ΟΤΕ: Ανευθυνότητα ή αξιοπιστία;

Εάν, χάριν σκοπιμοτήτων, επιλέγουμε να μετατρέπουμε τη χρηματιστηριακή και την επιχειρηματική ζωή του τόπου σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, γιατί θα έπρεπε κάποιος "ξένος" να μας προτιμήσει;

ΟΤΕ: Ανευθυνότητα ή αξιοπιστία;
Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!

Για ακόμη μία φορά χθες η χρηματιστηριακή κοινότητα αλλά και το πανελλήνιο, παρακολούθησαν μία εισηγμένη εταιρία, τον ΟΤΕ, να γίνεται πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Όποτε αυτό συνέβη στο παρελθόν, όποτε δηλαδή η πολιτική ενεπλάκη με τη χρηματιστηριακή ζωή του τόπου, όφελος για την τελευταία δεν υπήρξε.

Είναι πολύ αμφίβολο, δε, εάν υπήρξε και για την πρώτη.

Να θυμίσουμε το "αμαρτωλό" 1999; Να θυμίσουμε την ποινικοποίηση της χρηματιστηριακής ζωής του τόπου που ακολούθησε την περίοδο αυτή; Τι ακριβώς να θυμηθούμε κι εμείς;

Το μήλον της Έριδος αυτή τη φορά, ήτοι η εκποίηση επιπρόσθετου ποσοστού 5% του ΟΤΕ, από το ελληνικό δημόσιο στην D.T., θα ανέβαζε το ύψος του στο 30% και αντιστοίχως θα μείωνε τη συμμετοχή του Δημοσίου στο 20%.

Εξέλιξη που προδιαγράφεται επακριβώς και στην αρχική συμφωνία συμμετοχής της D.T. στον ΟΤΕ, η οποία αποτελεί πλέον νόμο του κράτους.

Στο ενδεχόμενο αυτό το ΠΑΣΟΚ εμφανίστηκε διά στόματος της κ. Λ. Κατσέλη να αντιδρά σφόδρα, χαρακτηρίζοντάς το "μνημείο ανευθυνότητας".

Από την άλλη πλευρά του "φράχτη", ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γιάννης Παπαθανασίου διερρήγνυε τα ιμάτιά του ότι η πώληση θα είναι συμφέρουσα για το ελληνικό δημόσιο, καθώς διενεργείται στα 27,5 ευρώ ανά μετοχή, την ίδια ώρα που αυτή βρίσκεται στα 11,77 ευρώ στο ταμπλό του Χ.Α. και θα οδηγήσει σε συνολικό τίμημα 674 εκατ. ευρώ και σε καθαρό όφελος 385,5 εκατ. ευρώ για την πλευρά του Δημοσίου.

Οι αριθμοί βρίσκονται προφανώς στο "πλευρό του", αφού ούτως ή άλλως η πώληση γίνεται σχεδόν στο "υψηλό" πενταετίας για τη μετοχή του ΟΤΕ και σε τιμή ανώτερη από εκείνην που πώλησε (με κέρδος) και η MIG το ποσοστό της στην D.T. (26 ευρώ).

Το διακύβευμα όμως δεν είναι μόνο οικονομικό.

Σε επίπεδο αριθμών πρόκειται για επιτυχή και προσοδοφόρα για τα ταμεία του ελληνικού δημοσίου πράξη, σε καιρούς δυστοκίας, όμως η όλη υπόθεση δεν αφορά μόνο στην παράμετρο αυτή.

Αφορά κυρίως σε ζητήματα αξιοπιστίας. Στο «πρόσωπο» που έχει η χώρα μας στη διεθνή Κοινότητα. Καλώς ή κακώς δεσμευτήκαμε και πρέπει να τηρήσουμε το «λόγο» μας, ακριβώς όπως εμφανίζονται διατεθειμένοι να τον τηρήσουν και οι Γερμανοί της DT.

Αφορά επίσης σε ζητήματα «ιδεολογίας» αλλά και ουσίας. Πρέπει να συνεχίσει το ελληνικό Δημόσιο να εμπλέκεται στον κόσμο των επιχειρήσεων; Πρέπει να τερματιστεί ο σφικτός εναγκαλισμός της ελληνικής οικονομίας από το κράτος;

Οι απαντήσεις διαφέρουν ενδεχομένως, βάσει ιδεολογικών και κομματικών επιλογών.

Αυτό όμως που είναι το κύριο ζητούμενο, είναι η καθαρότητα των κανόνων του παιχνιδιού.
Των κανόνων εκείνων που θα επιτρέψουν, αν και στις ημέρες μας εμφανίζεται μάλλον αβέβαιο, σε ξένα επενδυτικά κεφάλαια να βρουν το δρόμο τους προς τη χώρα μας.

Εάν, μόνοι μας, χάριν πολιτικών σκοπιμοτήτων, επιλέγουμε να μετατρέπουμε τη χρηματιστηριακή και την επιχειρηματική ζωή του τόπου σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, διακυβεύοντας μάλιστα και την αξιοπιστία μας ως εταίρου, γιατί θα έπρεπε κάποιος «ξένος» να μας προτιμήσει ως τόπο επένδυσης; Γιατί θα έπρεπε να μας εμπιστευθεί;

[email protected]


Oι απόψεις που διατυπώνονται σε ενυπόγραφο άρθρο γνώμης ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν αναγκαστικά, μερικώς ή στο σύνολο, απόψεις του Euro2day.gr.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v