Ισλανδία: Μετά την καταστροφή τα διλήμματα

Ελάχιστα θυμίζουν σήμερα στην Ισλανδία την καταστροφή του 2008. Η αισιοδοξία έχει επιστρέψει αλλά κρίσιμα διλήμματα πρέπει να απαντηθούν. Η θέση των τραπεζών και το πολιτικό σύστημα.

  • John Beck
Ισλανδία: Μετά την καταστροφή τα διλήμματα
Το 2007, στην Ισλανδία, η υπερβολή είχε γίνει συνήθεια. Όσοι το θυμούνται είναι ακόμη ξαφνιασμένοι με το πόσο είχε απομακρυνθεί η χώρα από την πραγματικότητα. «Ήταν παράλογο, και είναι παράξενο πόσο γρήγορα το παράλογο γίνεται συνήθεια», λέει υψηλόβαθμό τραπεζικό στέλεχος που ζήτησε να κρατήσει την ανωνυμία του. «Δεν υπήρχε τίποτα κακό στο να εισάγεις περισσότερα Range Rover από ό,τι όλες οι άλλες σκανδιναβικές χώρες μαζί, ή με το να πηγαίνει για σκι, γκολφ και θερινές διακοπές κάθε χρόνο, όλος ο πληθυσμός της χώρας».

Τελικά ωστόσο, η επιτυχία των χρηματοοικονομικών αλχημειών που οδήγησαν σε τέτοια ακραία υπερβολή αποδείχθηκε απατηλή. Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το τραπεζικό σύστημα της Ισλανδίας δεν στάθηκε δυνατό να ανταποκριθεί στις διεθνείς του υποχρεώσεις και αφέθηκε να καταρρεύσει από μια κυβέρνηση που απλούστατα δεν διέθετε τα νομισματικά αποθέματα για να υποστηρίξει έναν κλάδο με όγκο ίσο με δέκα φορές το εθνικό ΑΕΠ. Τα αποτελέσματα- κατάρρευση του νομίσματος, πληθωρισμός 20% και μαζική ανεργία- ήταν άκρως τραυματικά- ειδικά για έναν πληθυσμό που είχε μόλις απολαύσει μια ανεπανάληπτη περίοδο ευημερίας- και οδήγησε σε πρωτόγνωρη λαϊκή διαμαρτυρία.

Σήμερα ωστόσο, όταν κυκλοφορεί κανείς στους δρόμους του Ρέυκιαβικ δύσκολα καταλαβαίνει πόσο κοντά βρέθηκε αυτή η χώρα στην ολοκληρωτική κατάρρευση. Τα καφέ είναι γεμάτα, τα εστιατόρια πάνε καλά, οι θαμώνες των μπαρ ασφυκτιούν και οι τουρίστες αφθονούν.

Τουλάχιστον η γενική διάθεση φαίνεται πολύ πιο θετική από ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες- ειδικά με τα κριτήρια Ελλήνων, Ιρλανδών, Ισπανών και Ιταλών.

Συνταγή για μνησικακία

Χρειάζονται όμως μόλις λίγες, και όχι ιδιαίτερα πιεστικές, ερωτήσεις για να γίνει εμφανής η ζημιά που έχει γίνει στον ψυχισμό της χώρας. Η μνησικακία περισσεύει. Τόσο για τη διεθνή κοινότητα που εγκατέλειψε την Ισλανδία στη μοίρα της, όσο και για το επιχειρηματικό και πολιτικό κατεστημένο που οδήγησαν στην καταστροφή.

Η απάθεια και η δυσπιστία και προς τη διακυβέρνηση και προς την αντιπολίτευση είναι εντυπωσιακές. Ο δήμαρχος του Ρέυκιαβικ, Jon Gnar είναι κατ΄ επάγγελμα κωμικός και ιδρυτής του κόμματος με τον σατιρικό τίτλο «Το Καλύτερο Κόμμα». Η εκλογή του το 2010, μετά από προεκλογικές υποσχέσεις τύπου «θα χτιστεί Ντίσνεϋλαντ κοντά στο διεθνές αεροδρόμιο της χώρας», υπήρξε η αποθέωση της ψήφου διαμαρτυρίας.

Δεν χρειάζεται πολύ φαντασία για να αντιστοιχίσει κανείς την κατάσταση του ισλανδικού λαού με την οικονομική κατάσταση στη χώρα. Και σε αυτή την περίπτωση, η θετική σκέψη και η δράση αρχίζουν να βοηθούν στην εξάλειψη των πληγών του παρελθόντος. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν τώρα ορισμένα ενθαρρυντικά σημάδια ανάπτυξης, παρά τα εμπόδια από τον αποκλεισμό λόγω των ελέγχων επί του κεφαλαίου και του σνομπισμού του ευρύτερου χρηματοοικονομικού συστήματος.

Η ανεργία δεν έχει πια ανοδική τροχιά και σταθεροποιήθηκε γύρω στο 6%- υψηλή για τα ισλανδικά δεδομένα. Το ΔΝΤ προέβλεψε ακόμη και θετικό ρυθμό ανάπτυξης 2,5% για το 2012, ενώ και το πλεόνασμα στον ισολογισμό φαίνεται πιθανό. Στο μεταξύ, ο τραπεζικός κλάδος- ο αρχιτέκτονας της εντυπωσιακής ανόδου της Ισλανδίας και της λαμπρής της πτώσης- είναι πλέον αρκετά διαφορετικός. Τα απομεινάρια των τριών κρατικών τραπεζών που κατέρρευσαν με την κρίση μετεξελίχθηκαν σε τρία μάλλον μικρότερα ιδρύματα. Πρόκειται για τις Arion, Islandbanki και Landsbankinn. Οι τρεις τράπεζες έχουν λίγο πολύ παρόμοιο μοντέλο λειτουργίας, όπως επίσης την πλειοψηφία του μεριδίου αγοράς και περισσότερο από το 90% των καταθέσεων.

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι τα περισσότερα από τα πρόσωπα είναι καινούρια. Ένας αριθμός από στελέχη αντικαταστάθηκαν- συχνά από ανθρώπους που δεν προέρχονταν από τον τραπεζικό κλάδο. Το να συναντήσει κανείς σήμερα στέλεχος που κατείχε σημαντική θέση στον προ της κρίσης χρηματοοικονομικό κλάδο είναι το λιγότερο σπάνιο. Ο Ingolfur Bender, επικεφαλής οικονομολόγος στην Islandsbanki είδε τον αριθμό των εργαζόμενων στο τμήμα του να μειώνεται από ογδόντα σε μόλις πέντε. «Από παγκόσμια τράπεζα, γίναμε τοπική τράπεζα καταθέσεων», λέει ο ίδιος.

Η αισιοδοξία επικρατεί

Μπορεί να φαίνεται αδιανόητο αλλά εντός του ίδιου του κλάδου επικρατεί αισιοδοξία. Οι περισσότεροι -κυρίως από τις τρεις "νέες" τράπεζες- θα παραδεχθούν ότι ο βαθμός αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις, τις επιχειρηματικές στρατηγικές, τα μέλη των συμβουλίων και το ανώτερο προσωπικό σήμαινε ότι «το 2009 και το 2010 το ζητούμενο ήταν η επιβίωση», λέει ο Stefan Petursson, CFO της Arion Bank, ενώ οι περασμένοι 12 με 18 μήνες ήταν αφιερωμένοι στην αναδιάρθρωση και τον σχεδιασμό.

Πέρα ωστόσο από το πόσο αισιόδοξος είναι ο κλάδος είναι αναπόφευκτο ότι θα υπάρχουν και χαμένοι. Τα τραύματα αυτά μάλιστα θα επιδεινωθούν σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί μία δημοφιλής πρόβλεψη: ακόμη περισσότερη συσσώρευση στον τραπεζικό κλάδο.

Η μάλλον άβολη αλήθεια είναι ότι ο χρηματοοικονομικός κλάδος της Ισλανδίας εξακολουθεί να είναι μάλλον μεγάλος για μια οικονομία που βασίζεται στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της. «Ένα σύννεφο στον ορίζοντα είναι ότι ο τραπεζικός κλάδος είναι ακόμη πολύ μεγάλος και πολύ ακριβός», λέει ο CEO της Straumur, Petur Einarsson. Φυσικά η γεωγραφία της χώρας σημαίνει ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί τις οικονομίες κλίμακας που είναι διαθέσιμες σε χώρες με πιο συγκεντρωμένο πληθυσμό, αλλά το θέμα παραμένει: Ο τραπεζικός κλάδος προσπαθεί, όπως και η ίδια η Ισλανδία, να βρει την ταυτότητά του.

Υπάρχουν πολλοί μεγάλοι παίκτες, αρκετός ανταγωνισμός και λίγος χώρος για ελιγμούς, λέει ο Hreidar Bjarnason, υψηλόβαθμό στέλεχος της Landsbankinn. «Η συσσώρευση χρειάζεται και θα τη δούμε να συμβαίνει. Όχι απαραίτητα στους ισολογισμούς, αλλά την αναμένουμε στο όλο σύστημα».

Πηγές ανάπτυξης

Στο μεταξύ, το κυνήγι νέων δραστηριοτήτων συνεχίζεται. Μέρος του επαναπροσδιορισμού του ρόλου του χρηματοοικονομικού κλάδου στην Ισλανδία αφορά το να στηρίζει την ευρύτερη οικονομία της χώρας αντί να αποτελεί ο ίδιος πηγή ανάπτυξης. Έτσι, πρέπει να στηριχθεί στην ανάπτυξη των άλλων. Δυστυχώς, η ανάπτυξη σε κλάδους όπως αυτός της αλιείας και της ενέργειας, κατά κοινή παραδοχή, παρακωλύθηκε από τις αριστερές κυβερνήσεις στην Ισλανδία, όσο πιο αριστερή μπορεί να είναι μια παράταξη του ισλανδικού πολιτικού συστήματος. «Το γενικό πρόβλημα είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κυβέρνηση και τις επιχειρήσεις. Δεν συμφωνούν γενικά για την ανάπτυξη και καμιά φορά έχουν εντελώς αντίθετες απόψεις», λέει ο κ. Petursson.

Στο μεταξύ, άλλες κινήσεις, όπως αυτή της επένδυσης του Κινέζου δισεκατομμυριούχου Huang Nubo, ο οποίος σχεδιάζει να χτίσει ένα ξενοδοχείο και γήπεδο του γκολφ σε ένα συγκρότημα 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων στα βορειοανατολικά της χώρας, έχουν μπλοκαριστεί. Αυτό αποτελεί πηγή έντονης ανησυχίας για τα στελέχη των τραπεζών που κατ΄ ιδίαν προσάπτουν στην κυβέρνηση ότι παρεμποδίζει το σημαντικό διεθνές ενδιαφέρον που, όπως λένε, θα μπορούσε να βοηθήσει την Ισλανδία να επιστρέψει στην ανάπτυξη και να ανακτήσει κάποιο από το έδαφος που έχασε από το 2008 και ένθεν. 

Κεφαλαιακοί έλεγχοι

Οι υφιστάμενες (πολιτικές) δυνάμεις εγκαλούνται επίσης για τον χειρισμό τους στα θέματα των κεφαλαιακών ελέγχων, οι οποίοι επιβλήθηκαν αμέσως μετά την κρίση ώστε να σταματήσουν την έξοδο των κεφαλαίων από την Ισλανδία. Λίγοι θα πουν ότι οι περιορισμοί δεν ήταν αναγκαίο μέτρο το 2008, αλλά ο βαθμός στον οποίο στη συνέχεια αυτοί (δεν) άρθηκαν είναι ένα θέμα που προκαλεί συχνά ανησυχία. Επί παραδείγματι, η στρατηγική εξόδου που δημοσιεύθηκε από την κεντρική τράπεζα της Ισλανδίας φαίνεται τώρα να έχει εγκαταλειφθεί, αφήνοντας στη θέση της έναν βαθμό αβεβαιότητας τον οποίο ο κ. Jonsson περιγράφει ως ‘το βασικό εμπόδιο στη μελλοντική ανάπτυξη’.

«Υπάρχει η ανησυχία ότι οι άρση των κανόνων αυτών είναι πολύ αδιαφανής», λέει. «Χρειαζόμαστε επενδύσεις για ανάπτυξη και ειδικά ξένες επενδύσεις. Όμως, μια χώρα με αυστηρούς κεφαλαιακούς ελέγχους είναι πιθανό να αντιμετωπίζεται με καχυποψία».

Η ιδανική λύση, συνεχίζει ο ίδιος, είναι μια πλήρως κοινοποιημένη οικονομική στρατηγική για το μέλλον, περιλαμβανομένης της άρσης των περιορισμών και του μέλλοντος της ισλανδικής κορώνας. Αντίθετα ωστόσο, η κεντρική τράπεζα προς το παρόν αντιμετωπίζει τους περιορισμούς με έναν πολύ επιφυλακτικό τρόπο που στηρίζεται στο «βλέποντας και κάνοντας». Οι επίσημοι συνηθίζουν να υπογραμμίζουν ότι η απουσία πλαισίου είναι σημαντική γα την άρση των ελέγχων με ασφάλεια και χωρίς απρόβλεπτες συνέπειες.

«Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί γιατί με το που υπάρξει έστω και σχετική απελευθέρωση ανοίγουν άμεσα παραθυράκια για απάτες», λέει ο Harpa Jonsdottir, ο αναπληρωτής διοικητής της κεντρικής τράπεζας. Η προοπτική αυτή μπορεί να είναι ανησυχητική για τον τραπεζικό κλάδο, αλλά είναι κατανοητή. Αν οι απαγορεύσεις αρθούν πολύ βιαστικά, το χρήμα θα μπορούσε να φύγει από τη χώρα τόσο γρήγορα ώστε ακόμη και τα νομισματικά αποθέματα να μην επαρκούν. Υπό αυτό το πρίσμα, μια απότομη έξοδος μπορεί να αποδειχθεί μοιραία. Πολλοί γκρινιάζουν, αλλά όταν πιεστούν, λίγοι έχουν πιο λογικές εναλλακτικές να προτείνουν.

Χτίσιμο κεφαλαίου

Η παρεμπόδιση της ανάπτυξης δεν είναι ωστόσο το μοναδικό πρόβλημα που προκαλούν οι περιορισμοί στο κεφάλαιο. ‘Εως ότου αυτοί αρθούν, το κεφάλαιο αναπόφευκτα θα συνεχίσει να αυξάνεται εντός της ισλανδικής οικονομίας με μικρές πιθανότητες διαφυγής. Το θέμα είναι ότι η οικονομική ανάκαμψη σε συνδυασμό με την σχετικά χαμηλή ηλικία του πληθυσμού σημαίνει ότι οι εισροές στα συνταξιοδοτικά ταμεία θα αντιστοιχούν στο 10% του ΑΕΠ ανά έτος, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις.

Ο Andri Gudmundsen, επικεφαλής της HF Securities επισημαίνει ότι «χρειαζόμαστε περισσότερες επενδυτικές ευκαιρίες. Για παράδειγμα, προς το παρόν δεν υπάρχουν παρά μια χούφτα επιχειρηματικά ομόλογα», επισημαίνει. «Οι επενδύσεις σταθερού εισοδήματος που δεν έχουν κυβερνητική προέλευση μπορεί να μετρηθεί στα δάκτυλα».

Οι μετοχικές αγορές θα είναι η προφανής επιλογή, αλλά το ισλανδικό χρηματιστήριο σταμάτησε τη λειτουργία του εντελώς το 2008 και τώρα λειτουργεί μόνο εν μέρει. Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες ενδείξεις ζωής, αφού, σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Χρηματιστηρίου, Pall Handarson περίπου 30 εταιρείες έχουν έρθει σε επαφή με το χρηματιστήριο και έχουν εκφράσει ενδιαφέρον να εισαχθούν σε αυτό εντός των επόμενων δύο ή τριών ετών, ενώ τουλάχιστον πέντε έξι εταιρείες έχουν πάρει σειρά για το 2012.

Όποια και αν είναι η πραγματικότητα, το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι οι κίνδυνοι συσσώρευσης ρευστού δημιουργούν εγχώρια φούσκα τιμών, η οποία σε κάποιο βαθμό πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Όπως και για πολλά από τα ερωτήματα στα οποία η Ισλανδία καλείται να απαντήσει, από την υποψηφιότητα για μέλος της ΕΕ, έως το μέλλον των κλάδων της οικονομίας της- δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις.

Η χώρα ακόμη παλεύει με την ταυτότητά της, το μέλλον της και το ταραχώδες παρελθόν της, αλλά αφού επέζησε από την πλήρη οικονομική κατάρρευση υπάρχει μια αίσθηση ότι όλα θα πάνε καλύτερα και ότι η λύση πρέπει, και είναι βέβαιο ότι θα βρεθεί.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v