουργίας της Αττικής Οδού και της Εγνατίας Οδού το 2025 και 2026, των σημαντικών αυξήσεων διοδίων που επιτρέπονται στην Εγνατία Οδό, καθώς και της ολοκλήρωσης άλλων παραχωρήσεων.
Αναμένουμε, συνεχίζει, ότι τα περιθώρια EBITDA θα διευρυνθούν στο 23%-24%, από 15,8% το 2025, εν μέρει λόγω της αποενοποίησης των ενεργειακών δραστηριοτήτων και της χαμηλότερης συνεισφοράς των κατασκευών καθώς αναπτύσσεται ο τομέας παραχωρήσεων, με περιθώρια 70%-75% για τα περιουσιακά στοιχεία παραχωρήσεων υποδομών.
Παρότι ο ενοποιημένος δανεισμός της ΓΕΚ Τέρνα είναι υψηλός, αναμένουμε ότι η μόχλευση στη μητρική εταιρεία θα παραμείνει χαμηλή, γεγονός θετικό για την αξιολόγηση. Η πολιτική της διοίκησης είναι η χρήση κυρίως nonrecourse δανεισμού στο επίπεδο των παραχωρήσεων, διατηρώντας παράλληλα τον καθαρό δανεισμό προς EBITDA κατασκευών και μερίσματα από έργα παραχωρήσεων σαφώς κάτω από το 1,0x (αναφερόμενος δείκτης μόχλευσης 0,6x το 2025).
Συνεπώς, περισσότερο από το 90% του σημαντικού καθαρού χρέους του ομίλου, ύψους €4,3 δισ. στις 31 Δεκεμβρίου 2025, προέρχεται από nonrecourse project debt.
Οι σταθερές προοπτικές της αξιολόγησής μας αντανακλούν την προσδοκία ότι το EBITDA θα αυξηθεί σημαντικά κατά τα επόμενα δύο έτη, στηριζόμενο στο ισχυρό οργανικό pipeline επενδύσεων της ΓΕΚ Τέρνα.