Δείτε εδώ την ειδική έκδοση

S&P: Θετικές προοπτικές αλλά όχι αναβάθμιση για Ελλάδα

Διατήρησε την αξιολόγηση ΒΒ+ ο οίκος, μια βαθμίδα κάτω από την επενδυτική. Προβλέπει ανάπτυξη τουλάχιστον 2,5% φέτος. Το σχόλιο για τις εκλογές. Τι θεωρεί "κλειδί" για επίτευξη investment grade.

S&P: Θετικές προοπτικές αλλά όχι αναβάθμιση για Ελλάδα

Σε αναβάθμιση των προοπτικών για το ελληνικό αξιόχρεο σε θετικές από σταθερές προχώρησε η S&P διατηρώντας την αξιολόγηση ΒΒ+, μια βαθμίδα κάτω από την επενδυτική. 

Σημειώνεται ότι οι θετικές προοπτικές σημαίνουν ότι επίκειται αναβάθμιση (εν προκειμένω στο ΒΒΒ, επίπεδα επενδυτικής αξιολόγησης) εντός των επόμενων 12 μηνών, μια κίνηση που θα απαιτήσει ωστόσο νέο γύρο αξιολόγησης της οικονομίας. 

Μια βαθμίδα κάτω από την επενδυτική διατηρεί την Ελλάδα και η Fitch η οποία στις 28 Ιανουαρίου είχε αναβαθμίσει την Ελλάδα σε ΒΒ+ από ΒΒ, θέτοντας παράλληλα σταθερό outlook, ενώ η Moody's διατήρησε στις 17 Μαρτίου την πιστοληπτική αξιολόγηση Βa3 για το ελληνικό αξόχρεο αναβαθμίζοντας τις προοπτικές σε θετικές από σταθερές.

Στην έκθεσή του ο οίκος επισημαίνει ότι:

-Οι ελληνικές δομικές μεταρρυθμίσεις και η ανθεκτικότητα της οικονομίας, σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή στήριξη, έχουν βελτιώσει τα οικονομικά της κυβέρνησης και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού τομέα. 

- Μετά την πιο ταχεία δημοσιονομική σύγκλιση το 2022, η Ελλάδα επέστρεψε σε πρωτογενές πλεόνασμα και αναμένεται περαιτέρω βελτίωση τα επόμενα χρόνια. 

- Οι επενδύσεις αυξήθηκαν στο 21% του ΑΕΠ στα τέλη του 2022, ενισχυμένες κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία τριετία. Ο οίκος αναμένει διατήρηση της τάσης, με βάση και τα κεφάλαια που είναι διαθέσιμα από το Ταμείο Ανάκαμψης. 

Η S&P επισημαίνει ότι θα μπορούσε να αναβαθμίσει την ελληνική αξιολόγηση εντός των επόμενων 12 μηνών εάν διατηρηθεί η δημοσιονομική πειθαρχία έως το 2026. Επίσης, μια αναβάθμιση εξαρτάται και από τη διατήρηση των δομικών μεταρρυθμίσεων από την επόμενη κυβέρνηση, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα της χώρας. 

Στον αντίποδα, ο οίκος θα μπορούσε να υποβαθμίσει τις προοπτικές σε σταθερές εντός του επόμενου έτους εάν η εκτέλεση του προϋπολογισμού αποκλίνει σημαντικά από τις τρέχουσες προβλέψεις και επιδεινωθούν πέραν των προβλέψεων οικονομικές ανισορροπίες όπως το ήδη αυξημένο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών.  

Ανάπτυξη τουλάχιστον στο 2,5% φέτος

Η ελληνική οικονομία έχει αποδειχθεί ανθεκτική παρά τις δύσκολες εξωτερικές μακροοικονομικές συνθήκες. Η οικονομική δραστηριότητα ενισχύθηκε κατά 5,9% σε πραγματικούς όρους το 2022, ξεπερνώντας τα προ πανδημίας επίπεδα, παρά το ενεργειακό σοκ για την Ελλάδα και τους εμπορικούς της εταίρους. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν στο 21,4% του ΑΕΠ στο τέλος του 2022, αυξημένες κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες από το τέλος του 2019, ενώ οι εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ εκτιμάται ότι αυξήθηκαν κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες την τελευταία δεκαετία.

Με οικονομικές επιπτώσεις να μεταφέρονται και στο 2023, σταθερές προοπτικές επενδύσεων και χωρίς σημάδια υποχώρησης στον τουρισμό, ο οίκος βλέπει την ανάπτυξη να φτάνει τουλάχιστον στο 2,5% το 2023 και στη συνέχεια να κυμαίνεται κατά μέσο όρο λίγο κάτω από το 3% την περίοδο 2024-2026.

Η αρνητική πιστωτική επέκταση φαίνεται να έχει αντιστραφεί το 2022, καθώς για πρώτη φορά από το 2010, οι καθαρές ροές δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα είναι θετικές.

Οι προσπάθειες εκκαθάρισης των ισολογισμών σε όλο το σύστημα απέδωσαν αποτελέσματα, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) να μειώνονται στο 8,2% των ακαθάριστων δανείων τον Δεκέμβριο του 2022, το οποίο αν και εξακολουθεί να είναι υψηλό, είναι πολύ κάτω από το υψηλό του 49,2% τον Ιούνιο του 2017. Ενώ παραμένει η ανησυχία για την ποιότητα των τραπεζικών κεφαλαίων (οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις εξακολουθούν να αποτελούν περίπου τα δύο τρίτα του εποπτικού κεφαλαίου), ο χρηματοπιστωτικός τομέας εμφανίζεται πιο σταθερός από ό,τι τα τελευταία χρόνια.

 Οι δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις αρχίζουν επίσης να αποδίδουν. Οι αρχές έχουν επικεντρωθεί στη βελτίωση της συμμόρφωσης και της ψηφιοποίησης των υπηρεσιών, η οποία ενισχύει τα έσοδα μαζί με τον υψηλό πληθωρισμό.

Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση παρείχε σημαντική στήριξη το 2022 μέσω ενεργειακών επιδοτήσεων, ο οίκος εκτιμά ότι η Ελλάδα εμφανίζει πρωτογενές πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης το 2022, το οποίο σηματοδοτεί σημαντική εξυγίανση. Παράλληλα, σημειώνει ότι αναμένει περαιτέρω δημοσιονομικά κέρδη τα επόμενα χρόνια, καθώς άλλες μεταρρυθμίσεις, όπως αυτές για τις συντάξεις, αλλά και η ακύρωση μέτρων στήριξης για την πανδημία και το ενεργειακό κόστος θα συμβάλλουν στην κάλυψη του δημοσιονομικού κενού.

Η Ελλάδα έλαβε τη δεύτερη πληρωμή RRF ύψους 3,6 δισ. ευρώ (σχεδόν 2% του ΑΕΠ) τον Ιανουάριο του 2023 μετά την πρόωρη ψήφιση των σχετικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται για την απελευθέρωση της χρηματοδότησης. Αυτό ανεβάζει τις συνολικές εκταμιεύσεις σε 11,1 δισ. ευρώ από το μέγιστο ποσό των 30,5 δισ. σε επιχορηγήσεις και δάνεια που είναι διαθέσιμα στην Ελλάδα έως το 2026. Το σχέδιο μεταρρυθμίσεων παρέχει μια αξιόπιστη σταθερά και θα πρέπει να ενθαρρύνει συνέχιση των διαρθρωτικών αλλαγών που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και τη μελλοντική ικανότητα εξυπηρέτησης χρέους της Ελλάδας.

Ωστόσο, ο ρυθμός και το βάθος των μεταρρυθμίσεων θα εξαρτηθούν τελικά, κατά την άποψή της S&P, από την αποφασιστικότητα της επόμενης κυβέρνησης. Ο οίκος προβλέπει ότι η επόμενη κυβέρνηση θα συνεχίσει να επιδιώκει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Χρέος και ελλείμματα 

Το ελληνικό rating περιορίζεται από αυξημένες εξωτερικές ανισορροπίες. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε στο 9,7% του ΑΕΠ το 2022 λόγω της ξαφνικής και σημαντικής αύξησης των τιμών εισαγωγών πετρελαίου και αερίου. Η χαλάρωση των ενεργειακών τιμών μαζί με την περαιτέρω ανάπτυξη της τουριστικής δραστηριότητας αποτελούν τη βάση της προσδοκίας ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα μετριαστεί τα επόμενα χρόνια.

Αν και εξακολουθεί να είναι αρκετά μεγάλο σε ονομαστικούς όρους, το προφίλ του χρέους της ελληνικής κυβέρνησης σε σχέση με τη λήξη και το κόστος των τόκων παραμένει ένα από τα πιο ευνοϊκά παγκοσμίως. Η μεγάλη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ μείωσε σημαντικά τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια. Το καθαρό χρέος κορυφώθηκε στο 188% του ΑΕΠ το 2020 και εκτιμάται ότι θα μειωθεί στο 145% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του 2023. Η Ελλάδα ξεχωρίζει μεταξύ των ομοτίμων της ΕΕ ως με την ταχύτερη μείωση του δείκτη χρέους της το 2022. Ο οίκος αναμένει περαιτέρω μείωση την περίοδο 2024-2026, με βάση τη σταθερή οικονομική ανάπτυξη και τη βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων.

Η ανάπτυξη

Το 2022, το ελληνικό ΑΕΠ ενισχύθηκε κατά περίπου 6% σε πραγματικούς όρους. Οι εισπράξεις από τον τουρισμό ανέκαμψαν σχεδόν σε επίπεδα προ πανδημίας, αλλά η εγχώρια ζήτηση ήταν η κύρια πηγή ανάπτυξης, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε (παρά την επιτάχυνση του πληθωρισμού), με βοήθεια από τη βελτιωμένη αγορά εργασίας και τις επενδύσεις που κατέγραψαν άλλη μια χρονιά διψήφιας ανάπτυξης.

Οι πρόδρομοι δέικτες κλίματος στέλνουν σήμα ότι η οικονομική εμπιστοσύνη το 2023 παραμένει μέχρι στιγμής σταθερή. Ο οίκος αναθεωρεί την πρόβλεψή για το πραγματικό ΑΕΠ του 2023 στο 2,5% από 1,7% ενώ οι επενδύσεις που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης λογικά θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη, παρά τις εξασθενημένες προοπτικές των εμπορικών εταίρων. Η S&P αναμένει ότι το ΑΕΠ θα ενισχυθεί με ένα μέσο ποσοστό 2,8% την περίοδο 2024-2026.

Το μέγεθος της οικονομίας εξακολουθεί να είναι πολύ χαμηλότερο από το υψηλό πριν την κρίση χρέους, υποδηλώνοντας περιθώρια για ανάπτυξη πάνω από την τάση τα επόμενα χρόνια.

Η ενεργειακή κρίση

Οι προηγούμενες ανησυχίες σχετικά με την ενεργειακή εξάρτηση της Ελλάδας από τη Ρωσία μέχρι στιγμής φαίνονται υπερεκτιμημένες. Παρά το γεγονός ότι το 40% του φυσικού αερίου της Ελλάδας προερχόταν προηγουμένως απευθείας από τη Ρωσία, οι αγωγοί φυσικού αερίου δεν διακόπηκαν ποτέ. Επιπλέον, οι προσπάθειες για μείωση της ζήτησης φυσικού αερίου αποδείχθηκαν επιτυχημένες (η βιομηχανική ζήτηση μειώθηκε περίπου 60%) και σχετικά απλές, καθώς η ζήτηση συγκεντρώθηκε σε δύο μεγάλα διυλιστήρια που μπόρεσαν να στραφούν στο πετρέλαιο. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ειδικά η αιολική και η ηλιακή, πιθανότατα θα παραμείνουν μακροπρόθεσμες λύσεις για την Ελλάδα, η οποία θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τυχόν βραχυπρόθεσμα κενά, τουλάχιστον εν μέρει, αξιοποιώντας τις σημαντικές εγκαταστάσεις εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Το Ταμείο Ανάκαμψης

Ως μέρος του NGEU, η Ελλάδα διαθέτει έως και 30,5 δισ. ευρώ (17,5 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις, 12,7 δισ. ευρώ σε δάνεια) διαθέσιμα στο πλαίσιο του RRF για την περίοδο 2021-2026. Αυτό καθιστά την Ελλάδα τον μεγαλύτερο δικαιούχο στην ΕΕ σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της. Περισσότερο από το ένα τρίτο των κονδυλίων έχει προγραμματιστεί για την πράσινη μετάβαση της χώρας, σχεδόν το ένα τέταρτο για την ψηφιοποίηση και το υπόλοιπο για τη στήριξη ιδιωτικών επενδύσεων, πολιτικών για την αγορά εργασίας, την υγειονομική περίθαλψη και δημόσια διοίκηση, συμπεριλαμβανομένης της φορολογικής διοίκησης και της δικαιοσύνης. Η δεύτερη πληρωμή RRF της Ελλάδας ύψους 3,6 δισ. ευρώ πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2023 μετά την πρόωρη εκπλήρωση 28 ορόσημων και στόχων. Εάν χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά, πιστεύουμε ότι αυτά τα κεφάλαια θα μπορούσαν να επιταχύνουν διαρθρωτικές βελτιώσεις στην οικονομία, να συμβάλουν σε ισχυρότερη ανάπτυξη και να βελτιώσουν την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους στον προβλεπόμενο ορίζοντα.

Οι μεταρρυθμίσεις

Από το 2015, οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο στη μείωση της φοροδιαφυγής, στην αναμόρφωση των κρατικών επιχειρήσεων, στη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας, στο πτωχευτικό δίκαιο, στη δημόσια υγειονομική περίθαλψη και στη νομοθεσία περί ανταγωνισμού και σε ορισμένες πτυχές του δικαστικού συστήματος. Ωστόσο, η απονομή δικαιοσύνης στην Ελλάδα παραμένει ανασταλτικός παράγοντας για επιχειρήσεις και επενδύσεις, λόγω της καθυστέρησης στις δίκες και της αβέβαιης επιβολής του νόμου. Ενώ η κτηματογράφηση συνεχίζεται και ψηφιοποιείται όλο και περισσότερο, δεν είναι καταχωρημένες όλες οι περιοχές της Ελλάδας στο εθνικό κτηματολόγιο (αυτό είναι μοναδικό στην Ευρώπη).

Ο μεγάλος, ευέλικτος και ανταγωνιστικός ναυτιλιακός τομέας της Ελλάδας περιπλέκει την ανάλυση της ευρύτερης οικονομίας, καθώς αντιπροσωπεύει ένα αρκετά μέτριο μερίδιο της απασχόλησης και της προστιθέμενης αξίας, αλλά αποτελεί το μεγαλύτερο μερίδιο του εξωτερικού χρέους του μη χρηματοπιστωτικού τομέα. Εξηγεί επίσης μια μεγάλη συνιστώσα του εξωτερικού δανεισμού και των επενδύσεων στην ελληνική οικονομία μέσω ξένων θυγατρικών (καθώς και ασταθή στοιχεία εισαγωγών και σημαντικές επανεξαγωγές).

Οι εκλογές

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προκήρυξε βουλευτικές εκλογές για τις 21 Μαΐου. Η ψηφοφορία θα είναι η πρώτη και η τελευταία που θα διεξαχθεί με απλή αναλογική μετά τις αλλαγές που εφαρμόστηκαν από την προηγούμενη αριστερή κυβέρνηση υπό τον ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, εάν, όπως δείχνουν οι τρέχουσες δημοσκοπήσεις, οι εκλογές δεν βγάλουν νικητή, υπάρχει πιθανότητα δεύτερων εκλογών μέχρι τις αρχές Ιουλίου, οι οποίες θα διεξαχθούν με εκλογικό σύστημα που θα δίνει πρόσθετες έδρες στα κόμματα, με βάση νόμο που ψήφισε η τρέχουσα κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2020. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πιθανότητα να αναλάβει την εξουσία στα τέλη Μαϊου μια δικομματική κυβέρνηση συνασπισμού.

Αν και αναγνωρίζουμε την αβεβαιότητα σχετικά με το εκλογικό αποτέλεσμα, υποθέτουμε στις προβλέψεις μας ότι η επόμενη κυβέρνηση θα συνεχίσει να επιδιώκει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική εξυγίανση.

Πιστεύουμε ότι τα προγράμματα της NGEU και τα διαθέσιμα κεφάλαια RRF, καθώς και τα απτά οφέλη από τη σημαντική πρόοδο που σημειώθηκε στην αναδιάρθρωση της οικονομίας την τελευταία δεκαετία, δίνουν κίνητρα στην επόμενη κυβέρνηση να συνεχίσει να εφαρμόζει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ανεξάρτητα από το εκλογικό αποτέλεσμα.

Επιστρέφουν τα πρωτογενή πλεονάσματα της γενικής κυβέρνησης

Η υπεραπόδοση των κρατικών εσόδων έχει δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο και την επιστροφή πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων, σημειώνει ο οίκος. Αναμένουμε ότι το έλλειμμα του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης θα είναι κατά μέσο όρο 1% την περίοδο 2023-2026.

Ενώ οι ευπάθειες του τραπεζικού τομέα εξακολουθούν να υπάρχουν, μετά από μια μαζική εκκαθάριση, το ποσοστό των NPEs σε όλο το σύστημα μειώθηκε στο 8,2% τον Δεκέμβριο του 2022 από την κορυφή του 49,2% τον Ιούνιο του 2017.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε σημαντικά το 2022 στο 9,7% του ΑΕΠ, καθώς οι εισαγωγές ενέργειας και κεφαλαίων αυξήθηκαν και αναμένεται ότι θα είναι κατά μέσο όρο 6% την περίοδο 2023-2026.

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας συνεχίζουν να ξεπερνούν τις προσδοκίες. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε στο 2,3% του ΑΕΠ το 2022 από 7,1% το 2021, καθιστώντας αυτή την πιο επιθετική εξυγίανση μεταξύ όλων των μελών της ΕΕ.

Η υπεραπόδοση των εσόδων ήταν κομβική για αυτή την εξέλιξη, με τις προσπάθειες να αυξηθεί η ψηφιοποίηση καταβάλλοντας «μέρισμα» με τη μορφή υψηλότερης φορολογικής συμμόρφωσης.

Η βελτίωση έρχεται παρά το γεγονός ότι η κρατική στήριξη προς την οικονομία παρέμεινε σημαντική πέρυσι. Οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν κυρίως στις ενεργειακές επιδοτήσεις (που κοστίζουν περίπου 0,5% του ΑΕΠ σε καθαρή βάση, χάρη στην αντιστάθμιση της φορολόγησης «ουρανοκατέβατων»  κερδών), αλλά περιελάμβαναν επίσης περικοπή των φόρων εισοδήματος φυσικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης και κατάργηση της εισφοράς  αλληλεγγύης. Όπως και αλλού, ο υψηλότερος από τον αναμενόμενο πληθωρισμός το 2022 αύξησε σημαντικά την απόδοση των κρατικών εσόδων και συνέβαλε στη διάβρωση του σημαντικού δείκτη χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας.

Ο προϋπολογισμός του 2023 της κυβέρνησης στοχεύει σε πρωτογενές πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ. Δεδομένης της βελτιωμένης θέσης εκκίνησης και της προσδοκίας ότι τα μέτρα τόνωσης των εσόδων θα οδηγήσουν σε βιώσιμα υψηλότερη φορολογία, η S&P υπολογίζει πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 1% του ΑΕΠ φέτος.

Ενώ η Ελλάδα έχει μέχρι στιγμής επιτύχει να κλείσει το «κενό» στον φόρο προστιθέμενης αξίας (η διαφορά μεταξύ των εκτιμώμενων εισπράξεων ΦΠΑ και των πραγματικών εσόδων ΦΠΑ, ένα μέτρο φορολογικής συμμόρφωσης), αυτό παραμένει πολύ πάνω από αντίστοιχες χώρες, υποδηλώνοντας περιθώρια για περαιτέρω αύξηση των εσόδων. Ωστόσο, ο οίκος δεν περιμένει ότι η βελτίωση θα είναι τόσο γρήγορη όσο το 2022. 

Τα επόμενα χρόνια, η βασική πρόβλεψη μιλά για μια σταδιακή σύσφιξη προς ένα συνολικό δημόσιο έλλειμμα 0,5% έως το 2026, περίπου ισοδύναμο με πρωτογενές πλεόνασμα 2%.

Ωστόσο, οι κίνδυνοι για τις προβλέψεις περιλαμβάνουν:

Ελλειψη αποφασιστικότητας της επόμενης κυβέρνησης να εκτελέσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να μειώσει το δημόσιο χρέος. Αν και ακόμη και σε ένα σενάριο χωρίς αλλαγή πολιτικής, η οικονομική ανάπτυξη από μόνη της θα ήταν πιθανότατα αρκετή για να κλείσει περαιτέρω το δημοσιονομικό χάσμα, η έλλειψη ώθησης για προώθηση μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να βλάψει τις θετικές οικονομικές προοπτικές.

Ανησυχίες για το κόστος ενέργειας. Οι τιμές της ενέργειας θα μπορούσαν να εκτιναχθούν ξανά, ιδιαίτερα σε περίπτωση κρύου χειμώνα. Χωρίς κανένα σημάδι επίλυσης του πολέμου στην Ουκρανία, η δημοσιονομική έκθεση της κυβέρνησης στις τιμές της ενέργειας παραμένει αυξημένη, παρά την απορρόφηση που παρέχουν οι φόροι στα «ουρανοκατέβατα κέρδη».

Η εξωτερική μακροοικονομική ή χρηματοπιστωτική σταθερότητα πιέζει τις προοπτικές. Ενώ τα τρέχοντα παγκόσμια δεδομένα δεν φαίνεται να συνάδουν με τα πιο απαισιόδοξα σενάρια, ο κίνδυνος να υλοποιηθούν έχει αυξηθεί. Αυτό θα μπορούσε να βλάψει τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας.

Η τρέχουσα πρόβλεψή προβλέπει περαιτέρω πτώση του ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης σε περίπου 136% του ΑΕΠ έως το 2026, από το ανώτατο όριο του 206% το 2020. Αρχικά, αυτό εξηγείται κυρίως από τη σημαντική αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ που πραγματοποιήθηκε και αναμένεται την περίοδο 2021-2023. Στη συνέχεια, αναμένεται ότι η δημοσιονομική εξυγίανση θα διαδραματίσει όλο και πιο σημαντικό ρόλο. Τα ταμειακά αποθέματα παραμένουν σημαντικά στην Ελλάδα, περίπου στο 15% του ΑΕΠ στο τέλος του 2022 (ο οίκος επισημαίνει ότι οι δανειοδοτικές ανάγκες του 2023 έχουν ήδη καλυφθεί πλήρως). Αυτά τα ποσά αφαιρούνται από το ακαθάριστο δημόσιο χρέος, με αποτέλεσμα να υπολογίσουμε το καθαρό δημόσιο χρέος στο 124% του ΑΕΠ το 2026.

Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης της Ελλάδας παραμένει πολύ χαμηλό στο 1,54% περίπου, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του 2022. Παρά το μεγάλο χρέος της χώρας, αυτό είναι σημαντικά χαμηλότερο από το μέσο κόστος αναχρηματοδότησης για τα περισσότερα κρατικά κράτη στην κατηγορία αξιολόγησης «BB». Η μέση σταθμισμένη εναπομένουσα διάρκεια του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης ήταν 17,5 έτη στο τέλος του 2022. Αναμένουμε ότι αυτό και οι μελλοντικές πράξεις διαχείρισης του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των διμερών δανείων, θα συμβάλουν στην ελάφρυνση του επιτοκιακού φόρτου της κυβέρνησης. Καθώς η Ελλάδα συνεχίζει να αντικαθιστά ένα αυξανόμενο μερίδιο του δημόσιου χρέους της με την έκδοση εμπορικών ομολόγων, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της ως μερίδιο των κρατικών εσόδων θα μπορούσε να αυξηθεί.

Ο πληθωρισμός αρχίζει να μειώνεται με τη χαλάρωση των τιμών της ενέργειας, μετά από άνοδο στο 9,3% το 2022. Ο αποπληθωριστικός αντίκτυπος της πτώσης των τιμών που σχετίζονται με τους υδρογονάνθρακες οδηγεί σε προβλέψεις για πληθωρισμό 4,3% για το 2023. Αυτός, ωστόσο, εξακολουθεί να είναι πολύ πάνω από τον κεντρικό στόχο της ΕΚΤ και η πρόσφατη ιστορία στην Ελλάδα δείχνει ότι ο βασικός πληθωρισμός εξακολουθεί να εμφανίζεται αυξημένος στο 6,7% τον Μάρτιο του 2023 και να αυξάνεται. Ο πληθωρισμός των τροφίμων είναι επίσης ιδιαίτερα αυξημένος, πιθανώς λόγω μιας πιο καθυστερημένης προσαρμογής. Η S&P βλέπει τελικά να μειώνεται στο 2,1% κατά μέσο όρο την περίοδο 2024-2026. Στο βαθμό που ο πληθωρισμός παραμένει ευθυγραμμισμένος με τους εμπορικούς εταίρους, η ελληνική ανταγωνιστικότητα παραμένει σε γενικές γραμμές ανεπηρέαστη.

Τα οικονομικά αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών για το 2022 δείχνουν σημαντική βελτίωση μετά από μια δεκαετία ζητημάτων ποιότητας ενεργητικού. Τα NPEs μειώθηκαν στο 8,2% τον Δεκέμβριο του 2022 από το ανώτατο 49,2% τον Ιούνιο του 2017, με βελτίωση 32 ποσοστιαίων μονάδων μόνο τα τελευταία τρία χρόνια. Η εκκαθάριση ακολουθεί την εφαρμογή του σχεδίου «Ηρακλής». Αυτή η παρέμβαση άνοιξε το δρόμο για μεγάλες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων και τη συνεχιζόμενη εκκαθάριση των ισολογισμών. 

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v