Χάσματα στον δρόμο για την ισότητα των φύλων

Την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα παραμένει στάσιμη σε ό,τι αφορά την έμφυλη ισότητα στους τομείς χρόνος, χρήμα, υγεία, εξουσία, εκπαίδευση και απασχόληση.

Χάσματα στον δρόμο για την ισότητα των φύλων
  • Γεωργία Πετράκη

H ισότητα των φύλων και η διεκδίκηση/διεύρυνση των γυναικείων δικαιωμάτων συνιστά πυρηνικό στοιχείο της πορείας εκδημοκρατισμού και εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας. Πορεία αργή και σε μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως γίνεται φανερό και από τους δείκτες ισότητας που δημοσιεύει το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Ισότητας των Φύλων (EIGE).

Ο Δείκτης Ισότητας των Φύλων, που δημοσίευσε για το 2021 το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), βαθμολόγησε την Ε.Ε. με 68 στα 100 και την Ελλάδα με 52,5 στα 100, τοποθετώντας τη χώρα μας, για ακόμη μία χρονιά, στην τελευταία θέση της κατάταξης. Από το 2010, αναφέρει η έκθεση του EIGE, η Ελλάδα παραμένει λίγο-πολύ στάσιμη σε ό,τι αφορά την έμφυλη ισότητα στους τομείς χρόνος, χρήμα, υγεία, εξουσία, εκπαίδευση και απασχόληση. Οι μεγαλύτερες ανισότητες στη χώρα μας εντοπίζονται στον τομέα της εξουσίας, όπου η Ελλάδα καταλαμβάνει την 26η θέση στην Ε.Ε.

Η καθυστέρηση της χώρας μας στην ανάπτυξη των γυναικείων δικαιωμάτων είναι στενά συνυφασμένη με τα ευρύτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας, όπως είναι η επιρροή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, οι παραδοσιακές αξίες της τιμής, η ισχύς των πατριαρχικών ιεραρχιών και η ιστορικά ελλειμματική της δημοκρατία.

Τα μεγάλα βήματα στην κατεύθυνση της ισότητας έγιναν μετά τη μεταπολίτευση, με εξαίρεση την κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου το 1952. Η σημαντική παρουσία του γυναικείου κινήματος της μεταπολίτευσης και το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση συνέβαλαν στον εκσυγχρονισμό του πατριαρχικού οικογενειακού δικαίου (Ν.1329/1983), στη νομιμοποίηση των αμβλώσεων (Ν.1609/1986) και στην ποινικοποίηση του βιασμού (Ν.1419/1984). Επίσης, κατά τη δεκαετία του 1980 ξεκίνησαν οι δημόσιες πολιτικές ισότητας των φύλων με τη δημιουργία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και του Κέντρου Έρευνας για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ).

Με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εισήχθη ένας περιορισμένης εμβέλειας και οικογενειοκεντρικής προσέγγισης νόμος Ν.3500/2006 για την ποινικοποίηση της ενδοοικογενειακής βίας, ενώ οι πρώτες δημόσιες δομές για τα θύματα βίας, η τηλεφωνική γραμμή SOS, οι ξενώνες και τα συμβουλευτικά κέντρα δημιουργήθηκαν το 2011. Ο νόμος για την καταπολέμηση της βίας ψηφίστηκε το 2018 με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (Ν.4531/2018) ως κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης (Κωνσταντινούπολης).

Κατά την ίδια περίοδο, διευρύνθηκαν ήδη υπάρχοντα δικαιώματα συμμετοχής των γυναικών στην πολιτική και στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, όπως η αύξηση του ποσοστού φύλου κατά 40% επί του συνολικού αριθμού των υποψηφίων στα ψηφοδέλτια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και στις βουλευτικές εκλογές και στις ευρωεκλογές, η θεσμοθέτηση των Επιτροπών Ισότητας των Φύλων στα πανεπιστήμια όλης της χώρας και η υποχρεωτική πλέον σε όλους τους δήμους της χώρας δημιουργία Τομέων Ισότητας των Φύλων. Επίσης, ο νόμος για την ουσιαστική ισότητα των φύλων του 2019 (Ν.4604/2019), που επεκτείνει την εφαρμογή της ισότητας στον δημόσιο τομέα και στις δημόσιες πολιτικές.

Θετική επίδραση στην ισότητα των φύλων στη χώρα μας έχει η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ένταξη στην ΕΟΚ, 1981). Οι ευρωπαϊκές οδηγίες για την ίση μεταχείριση, την ίση αμοιβή, την ίση πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες, την επέκταση των γονικών αδειών στους πατέρες και την καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης στον χώρο εργασίας ως διάκριση λόγω φύλου, οδήγησαν στον εκσυγχρονισμό του ελληνικού δικαίου, δημιουργώντας ένα πλέγμα νομικών ρυθμίσεων ισότητας των φύλων.

Στη σημερινή συγκυρία, τα γυναικεία δικαιώματα αμφισβητούνται με τη συνολική μετατόπιση σε συντηρητικές αξίες, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις απειλούν τις κατακτήσεις των προηγούμενων δεκαετιών (π.χ. αμβλώσεις).

Στην Ελλάδα, παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει για τη γυναικεία χειραφέτηση χάρη (πριν απ’ όλα) στους αγώνες των ίδιων των γυναικών, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική οπισθοδρόμηση, λόγω της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας και των αξιών της. Η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, ένας πρωτοποριακός θεσμός για τα θέματα της ισότητας των φύλων στη χώρα μας, έχασε την αυτοτέλειά του και υπήχθη στην πολιτική για την οικογένεια και τη δημογραφία.

Επιπλέον, ο νόμος για την αναγκαστική συνεπιμέλεια (Νόμος Τσιάρα) συμβάλλει στην αύξηση κακοποιητικών συμπεριφορών εις βάρος των γυναικών, αφού δεν λαμβάνει υπόψη την ενδοοικογενειακή βία.

Η ορατότητα στον δημόσιο χώρο της ενδοοικογενειακής ή μη βίας καθιστά απαραίτητες νομοθετικές πρωτοβουλίες (Σχέδια Δράσης για την Ισότητα, Σύμβαση 190), οι οποίες, όμως, δεν στηρίζονται με αντίστοιχους πόρους προκειμένου να ασκηθούν ουσιαστικές πολιτικές αντιμετώπισης των προβλημάτων και στήριξης των θυμάτων.

Και ενώ οι γυναικοκτονίες χαρακώνουν τη δημόσια ειδησεογραφία, η θεσμική και η πολιτική τάξη αντιμετωπίζουν τους φόνους γυναικών -απόρροια του μισογυνισμού και της πατριαρχικής νοοτροπίας- ως περιστατικά συμβατικής εγκληματολογίας. Ελπιδοφόρα εξέλιξη, τόσο στη χώρα μας όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, συνιστά η ανάπτυξη πολύμορφων φεμινιστικών κινημάτων, των οποίων η αυξανόμενη απήχηση σε νεανικούς -και όχι μόνο- πληθυσμούς καθιστά ορατή την έμφυλη ισότητα όχι απλά ως «γυναικείο», αλλά ως οικουμενικό αίτημα και ως προϋπόθεση μετάβασης σε μια κοινωνία δικαιότερη.

Οι αγώνες για τα γυναικεία δικαιώματα εντάσσονται στους αγώνες για τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας μας.

Ο φεμινισμός αλλάζει την κοινωνία: Οι αγώνες για τα δικαιώματα ψήφου στις αρχές του 20ού αιώνα ή για τα δικαιώματα στην άμβλωση στη δεκαετία του’70, υπήρξαν φορείς κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής αλλαγής. Τώρα, η καταγγελία της βίας στις αρχές του 21ου αιώνα αποτελεί φορέα συνειδητοποίησης των γυναικών, μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης αλλά και σημαντικών μεταρρυθμίσεων σε όλο τον κόσμο.

Δρώμενο-διαμαρτυρία για την κακοποίηση γυναικών και τους βιασμούς (Θεσσαλονίκη, 22 Δεκεμβρίου 2019).

*Η κα Γεωργία Πετράκη είναι Κοινωνιολόγος, καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου. Επιστημονική υπεύθυνη ευρωπαϊκών ερευνητικών προγραμμάτων σχετικών με την οργάνωση της εργασίας, τις κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης και την έμφυλη βία. Τα τελευταία της βιβλία είναι «Εισαγωγή στις σπουδές φύλου» (συνεπιμέλεια με Μ. Στρατηγάκη, 2023), εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», «Κρίση(σεις) και Κόσμοι της Εργασίας» (επιμ.2023), εκδόσεις «Πεδίο».

v