Τα τρία σοκ και η «παγίδα του Θουκυδίδη»

Λέτε ο Ντόναλντ Τραμπ να αντιγράφει τους Σπαρτιάτες λίγο πριν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο; Οι κινήσεις του Αμερικανού προέδρου και η αχίλλειος πτέρνα του Πεκίνου.

Τα τρία σοκ και η «παγίδα του Θουκυδίδη»

Μεγάλη προσωπικότητα των παρασκηνίων, ο Γκράχαμ Τ. Αλισον, 79 ετών, καθηγητής στη Σχολή του Χάρβαρντ John F. Kennedy School of Government, είναι γνωστός για δύο σημαντικά θέματα καυτής επικαιρότητας.

Πρώτον, για τις εργασίες του πάνω στο θέμα της λήψεως γραφειοκρατικών αποφάσεων σε περιόδους κρίσης. Δεύτερον, για το διάσημο άρθρο του το 2017, λίγο πριν τη συνάντηση Ντ. Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο Τσι Τζινπίνγκ, όπου έκανε λόγο για την «παγίδα του Θουκυδίδη».

Κατά την τότε εκτίμησή του, το φαινόμενο αυτής της παγίδας εκδηλώνεται όταν μια χώρα, οι ΗΠΑ σήμερα, η Σπάρτη πριν 2.500 χρόνια, ετοιμάζεται για έναν πόλεμο που θεωρεί αναπόφευκτο, όταν ένας αντίπαλός της, η Κίνα σήμερα, η Αθήνα τότε, γίνεται ισχυρός και άρα απειλητικός.

Από την άποψη αυτή, υποστηρίζεται από Αμερικανούς ειδικούς ότι η Κίνα εφαρμόζει την τακτική της «κρυπτόμενης δύναμης», που έγκειται στην «αφανή χρήση οικονομικής ισχύος». Έτσι για παράδειγμα, η καθηγήτρια Οριάνα Μάστρο τονίζει πως η κινεζική στρατηγική στηρίζεται στη χρηματοδότηση υποδομών στον αναπτυσσόμενο κόσμο και ειδικότερα στην Αφρική, όπου ήδη το Πεκίνο έχει αρκετές φιλικές και… υποτακτικές προς αυτό κυβερνήσεις.

Τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά το 2013, οι προσπάθειες της κινεζικής τακτικής έχουν πάρει τη μορφή της Πρωτοβουλίας Μία Ζώνη, Μία Οδός (One Belt and Road Initiative), ενός μαζικού περιφερειακού έργου υποδομών.

Η Κίνα δαπάνησε περίπου 400 δισεκατομμύρια δολάρια για την πρωτοβουλία (και υποσχέθηκε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα) και έχει πείσει 86 χώρες και διεθνείς οργανισμούς να υπογράψουν περίπου 100 σχετικές συμφωνίες συνεργασίας. Η κινεζική βοήθεια, η οποία λαμβάνει κυρίως τη μορφή δανείων από τράπεζες που ελέγχονται από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, δεν συνοδεύεται από τις συνηθισμένες Δυτικές προϋποθέσεις: Δεν υπάρχουν απαιτήσεις για μεταρρυθμίσεις της αγοράς ή για καλύτερη διακυβέρνηση. Αυτό που όντως ζητά η Κίνα από τους αποδέκτες, ωστόσο, είναι η υποταγή σε μια σειρά ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένης της μη αναγνώρισης της Ταϊβάν.

Όπως έχει γράψει η αναλυτής Nadège Rolland, η Belt and Road Initiative «αποσκοπεί να επιτρέψει στην Κίνα να χρησιμοποιήσει καλύτερα την αυξανόμενη οικονομική της επιρροή για να επιτύχει τους τελικούς πολιτικούς στόχους της, χωρίς να προκαλέσει μια αντισταθμιστική αντίδραση ή μια στρατιωτική σύγκρουση». Το κλειδί είναι ότι το Πεκίνο έχει αφήσει να είναι διφορούμενες οι στρατιωτικές διαστάσεις αυτού του σχεδίου, δημιουργώντας αβεβαιότητα στην Ουάσινγκτον σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις του.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, της λογικής αυτής, ακόμα και αν η Πρωτοβουλία δεν έχει ως τελικό στόχο την παγκόσμια κινεζική στρατιωτική παρουσία, η Κίνα και πάλι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την οικονομική και πολιτική επιρροή που δημιουργείται από το σχέδιο αυτό, για να περιορίσει την εμβέλεια της αμερικανικής ισχύος. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να πιέσει τα εξαρτημένα κράτη στην Αφρική, τη Μέση Ανατολή και τη Νότια Ασία να αρνηθούν στον αμερικανικό στρατό το δικαίωμα να εισέρχεται στον εναέριο χώρο τους ή να έχει πρόσβαση σε εγκαταστάσεις επί του εδάφους τους.

Ένα άλλο πλεονέκτημα των Κινέζων στις επεκτατικές τους προσπάθειες είναι ότι δεν συνδέουν τις χρηματοδοτήσεις τους με φιλελεύθερες ιδεολογικές αρχές. Ποσώς τους ενδιαφέρει αν μια χώρα είναι δημοκρατική ή όχι και σε καμιά περίπτωση δεν συνδυάζουν την οικονομική τους βοήθεια με την εφαρμογή αρχών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την εγκατάσταση κράτους δικαίου.

Το Πεκίνο είναι σε θέση έτσι να κερδίζει την υποστήριξη ασιατικών και αφρικανικών κυβερνήσεων, μοιράζοντας χρήματα χωρίς προϋποθέσεις. Παράλληλα δε, οι κινεζικές κρατικές επιχειρήσεις λαμβάνουν όχι μόνον κρατική στήριξη αλλά και πληροφορίες που ανήκουν σε άλλους, μέσω κατασκοπείας.

Με εργαλείο τους πάντα την τακτική της παρενόχλησης, η Κίνα, χωρίς να απομακρύνεται από την πολιτική της ιδεολογία, έναντι των τρίτων προβάλλει το οικονομικό τους πρότυπο, τονίζοντας την πολιτική του διάσταση. Με άλλα λόγια, δείχνει ότι ο καπιταλισμός είναι εφαρμόσιμος και χωρίς πολιτικές ελευθερίες.

Είναι προφανές ότι στο ιδεολογικό επίπεδο, η Κίνα και οι σύμμαχοί της (Πούτιν, Ερντογάν, Μουλάδες του Ιράν και Ασιάτες δικτάτορες) θέλουν να φέρουν κοντά τους όλους τους επί της γης αντιφιλελεύθερους ηγέτες. Όμως, στην προσπάθεια αυτή, η Κίνα έχει μια αχίλλειο πτέρνα: Οι ηγέτες της έχουν αποτύχει να διατυπώσουν ένα όραμα παγκόσμιας κυριαρχίας που είναι επωφελές για οποιαδήποτε χώρα, εκτός από την Κίνα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Πεκίνο προτιμά να δουλεύει με αδύναμους εταίρους, που μπορούν εύκολα να ελεγχθούν.

«Για να είναι συνεπώς ανταγωνιστική, η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να πέσει στο επίπεδο του Πεκίνου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν με κανένα τρόπο ένα τέλειο ιστορικό ότι ανταποκρίθηκαν στις αξίες τους, αλλά σε γενικές γραμμές, έχουν επιλέξει να ηγηθούν του κόσμου κατά τρόπο που να εξασφαλίζει ότι και άλλοι επωφελούνται. Τώρα δεν είναι η ώρα να εγκαταλειφθεί αυτή η χωρίς αποκλεισμούς προσέγγιση. Η Ουάσιγκτον πρέπει να υποστηρίξει τα διεθνή θεσμικά όργανα που συνθέτουν τη φιλελεύθερη τάξη», υποστηρίζει η Οριάνα Μάστρο.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα κάνει σοβαρή ζημιά και στον εαυτό του. Πέρα βέβαια από τη διεθνή κρίση που συνειδητά θα προκαλέσει. Πέφτοντας από την παγίδα του Θουκυδίδη σε αυτήν του... Πεκίνου.

Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος [email protected]

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v