Δείτε εδώ την αποκλειστική μας συνεργασία

Μετοχές: Δέκα χρόνια "φαγούρα"

Τον Σεπτέμβριο κλείνουν 10 χρόνια από το σκάσιμο της "φούσκας του 1999". Τι άλλαξε και τι απέγιναν τα... "πουλέν". Οι μετοχές συντρίμμια, η μετάλλαξη της αγοράς και οι προοπτικές των "καλών" χαρτιών.

Μετοχές: Δέκα χρόνια
** Δείτε τους αναλυτικούς πίνακες με τις συγκρίσεις των κεφαλαιοποιήσεων του 1999 και των σημερινών και τις μεταβολές στις τιμές των μετοχών στη δεξιά στήλη "Συνοδευτικό Υλικό".

Τον προσεχή Σεπτέμβριο κλείνουν δέκα χρόνια από το σκάσιμο της φούσκας του 1999 και οι μνήμες παραμένουν νωπές και οι επιπτώσεις εξακολουθούν να ταλαιπωρούν τον θεσμό του χρηματιστηρίου.

Δέκα χρόνια μετά, πολλές από τις υποσχόμενες τότε εταιρείες σήμερα έχουν βάλει «λουκέτο», ενώ η πλειονότητα των μετοχών καταγράφει απώλειες ανώτερες του 90%! Τα αποκαλούμενα blue chips έχουν χάσει από τότε το 30% - 70% της αξίας τους...

Από εκείνη την περίοδο μέχρι σήμερα το χρηματιστήριο βάλλεται σε καθημερινή βάση από τους πολιτικούς όλων των κομμάτων ως πηγή σκανδάλων και τζόγου. Οι περισσότεροι μικροεπενδυτές εγκατέλειψαν το Χ.Α. κατευθυνόμενοι προς την αγορά ακινήτων, σε έναν δρόμο δηλαδή χωρίς επιστροφή, λόγω και των τόσων δανείων που «φορτώθηκαν» από τις τράπεζες.

Η γενικότερη περιρρέουσα ατμόσφαιρα απέτρεψε τις κυβερνήσεις να λάβουν μέτρα -ανάλογα με εκείνα που ίσχυσαν στο εξωτερικό- τα οποία θα τόνωναν την επαγγελματική διαχείριση χαρτοφυλακίου στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα ο χώρος των θεσμικών επενδυτών να υποβαθμιστεί ανησυχητικά.

Ωστόσο, από το 1999 μέχρι σήμερα άλλαξαν πολλά: το θεσμικό πλαίσιο εκσυγχρονίστηκε, η εποπτεία αναβαθμίστηκε και οι ξένοι θεσμικοί γνώρισαν για τα καλά τις μεγάλες ελληνικές εταιρείες, καλύπτοντάς τες με εκθέσεις και έχοντας αγοράσει μεγάλα ποσοστά των μετοχών τους.

Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν καλύτερες μέρες για το Χρηματιστήριο της Αθήνας αν η διεθνής οικονομία αρχίσει να ανακάμπτει.

Γνωστός παράγοντας της αγοράς δήλωσε στον «Μ»: «Δεν είναι μόνο η καθημερινή πλύση εγκεφάλου που γίνεται στις τηλεοράσεις εναντίον του χρηματιστηρίου. Εξίσου μεγάλο πρόβλημα, αν όχι μεγαλύτερο, είναι το γεγονός ότι οι επενδυτές της προηγούμενης δεκαετίας έχουν μετατραπεί σήμερα σε δανειολήπτες, αφού τα προηγούμενα χρόνια επέλεξαν να δανειστούν για να αγοράσουν σπίτια. Και πώς κάποιος να αγοράσει μετοχές όταν αγωνιά για την αποπληρωμή της δόσης του στεγαστικού του δανείου στο τέλος κάθε μήνα;».
 
Ο ίδιος συνέχισε λέγοντας: «Οι καθημερινές αναφορές στην τηλεόραση έχουν προκαλέσει μεγάλη ζημιά. Οι αριστεροί πολιτικοί μιλούν για τζόγο του μεγάλου κεφαλαίου αλλά και οι κυβερνητικοί βουλευτές θυμούνται το "σκάνδαλο του χρηματιστηρίου", κάθε φορά που αναδύεται ένα νέο σκάνδαλο! Ομόλογα και Βατοπέδι εμείς; Πάρτε ένα χρηματιστήριο εσείς για να μην ξεχνιόμαστε... Τα πράγματα όμως είναι σοβαρά. Εμείς θέσαμε το θέμα της επαγγελματικής διαχείρισης των συνταξιοδοτικών ταμείων, ζήτημα που καθυστέρησε τόσο πολλά χρόνια. Είχε υποστηρίξει ο πρωθυπουργός τον στόχο να εξελιχθεί η Ελλάδα σε περιφερειακό χρηματοοικονομικό κέντρο, αλλά πώς να προχωρήσει κάτι τέτοιο όταν κάθε μέρα δηλώνεται πως το χρηματιστήριο είναι απάτη και τζόγος;».

Από επενδυτές δανειολήπτες...
 
Μπορεί η Σοφοκλέους να συγκαταλέγεται πλέον στις ώριμες αγορές, ωστόσο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά δομικά προβλήματα, όπως τον περιορισμένο αριθμός των επιλογών που προσφέρει στους ξένους επενδυτές, την ύπαρξη τουλάχιστον εκατό εταιρειών που εξακολουθούν να διαπραγματεύονται, λόγω… αδρανείας(!), ή ακόμη τη δραματική συρρίκνωση των εγχώριων θεσμικών χαρτοφυλακίων με ευθύνη τόσο των τραπεζών όσο και του ίδιου του κράτους.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα είναι η ουσιαστική απομάκρυνση των Ελλήνων μικροεπενδυτών. Το 1999 χάθηκαν ολόκληρες περιουσίες.

Δεν είναι μόνο ότι από τότε οι περισσότερες μετοχές έχουν χάσει πάνω από το 70% της αξίας τους, γιατί αυτό ισχύει μόνο για εκείνους τους επενδυτές που αποφάσισαν να κλειδώσουν στο ντουλάπι τους τίτλους τους και να μην ασχοληθούν ξανά με την υπόθεση...

Ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα προέκυψαν από την (παράνομη) διαχείριση των τότε ΑΕΛΔΕ και από τον απίστευτο «αέρα» στις συναλλαγές.

«Υπήρξε περίοδος όπου η μία στις δέκα δίκες που διεξάγονταν στην Ευελπίδων αφορούσε σε υποθέσεις του χρηματιστηρίου, χωρίς να συνυπολογίσουμε πόσες τελικά περιπτώσεις δεν έφτασαν ποτέ στις αίθουσες των δικαστηρίων λόγω συμβιβασμών», αναφέρει χρηματιστηριακός παράγοντας, ο οποίος συνεχίζει: «Άτομα που δεν γνώριζαν καν τι είναι μετοχές τοποθέτησαν σε επιτήδειους ή και σε άσχετους τη διαχείριση των χρημάτων τους, με αποτέλεσμα όχι μόνο να χάσουν το σύνολο των κεφαλαίων τους αλλά και να βρεθούν και χρεωμένοι από πάνω! Πώς να επιστρέψουν στη Σοφοκλέους;».

Πέραν όμως αυτών των επενδυτών, που αναμφίβολα αποτελούν τη μειοψηφία, μεγαλύτερο πρόβλημα προκαλείται από τον υψηλό δανεισμό των νοικοκυριών αλλά και από την πρόσφατη οικονομική κρίση. Τα στοιχεία για τον δανεισμό των νοικοκυριών είναι συντριπτικά.
Ξεκινώντας από ιδιαίτερα χαμηλά μεγέθη στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τον Απρίλιο του 2009 τα χρέη των νοικοκυριών προς τις ελληνικές τράπεζες αντιστοιχούσαν στο 48% του ΑΕΠ(!) εκ του οποίου το 32% αφορούσε σε στεγαστικά δάνεια και το υπόλοιπο 16% σε καταναλωτικά, σε πιστωτικές κάρτες κ.λπ. Για τα περισσότερα νοικοκυριά, λοιπόν, λεφτά για επενδύσεις δεν περισσεύουν...

Επιπλέον, η τρέχουσα οικονομική κρίση λειτουργεί και αυτή αρνητικά. Όχι μόνο διότι τα εισοδήματα των νοικοκυριών πλήττονται αλλά και γιατί σε περιόδους κρίσεων οι επενδυτές συνήθως στρέφονται σε ασφαλέστερες επενδυτικές επιλογές. Άλλωστε, ο επιχειρηματικός κίνδυνος είναι αυξημένος και τα εταιρικά κέρδη μειωμένα.

Πού ποντάρει η Σοφοκλέους

Ωστόσο, παρά τα όποια δομικά προβλήματα αντιμετωπίζει το ελληνικό χρηματιστήριο, δεν παύει να βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία και μάλιστα, γιατί όχι, να ελπίζει σε σαφώς καλύτερες ημέρες.

«Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ένα από τα πλέον αυστηρά θεσμικά πλαίσια, τομέας στον οποίο έγινε πολύ μεγάλη πρόοδος κατά τα τελευταία χρόνια. Το θεσμικό πλαίσιο εκσυγχρονίστηκε, η εποπτεία αναβαθμίστηκε και οι ξένοι θεσμικοί γνώρισαν για τα καλά τις μεγάλες ελληνικές εταιρείες, καλύπτοντάς τες με εκθέσεις και έχοντας αγοράσει μεγάλα ποσοστά των μετοχών τους. Η αύξηση κεφαλαίου της Εθνικής Τράπεζας, μάλιστα, απέδειξε πως οι ξένοι είναι πρόθυμοι να αγοράσουν κι άλλες ελληνικές μετοχές, αρκεί να τους προσφερθεί ένα καλό story».
 
Αυτά δήλωσε παράγοντας της χρηματιστηριακής αγοράς, ο οποίος συνδέει το μέλλον του Γενικού Δείκτη με την πορεία της οικονομικής κρίσης.

Ο ίδιος συμπληρώνει λέγοντας: «Από το 1999 μέχρι σήμερα οι ελληνικές επιχειρήσεις κατάφεραν πάρα πολλά, με κυριότερο το να αποκτήσουν γερές βάσεις στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Μπορεί η τρέχουσα κρίση να έχει μετατρέψει τη συγκεκριμένη κίνηση σε παράγοντα αυξημένου κινδύνου, όμως η κρίση δεν θα διαρκέσει για πάντα. Σήμερα, πάντως, το μέλλον της Σοφοκλέους -όπως και ολόκληρης της οικονομίας λόγω και της γνωστής κρίσης- έχει φύγει σε μεγάλο βαθμό από τους επιχειρηματίες και έχει περάσει ουσιαστικά στα χέρια των πολιτικών. Χρειάζονται λοιπόν συστηματικές κινήσεις για τη μείωση των επιπτώσεων από την κρίση αλλά και διαρθρωτικές παρεμβάσεις για την επίλυση χρόνιων προβλημάτων που ταλαιπωρούν την οικονομία μας».

Νέου τύπου επενδυτές

Μπορεί βέβαια οι μικροεπενδυτές να έχουν μειωθεί σε μεγάλο βαθμό, ωστόσο έχει αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία του στη χρηματιστηριακή αγορά ένας νέος τύπος εγχώριων επενδυτών μειοψηφίας.

Πρόκειται για άτομα με σημαντική οικονομική επιφάνεια, που ενδεχομένως να έχουν ασχοληθεί ενεργά κατά το παρελθόν με τη Σοφοκλέους, απλώς, πιστεύοντας ότι σε μία τριετία οι τιμές των μετοχών θα βρίσκονται σε ανώτερα επίπεδα από τα τρέχοντα, αποκτούν σημαντικές θέσεις σε επιλεγμένους τίτλους, συνήθως σε τράπεζες και κάποιες δυναμικές επιλογές της αποκαλούμενης διεθνούς αγοράς.

Η σκληρή γλώσσα των αριθμών
 
Πάνω από 60 δισ. ευρώ(!) χάθηκαν στο χρηματιστήριο από το μέγιστο της 18ης Σεπτεμβρίου 1999 μέχρι και τις 21 Ιουλίου 2009, μόνο από ένα δείγμα 57 μετοχών που εξακολουθούν από τότε να είναι διαπραγματεύσιμες στη Σοφοκλέους.

Συγκεκριμένα, η κεφαλαιοποίηση αυτών των εταιρειών από τα 108,96 δισ. ευρώ τον Σεπτέμβριο του 1999 υποχώρησε κατά 55%, στα 48,96 δισ. ευρώ σήμερα.
 
Τα στοιχεία του παρατιθέμενου πίνακα είναι συντριπτικά, πλην όμως η πράξη είναι ακόμη περισσότερο δυσάρεστη, καθώς:

* Πρώτον, πολλές από τις εισηγμένες του 1999 βρέθηκαν στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα εκτός χρηματιστηρίου, λόγω της οικτρής τους οικονομικής πορείας: Connection, Ευρωπαϊκή Τεχνική, Εργάς, Έμπεδος, Αφοί Μεσοχωρίτη, ΔΙΕΚΑΤ, ΕΛΛΑΤΕΞ, Δάριγκ, Θεσσαλική, Αλυσίδα, ΑΛΤΕ, Αλουμίνιο Αττικής και τόσες άλλες.

* Δεύτερον, πολλές από τις εισηγμένες και σήμερα εταιρείες έχουν προχωρήσει στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα σε μεγάλου ύψους αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, όπως π.χ. οι τράπεζες Εθνική (άνω των 4 δισ. ευρώ αθροιστικά), EFG Eurobank και Πειραιώς, η ΒΙΟΧΑΛΚΟ, η Τεχνική Ολυμπιακή (ποιος δεν θυμάται την αύξηση κεφαλαίου των 330 εκατ. ευρώ το 2000;), η Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία, η ΚΛΩΝΑΤΕΞ κ.ά.

Έτσι χάθηκαν από την Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία γύρω στα 3 δισ. ευρώ (από τα 2,976 δισ. ευρώ του 1999 στα 8 εκατ. ευρώ σήμερα, ενώ μεσολάβησε και αύξηση κεφαλαίου άνω των 100 εκατ. ευρώ), από την Altec γύρω στο 1,4 δισ. ευρώ, από την Intracom κάτι λιγότερο από 5 δισ. ευρώ (από τα 5,146 δισ. ευρώ στα 217 εκατ. ευρώ), από την Τεχνική Ολυμπιακή πάνω από 1,2 δισ. ευρώ (από το 1,28 δισ. ευρώ στα 71 εκατ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται δύο αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που μεσολάβησαν), από την ΑΕΓΕΚ πολύ πάνω από 1 δισ. ευρώ (900 εκατ. ευρώ χαμηλότερη κεφαλαιοποίηση και κάμποσες αυξήσεις κεφαλαίου), από το Ιατρικό Κέντρο περισσότερα από 1,5 δισ. ευρώ, από τη ΒΙΟΧΑΛΚΟ πάνω από 3,5 δισ. ευρώ (3,2 δισ. ευρώ κεφαλαιοποίηση, πέρα από μία αύξηση κεφαλαίου με δημόσια εγγραφή το 2000) κ.λπ.
Ενδεικτικά της «καταστροφής» των μικροεπενδυτών είναι τα στοιχεία του άλλου παρατιθέμενου πίνακα ο οποίος αναφέρεται στην πορεία των μετοχών από το μέγιστο του 1999 έως και τις 21 Ιουλίου 2009, φυσικά για όσες από τις εταιρείες δεν τέθηκαν ενδιάμεσα εκτός διαπραγμάτευσης.

Από τις 161 λοιπόν αυτές εισηγμένες επιχειρήσεις: 

1)  Μόνο δύο έχουν σημειώσει κέρδη, η Jumbo και η ΑΒ Βασιλόπουλος

2)  Μόνο εννέα επιχειρήσεις έχουν καταγράψει απώλειες χαμηλότερες του 50% (Vivartia, Coca Cola Τρία Έψιλον, Folli Follie, Τιτάν, Fourlis, Lamda Development, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα της Ελλάδος και Καρέλιας). Μάλιστα, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αν συνεκτιμηθούν τα μερίσματα που εισέπραξαν οι επενδυτές κατά τη διάρκεια της δεκαετίας, τότε σε πολλές από τις περιπτώσεις αυτές οι επενδυτές που διατήρησαν τις μετοχές τους δεν έχασαν από το κεφάλαιό τους.

3) Μετοχές 42 εταιρειών έχουν υποχρεωθεί σε πτώση μεταξύ του 50% και του 90%.

4) 108 μετοχές έχασαν περισσότερο από το 90% της αξίας τους, μεταξύ των οποίων και πολλές από τις αποκαλούμενες ισχυρές. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις περιπτώσεις των εταιρειών ΔΟΛ, ΑΝΕΚ, Ιατρικό Αθηνών, Νηρεύς, Μηχανική, Info-Quest, Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης, Αλουμύλ Μυλωνάς, Πλαστικά Θράκης, Inform Λύκος, Αγροτική Ασφαλιστική, Intracom κ.ά.

5) Οι δεικτοβαρείς μετοχές του ελληνικού χρηματιστηρίου, και ιδιαίτερα των τραπεζών, τα πήγαν πολύ καλύτερα από τον μέσο όρο και γι’ αυτό ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου κατά τη συγκεκριμένη δεκαετία έχει περιορισμένες σχετικά απώλειες, σε σύγκριση με τη μέση εικόνα της αγοράς. Για παράδειγμα, η μετοχή της Εθνικής Τράπεζας έχασε το 42% της αξίας της, της Τραπέζης της Ελλάδος το 46%, της Τράπεζας Πειραιώς το 63%, της EFG Eurobank το 65%, του ΟΤΕ το 52%, της ΜΕΤΚΑ το 53%, της ΕΛΛΑΚΤΩΡ και της ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ το 71%, της ΒΙΟΧΑΛΚΟ το 82% κ.ά. 

* Αναδημοσίευση από το 592ο φύλλο της εβδομαδιαίας εφημερίδας "ΜΕΤΟΧΟΣ & ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ", 24 - 28 Ιουλίου 2009.

** Δείτε τους αναλυτικούς πίνακες με τις συγκρίσεις των κεφαλαιοποιήσεων του 1999 και των σημερινών και τις μεταβολές στις τιμές των μετοχών στη δεξιά στήλη "Συνοδευτικό Υλικό".

Στέφανος Kοτζαμάνης [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v