Με το 2026 να διαμορφώνεται ως χρονιά αυξημένων απαιτήσεων για τις αγορές, οι ξένοι επενδυτικοί οίκοι εμφανίζονται σαφώς πιο επιλεκτικοί στις τοποθετήσεις τους στο ελληνικό χρηματιστήριο.
Το αφήγημα της «φθηνής αγοράς» έχει σε μεγάλο βαθμό κλείσει, όμως συγκεκριμένες μετοχές εξακολουθούν να συγκεντρώνουν επαναλαμβανόμενες ψήφους εμπιστοσύνης, είτε ως core επιλογές ποιότητας είτε ως στοχευμένα growth stories με ορίζοντα πέραν του βραχυπρόθεσμου κύκλου.
Στο επίκεντρο των προτιμήσεων βρίσκονται τίτλοι που συνδυάζουν ορατότητα κερδών, ισχυρή ταμειακή ροή και συνεπές επενδυτικό αφήγημα, στοιχεία που -σύμφωνα με τους αναλυτές- επιτρέπουν τη διατήρηση θέσεων ακόμη και σε περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Coca-Cola HBC, η οποία αναδεικνύεται σε κορυφαία επιλογή από περισσότερους του ενός διεθνείς οίκους. Η Deutsche Bank χαρακτηρίζει τη μετοχή ως την κορυφαία της επιλογή στον ευρωπαϊκό κλάδο τροφίμων και ποτών, εστιάζοντας στον συνδυασμό οργανικής ανάπτυξης, γεωγραφικής διαφοροποίησης και ανθεκτικών περιθωρίων.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Morgan Stanley, η οποία διατηρεί σύσταση overweight, εντάσσοντας τη μετοχή στο πλαίσιο των βασικών της θεματικών επιλογών για το 2026. Το κοινό νήμα στις αναλύσεις είναι ότι η Coca-Cola HBC προσφέρει ποιότητα και προβλεψιμότητα κερδών, στοιχεία που αποκτούν αυξημένη αξία σε ώριμες φάσεις του χρηματιστηριακού κύκλου.
Στον αντίποδα της «defensive ποιότητας», η Metlen Energy & Metals εκπροσωπεί το σκέλος της ανάπτυξης. Η Citi έχει αναδείξει τη μετοχή σε top pick μεταξύ των ευρωπαϊκών mid caps, αναγνωρίζοντας τη δυναμική του επιχειρηματικού μοντέλου και την έκθεση σε κλάδους με διαρθρωτική ζήτηση. Παράλληλα, η Metlen περιλαμβάνεται και στις επιλογές της Bank of America για την ελληνική αγορά, με τους αναλυτές να εστιάζουν στο γεγονός ότι η αποτίμηση δεν αντανακλά πλήρως τις προοπτικές κερδοφορίας και την πολυεπίπεδη δραστηριότητα του ομίλου.
Σταθερό σημείο αναφοράς στις επιλογές των ξένων παραμένει και ο ΟΠΑΠ, κυρίως λόγω του έντονα μερισματικού του χαρακτήρα. Σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς επενδυτές επαναξιολογούν την αξία των σταθερών ταμειακών ροών, ο ΟΠΑΠ προβάλλει ως τίτλος εισοδήματος, με το ενδιαφέρον να ενισχύεται και από τις κινήσεις του βασικού μετόχου.
Σημαντική θέση στις επιλογές των αναλυτών καταλαμβάνει και ο ΤΙΤΑΝ, ο οποίος λαμβάνει διπλή ψήφο εμπιστοσύνης από Kepler Cheuvreux και Wood. Και οι δύο οίκοι αναδεικνύουν το στρατηγικό πλάνο του ομίλου, τις προοπτικές στις ΗΠΑ και τη δυνατότητα περαιτέρω αξίας από επενδύσεις και εξαγορές. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι η αγορά δεν έχει ακόμη ενσωματώσει πλήρως τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές κερδοφορίας, αφήνοντας περιθώριο επαναξιολόγησης της μετοχής.
Η εικόνα που προκύπτει από τις εκθέσεις των ξένων οίκων δεν παραπέμπει σε αδιάκριτο «στοίχημα» στην ελληνική αγορά αλλά σε επιλεκτικές τοποθετήσεις. Μετοχές ποιότητας όπως η Coca-Cola HBC, τίτλοι εισοδήματος όπως ο ΟΠΑΠ και growth stories όπως η Metlen και ο ΤΙΤΑΝ συνθέτουν έναν στενό πυρήνα επιλογών, πάνω στον οποίο χτίζεται το ελληνικό επενδυτικό αφήγημα για το 2026.
Οι τράπεζες ως βασικό επενδυτικό στόρι, με επιλεκτικότητα
Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου οι ελληνικές τράπεζες αντιμετωπίζονταν ως turnaround trade, οι ξένοι επενδυτικοί οίκοι τις προσεγγίζουν πλέον ως ώριμο επενδυτικό πυλώνα της αγοράς. Το ενδιαφέρον δεν εστιάζει πια στην εξυγίανση των ισολογισμών, αλλά στη δυνατότητα διατηρήσιμης κερδοφορίας, κεφαλαιακών αποδόσεων και σύγκλισης αποτιμήσεων με την υπόλοιπη Νότια Ευρώπη.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που αποτυπώνονται σε αναλύσεις ξένων οίκων, οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται με σαφές discount έναντι των ευρωπαϊκών ομοειδών τους, τόσο σε όρους κερδών όσο και ενσώματων ιδίων κεφαλαίων, παρά τη βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού και των αποδόσεων ιδίων κεφαλαίων. Αυτό το χάσμα αποτιμήσεων αποτελεί τον βασικό λόγο για τον οποίο ο κλάδος παραμένει στις βασικές επιλογές διεθνών χαρτοφυλακίων.
Η Εθνική Τράπεζα ξεχωρίζει συχνά ως το «ποιοτικό» στοίχημα του κλάδου, με τους αναλυτές να αναδεικνύουν την ισχυρή κεφαλαιακή βάση και τη δυνατότητα αυξημένων διανομών.
Η Eurobank αντιμετωπίζεται ως πιο ισορροπημένη επιλογή, με έμφαση στη γεωγραφική διαφοροποίηση και στη σταθερότητα κερδών, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς προσελκύει επενδυτικό ενδιαφέρον λόγω χαμηλότερης αποτίμησης και υψηλότερης λειτουργικής μόχλευσης στο σενάριο ανάπτυξης.
Για την Alpha Bank, οι εκθέσεις των οίκων καταγράφουν μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα σε επίπεδο αποτίμησης, χωρίς όμως να αναιρούν τη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών και τη συμμετοχή της στο συνολικό τραπεζικό story της χώρας.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι τράπεζες δεν αντιμετωπίζονται πια ως βραχυπρόθεσμο trade αλλά ως δομικό μέρος της ελληνικής επενδυτικής εικόνας για το 2026, συμπληρώνοντας τις επιλογές ποιότητας και ανάπτυξης εκτός χρηματοπιστωτικού τομέα.