Η ελληνική κρίση και η αλλαγή του επιχειρηματικού τοπίου

Οι ευκαιρίες για τις ελληνικές επιχειρήσεις είναι πιο ελκυστικές παρά τη γραφειοκρατία και τα προβλήματα πίστωσης. Η βελτίωση του κλίματος, η μείωση του κόστους και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Γιατί το Ελληνικό αποτελεί κρίσιμο τεστ για τις επενδύσεις.

Η ελληνική κρίση και η αλλαγή του επιχειρηματικού τοπίου
  • Του Tony Barber

Ο Αιμίλιος Μάρκου και ο Αλέξης Πανταζής, δύο Κύπριοι επιχειρηματίες, αψήφησαν τη συμβατική λογική το 2013 και λάνσαραν μια διαδικτυακή ασφαλιστική εταιρεία στην Ελλάδα μέσα στη δίνη της κρίσης κρατικού χρέους στην ευρωζώνη και των κρίσεων στον τραπεζικό τομέα.

«Την εποχή εκείνη οι άνθρωποι που επένδυαν στην Ελλάδα πήγαιναν κόντρα στο ρεύμα. Για εμάς το σκεπτικό ήταν "θα έρθουμε εδώ εξαιτίας της κρίσης"» θυμάται ο κ. Πανταζής.

H επιτυχία της Hellas Direct, η οποία εξειδικεύεται στην ασφάλιση αυτοκινήτων, καταδεικνύει ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι μια επικερδής αγορά για όσους επενδύουν έξυπνα και με μακροπρόθεσμη προοπτική. «Μετά από μια περίοδο κακοδιαχείρισης της οικονομίας σε διάφορα επίπεδα, τα τελευταία τρία χρόνια υπάρχει μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα. "H Ελλάδα είναι μια επαναδυόμενη αγορά" είναι ένα αστείο που λέμε μεταξύ μας», αναφέρει ο κ. Μάρκου.

Η συνολική επενδυτική εικόνα της χώρας είναι μεικτή. Στελέχη επιχειρήσεων, επενδυτές και κυβερνητικοί αξιωματούχοι κάνουν λόγο για βελτίωση του εγχώριου επιχειρηματικού κλίματος και μια αλλαγή προς το καλύτερο όσον αφορά την αντίληψη της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού. Ωστόσο, η εύθραυστη θέση των ελληνικών τραπεζών, η ανάγκη για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις στη δυσκίνητη δημόσια διοίκηση της χώρας και η αναποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης συνεχίζουν να αποτελούν αρνητικούς παράγοντες για τους επενδυτές.

Σε έκθεση που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο με τον τίτλο «10 χρόνια κρίσης: η οικονομία συρρικνώθηκε αλλά δεν μεταρρυθμίστηκε», η PwC υπολογίζει ότι το ποσοστό των επενδύσεων στην Ελλάδα βρισκόταν στο 45% του επιπέδου του 2009, όταν η κυβέρνηση και ο ιδιωτικός τομέας άρχισαν να βουλιάζουν υπό το βάρος της κλιμακούμενης κρίσης χρέους.

«Η μείωση των επενδύσεων κατά τη διάρκεια της κρίσης υπήρξε δραματική, με άμεσες αρνητικές επιπτώσεις στην τεχνολογική ενοποίηση και υπονόμευση της δυνατότητας για επέκταση με νέα προϊόντα και νέες αγορές» αναφέρει η έκθεση της PwC. Για πολλές εταιρείες, το υψηλό κόστος της πίστωσης περιορίζει τις μεγάλες επενδύσεις. «Η απόδοση του κεφαλαίου είναι σε συστηματική βάση αρκετά κάτω από το αντίστοιχο κόστος του κεφαλαίου, δημιουργώντας ένα τεράστιο εμπόδιο για τις εταιρείες να πραγματοποιήσουν μεγάλες και μακροπρόθεσμες επενδύσεις», επισημαίνει η έκθεση.

Ωστόσο, ο Νίκος Κούλης, ο CEO της Deca Investments, υποστηρίζει πως δεν είναι όλες οι εταιρείες στερημένες από πίστωση. «Η αγορά είναι διαιρεμένη. Αν είσαι καλή εταιρεία, μπορείς να βρεις πίστωση με ελκυστικό τόκο», εξηγεί ο ίδιος.

Τα τελευταία τρία χρόνια, η Deca έχει αποκτήσει μερίδιο σε επτά μεσαίου μεγέθους ελληνικές επιχειρήσεις, σε τομείς εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους, από τις κολλητικές ταινίες και την επεξεργασία τομάτας ως τα πλαστικά σκεύη και τα γυναικεία αξεσουάρ. Ο όμιλος άρχισε να δραστηριοποιείται στην Ελλάδα το 2014, στη συνέχεια αναγκάστηκε να κρατήσει στάση αναμονής εξαιτίας της πολιτικής και οικονομικής αναταραχής που χτύπησε τη χώρα το 2015.

Έκτοτε, ωστόσο, η κατάσταση έχει βελτιωθεί. «Τώρα έχουμε μακράν την πιο ισχυρή θέση από ποτέ. Αν ήμασταν αναγκασμένοι να προχωρήσουμε όλα τα ντιλ που υπάρχουν δυνητικά εκεί έξω, δεν θα είχαμε αρκετά χρήματα για να επενδύσουμε σε όλα», λέει ο κ. Κούλης. «Είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι έχουμε πιο ελκυστικές επενδυτικές ευκαιρίες από ότι είχαμε πριν από δύο ή τρία χρόνια».

Η σύγκριση των επιχειρηματικών συνθηκών το 2012 με τις σημερινές δεν οδηγεί σε ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα του τύπου «ήταν κακές τότε, είναι καλύτερες σήμερα», σημειώνει ο Κούλης. Το 2012, οι κύριες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι ελληνικές εταιρείες ήταν η υπερβολική γραφειοκρατία, ο σχετικά υψηλός εταιρικός φόρος, η περιορισμένη τραπεζική πίστωση, οι ελλείψεις σύγχρονων υποδομών και η επιδείνωση του εμπορικού σήματος «made in Greece».

Σήμερα, ορισμένες από τις δυσκολίες αυτές έχουν περιοριστεί. Το εργατικό κόστος είναι σημαντικά χαμηλότερο, υπάρχει διαθέσιμη πίστωση για ισχυρές εταιρείες και το εμπορικό σήμα της Ελλάδας βελτιώνεται. Ωστόσο, ο εταιρικός φόρος έχει αυξηθεί και το γραφειοκρατικό και νομικό καθεστώς παραμένει δύσκαμπτο, αν όχι εξίσου άγαρμπο και ασφυκτικό όσο στο παρελθόν. Επιπλέον, το μεταφορικό κόστος για τις επιχειρήσεις αυξάνεται, αν και αυτό εν μέρει αντανακλά την ενίσχυση των εξαγωγών και της συνολικότερης οικονομικής ανόδου.

O κ. Κούλης εκτίμα ότι το αργό, αναποτελεσματικό και ενίοτε πολιτικοποιημένο νομικό σύστημα αποτελεί μεγάλο εμπόδιο για την πραγματοποίηση επενδύσεων, ιδίως από το εξωτερικό. «Αν είχα ένα μαγικό ραβδάκι και μπορούσα να αλλάξω ένα πράγμα, θα άλλαζα την ταχύτητα στην απονομή δικαιοσύνης», τονίζει.

Όταν τίθεται το ζήτημα αυτό στον Στέργιο Πιτσιόρλα, τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομίας που είναι υπεύθυνος για τις επενδύσεις η απάντηση του είναι ξεκάθαρη. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις αυξήθηκαν πέρυσι στα 3,64 δισ. δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο από το 2005, επισημαίνει. Το φετινό νούμερο θα είναι πιθανότατα χαμηλότερο, παραδέχεται, αλλά αυτό συγκαλύπτει τη βελτίωση στο μείγμα των επενδύσεων. Ενώ οι προ κρίσης επενδύσεις (ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου) επικεντρώνονταν στο real estate, τις κατασκευές και τη ναυτιλία, σήμερα ο μηχανολογικός εξοπλισμός αντιστοιχεί στο ένα τρίτο των συνολικών επενδύσεων.

«Είναι αλήθεια πως υπάρχει πρόβλημα με την ταχύτητα στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων. Αυτό απαιτεί μια αναδιοργάνωση των δικαστηρίων, το οποίο είναι δύσκολο από πολιτική άποψη» αναφέρει ο κ. Πιτσιόρλας. «Ωστόσο, η κυβέρνηση επαναξιολογεί τους κώδικες και προχωράει στον εξορθολογισμό της νομοθεσίας για τις επιχειρήσεις. Αυτό δεν έχει γίνει εδώ και δεκαετίες. Πολλοί νόμοι που είναι σε ισχύ αντικρούουν ο ένας τον άλλον».

Ο Χρήστος Χαρπαντίδης, CEO της Παπαστράτος, της ελληνικής θυγατρικής της Philip Morris International (PMI), υπογραμμίζει ότι οι ατέλειες του νομικού συστήματος και τα προβλήματα των τραπεζών δεν έχουν διαταράξει τις δραστηριότητες της εταιρείας του. Η PMI επένδυσε 300 εκατ. ευρώ στην Παπαστράτος το 2017, το οποίο επέτρεψε στη θυγατρική να διακόψει την παραγωγή τσιγάρων και να μεταπηδήσει στα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού, κυρίως για εξαγωγές. Η Ιαπωνία είναι η μεγαλύτερη αγορά της.

«Η ελληνική τραπεζική κρίση δεν μας έχει επηρεάσει γιατί κάνουμε τις επενδύσεις με εσωτερική χρηματοδότηση» τονίζει. «Όσον αφορά τη γραφειοκρατία και το νομικό σύστημα, βλέπω καλές προθέσεις και ορισμένες αλλαγές σε κάποιους τομείς. Αυτά είναι δύο πράγματα που κρατάνε πίσω την Ελλάδα. Αλλά ως τοπικός φορέας με εμπειρία στην αγορά αυτή, μαθαίνεις πώς να αντιμετωπίζεις το περιβάλλον αυτό. Βρίσκεις τη λύση».

Όπως πολλοί άλλοι Έλληνες και ξένοι επιχειρηματίες, ο Χαρπαντίδης υπογραμμίζει ότι το κρίσιμο τεστ για το επενδυτικό κλίμα θα είναι αν το Ελληνικό – ένα σχέδιο 8 δισ. ευρώ για την ανάπλαση της περιοχής γύρω από το παλιό αεροδρόμιο της Αθήνας – ξεκινήσει ομαλά. «Κάτι πρέπει να γίνει στο Ελληνικό για να δείξει στους επενδυτές ότι μπορούν να προχωρήσουν τα μεγάλα έργα στην Ελλάδα» αναφέρει ο Χαρπαντίδης.

Για πολλά χρόνια, τα γραφειοκρατικά εμπόδια και η πολιτική αντιπαράθεση ακροαριστερών στο κυβερνών κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ έχουν κρατήσει σε αναμονή ένα σχέδιο το οποίο υποτίθεται ότι θα αναδείκνυε το νέο, φιλοεπενδυτικό πρόσωπο της Ελλάδας. Ωστόσο, η κυβέρνηση σκοπεύει να ολοκληρώσει τον διαγωνισμό για το καζίνο στο Ελληνικό μέσα στον Μάιο και υπόσχεται ότι το έργο θα έχει ξεκινήσει κανονικά ως το τέλος του έτους. «Είμαστε πολύ κοντά» αναφέρει ο Άρης Ξενόφος, ο οποίος είναι ο πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ.

Σύμφωνα με τον Βαγγέλη Κτενιάδη, πρόεδρο της εταιρείας real estate V2 Development, η Ελλάδα πρέπει να εκμεταλλευτεί τα προτερήματά της, τα παραδοσιακά προτερήματα και αυτά που απέκτησε πιο πρόσφατα. «Πρέπει να κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι είμαστε πόλος σταθερότητας στην νοτιοανατολική Ευρώπη. Μπορούμε να γίνουμε μια χώρα που προσφέρει σπουδαίες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένου του τουρισμού και του real estate».

«Αυτό που μπορεί να δείξει η Ελλάδα στον υπόλοιπο κόσμο είναι πως πήραμε το μάθημα μας από την κρίση και διδαχτήκαμε από αυτό» προσθέτει. «Πρέπει να δείξουμε ότι η Ελλάδα εργάζεται και ότι οι επενδυτές μπορούν να την εμπιστευτούν. Όπου και αν κοιτάξει κανείς, οι Έλληνες στο εξωτερικό ευημερούν. Οπότε δεν έχει να κάνει με το χαρακτήρα μας. Χρειαζόμαστε ένα σύστημα και μια δομή που να λειτουργούν» καταλήξει.


Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v