Ο πόλεμος στο Ιράν και το δίλημμα των κεντρικών τραπεζιτών

Αυτό που συνέβη μετά την πανδημία δεν είναι ο κατάλληλος οδηγός για να πλοηγηθούμε στο τωρινό σοκ γράφει το editorial των FT. Πώς θα πρέπει να κινηθούν τώρα οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες.

Ο πόλεμος στο Ιράν και το δίλημμα των κεντρικών τραπεζιτών
  • The editorial board

Ο πόλεμος στο Ιράν έχει φέρει σε δύσκολη θέση τους κεντρικούς τραπεζίτες. Κανένας δεν γνωρίζει για πόσο θα συνεχιστεί η διατάραξη της ναυτιλίας στα Στενά του Ορμούζ και, ως εκ τούτου, πόσο θα μπορούσαν τελικά να αυξηθούν οι παγκόσμιες τιμές ενέργειας.

Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, όμως, ήδη νιώθουν το «τσίμπημα» των ακριβότερων καυσίμων. Τα δεδομένα που δημοσιοποιήθηκαν την Τρίτη έδειξαν πως η ετήσια αύξηση του αμερικανικού δείκτη τιμών καταναλωτή έκανε άλμα στο 3,8% τον Απρίλιο, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών και έναντι του 2,4% τον Φεβρουάριο.

Αν αυτοί που ορίζουν τα επιτόκια δράσουν πολύ γρήγορα για να περιορίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις αυξάνοντας το κόστος της πίστης, κινδυνεύουν να κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Αν τα διατηρήσουν αμετάβλητα για να δουν πώς θα εξελιχθεί ο πόλεμος, υπάρχει κίνδυνος να καθυστερήσουν υπερβολικά.

Έπειτα θα μπορούσαν να τους κατηγορήσουν για μια εκτίναξη των τιμών, όπως έγινε στον απόηχο της πανδημίας και της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022. Τούτου λεχθέντος, οι κεντρικοί τραπεζίτες γνωρίζουν επίσης πως η νομισματική πολιτική είναι ένα μάλλον ατελές εργαλείο για τον έλεγχο των τιμών εν μέσω ενός ασταθούς σοκ στις προμήθειες ενέργειας.

Η στρατηγική, μέχρι στιγμής, μεταξύ των μεγάλων κεντρικών τραπεζών είναι να περιμένουν. Αλλά όσο περισσότερο συνεχίζεται ο πόλεμος, τόσο θα λιγοστεύει η υπομονή, και τόσο πιο επιθετικοί θα γίνουν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής.

Την περασμένη εβδομάδα, η Reserve Bank of Australia και η Norges Bank διαφοροποιήθηκαν, αυξάνοντας τα επιτόκια. Και στις συνεδριάσεις τους τον περασμένο μήνα, η Federal Reserve των ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Αγγλίας εξέφρασαν την αυξανόμενη ανησυχία τους για τη μετακύλιση του υψηλότερου ενεργειακού κόστους στην οικονομία.

Ο Κέβιν Γουορς, που διαδέχεται τον απερχόμενο Τζέι Πάουελ στην προεδρία της Fed θα αντιμετωπίσει σθεναρή αντίσταση από μια FOMC που ανησυχεί για τον πληθωρισμό αν πιέσει για μείωση επιτοκίων ώστε να κατευνάσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.

Τα «γεράκια» που ανησυχούν θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν. Τα πλούσια κράτη είναι λιγότερο εξαρτημένα από τα ορυκτά καύσιμα απ’ ό,τι τις περασμένες δεκαετίες, αλλά ο πόλεμος –που έχει πυροδοτήσει το μεγαλύτερο σοκ στην ιστορία στην προμήθεια πετρελαίου- έχει ήδη οδηγήσει σε αξιοσημείωτη αύξηση των τιμών.

Στις ΗΠΑ, έναν καθαρό εξαγωγέα ενέργειας, το κόστος των καυσίμων έχουν αυξηθεί πάνω από 50%. Το τελευταίο σοκ στις τιμές θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε ένα άλμα μεγαλύτερης διάρκειας στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου οι κεντρικές τράπεζες έχουν δυσκολευτεί να επαναφέρουν με βιώσιμο τρόπο την αύξηση των τιμών στον στόχο του 2% τα τελευταία χρόνια.

Ωστόσο, οι ανησυχίες πως οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής κινδυνεύουν να επαναλάβουν τα λάθη του 2022 –όταν οι κεντρικοί τραπεζίτες καθυστέρησαν πολύ να προχωρήσουν σε σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής και ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε – θα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν.

Οι συνθήκες είναι διαφορετικές αυτή τη φορά. Τότε, οι οικονομίες ανέκαμπταν από τα lockdowns και τονώνονταν από τις γεναιόδωρες πολιτικές στήριξης. Αυτή τη στιγμή, η οικονομική δυναμική μοιάζει πιο αδύναμη και η δημοσιονομική στήριξη –και αυτό είναι συνετό- είναι πιο περιορισμένη.

Οι αυξανόμενες τιμές ενέργειας περιορίζουν επίσης τη ζήτηση, που θα μπορούσε να συμβάλει στον περιορισμό του πληθωρισμού. Επιπλέον αυτού, ένα υψηλότερο κόστος δανεισμού δημιουργεί τον κίνδνυο να πιεστεί υπερβολικά τις οικονομίες. Ομοίως, οι αγορές εργασίας στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη είναι πιο χαλαρές σήμερα, που σημαίνει πως οι προσδοκίες για υψηλότερο πληθωρισμό είναι λιγότερο πιθανό να πυροδοτήσουν μια ανοδική κίνηση σε μισθούς και τιμές. Τα επιτόκια, επίσης, είναι πολύ λιγότερο διευκολυντικά απ’ όσο ήταν στον απόηχο της πανδημίας.

Για την ώρα, λοιπόν, είναι λογικό η Fed, η Τράπεζα της Αγγλίας και η ΕΚΤ να συνεχίσουν τη στάση αναμονής τους, με επιθετική ρητορική ώστε να βοηθήσουν στη συγκράτηση των πληθωριστικών προσδοκιών.

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να παρακολουθούν στενά σε ποιο βαθμό η σύγκρουση περιορίζει τη ζήτηση και πόσο γρήγορα το υψηλότερο ενεργειακό κόστος τροφοδοτεί ευρύτερες πιέσεις στις τιμές.

Ταυτόχρονα, πρέπει να παρακολουθούν τις εξελίξεις στα Στενά, καθώς και τον κίνδυνο οι πιεζόμενες κυβερνήσεις να αναγκαστούν να παράσχουν περισσότερη στήριξη για το κόστος διαβίωσης. Όπως και όλοι οι άλλοι, οι κεντρικοί τραπεζίτες προσπαθούν να χαράξουν πορεία σε ένα οικονομικό τοπίο που έχει θολώσει από την ομίχλη του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

© The Financial Times Limited 2026. All rights reserved.
FT and Financial Times are trademarks of the Financial Times Ltd.
Not to be redistributed, copied or modified in any way.
Euro2day.gr is solely responsible for providing this translation and the Financial Times Limited does not accept any liability for the accuracy or quality of the translation

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v
Απόρρητο