Ο πόλεμος στο Ιράν ήρθε να επιβεβαιώσει τη σημασία του γεωπολιτικού παράγοντα για την παγκόσμια ασφαλιστική Αγορά. Τα ασφαλιστήρια της ναυσιπλοΐας, π.χ., στην εμπόλεμη περιοχή ανέβηκαν στα ύψη και ήρθαν να προστεθούν στην, ούτως ή άλλως, αβεβαιότητα που είχε διαφανεί ήδη από την αρχή του έτους στον κλάδο, λόγω οικονομικών αναταράξεων, δασμών και διεθνούς αστάθειας.
Παράλληλα, η αυξανόμενη διαταραχή στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες και η μεταβλητότητα στις τιμές της ενέργειας επηρεάζουν άμεσα το κόστος κινδύνου για πολλές επιχειρήσεις.
Οι εξελίξεις αυτές μεταφράζονται σε αυξημένη ανάγκη για ασφαλιστική προστασία, αλλά και σε μεγαλύτερη προσοχή από τις ασφαλιστικές εταιρείες ως προς την αξιολόγηση και τιμολόγηση των κινδύνων. Εάν προσθέσουμε σε όλα τα παραπάνω τις αναμενόμενες -λόγω κλιματικής αλλαγής- φυσικές καταστροφές, η νέα χρονιά για τη διεθνή ασφαλιστική αγορά διαγράφεται θερμή και αστάθμητη.
Τα τελευταία χρόνια, οι φυσικές καταστροφές καταγράφουν διεθνώς ζημίες εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, ενώ σημαντικό μέρος τους παραμένει ανασφάλιστο. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «insurance gap», αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τον ασφαλιστικό κλάδο και ταυτόχρονα μία μεγάλη ευκαιρία ανάπτυξης.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η τεχνολογική πρόοδος και η ευρεία χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (AI) αλλάζουν το πλαίσιο επιχειρηματικής διαχείρισης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και αυξάνουν διεθνώς τον ανταγωνισμό, απαιτώντας, ταυτόχρονα, την αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού των εταιρειών στο πλαίσιο του ψηφιακού περιβάλλοντος.
Η αξιοποίηση τεχνολογιών όπως η ανάλυση μεγάλων δεδομένων (big data), τα εργαλεία αυτοματοποιημένης τιμολόγησης και οι ψηφιακές πλατφόρμες εξυπηρέτησης μετασχηματίζουν ήδη τον τρόπο λειτουργίας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, επιτρέποντας καλύτερη κατανόηση των κινδύνων και ταχύτερη εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων.
Σε αυτό το ταραγμένο διεθνές τοπίο, οι παρατηρήσεις για την ελληνική ασφαλιστική αγορά, σύμφωνα με την έκθεση της Deloitte & Touch «2026 Global Insurance Outlook», είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες: Η ελληνική αγορά έχει σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, ενώ βρίσκεται σε τροχιά «ωρίμανσης και μετασχηματισμού», με τη μετάβαση να προχωρά με γρήγορους ρυθμούς - κυρίως με επίκεντρο την καινοτομία αλλά και τον ίδιο τον πελάτη.
Η χαμηλή ασφαλιστική διείσδυση της Ελλάδας, σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αναδεικνύει ταυτόχρονα το σημαντικό περιθώριο περαιτέρω ανάπτυξης της αγοράς τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα στους κλάδους περιουσίας, φυσικών καταστροφών και αστικών ευθυνών.
Ειδικότερα για την επικέντρωση στον πελάτη, η έκθεση παρατηρεί, μεταξύ άλλων, ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες θα πρέπει να υιοθετήσουν μια προσέγγιση που θα ενσωματώνει «ψηφιακά και ανθρώπινα σημεία επαφής», προσφέροντας «απρόσκοπτη και ανθρώπινη εξυπηρέτηση».
Οι αναφορές αυτές δικαιώνουν τη διαχρονική φιλοσοφία της Interlife για τη σημασία της άμεσης και φυσικής επαφής με τον πελάτη, μέσω της αξιοποίησης του δικτύου των διαμεσολαβητών - έναντι της απρόσωπης τραπεζικής ή ηλεκτρονικής επικοινωνίας.
Η εμπιστοσύνη που οικοδομείται μέσα από την προσωπική σχέση με τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή παραμένει καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη της ασφαλιστικής συνείδησης, ιδιαίτερα σε αγορές όπως η ελληνική.
Σε άλλα σημεία, η έκθεση αναφέρεται ξεχωριστά στις εταιρείες γενικών ασφαλίσεων, οι οποίες στρέφονται εντατικά σε «προηγμένες τεχνολογίες και εναλλακτικές πηγές εσόδων». Ταυτόχρονα, παρατηρεί ότι υπάρχει πίεση στα περιθώρια κέρδους λόγω, αφ’ ενός, της επιβράδυνσης στις αυξήσεις τιμολογίων και της ανόδου του λειτουργικού κόστους, αφ’ ετέρου, του συνεχώς αυξανόμενου ανταγωνισμού - κυρίως από τις εταιρείες που συστηματικά υποτιμολογούν, θα προσθέταμε εμείς.
Με αυτά τα δεδομένα, η ισορροπία μεταξύ ανταγωνιστικής τιμολόγησης και τεχνικά ορθής ανάληψης κινδύνων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα βιωσιμότητας για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Εξαιρετικά σημαντικές αυτές οι διαπιστώσεις, ιδιαίτερα σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία βρισκόμαστε ως χώρα, αλλά και ως ΕΕ, σε αχαρτογράφητα νερά, με το κόστος της ενέργειας να απειλεί το σύνολο των οικονομιών της Ευρωζώνης και με ουσιαστική αδυναμία προβλέψεων για το τι μέλλει γενέσθαι.
Σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, ο ρόλος των ασφαλιστικών επιχειρήσεων καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμος: να λειτουργούν ως μηχανισμός οικονομικής σταθερότητας, διαχείρισης κινδύνων και στήριξης της πραγματικής οικονομίας.
* Ο Ιωάννης Βοτσαρίδης είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Interlife ΑΕΓΑ
Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.