Την υψηλότερη αύξηση σε σύγκριση με τα μεγέθη του 2019, μεταξύ των 10 ευρωπαϊκών κρατών που κατέγραψαν το 2025 τον μεγαλύτερο αριθμό πτήσεων (αφίξεων και αναχωρήσεων), σημείωσε η Ελλάδα, αφήνοντας πίσω ισχυρές ευρωπαϊκές αγορές και επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως σημαντικού κόμβου της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία του Eurocontrol, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας, η Ελλάδα με άνοδο 23% σε σχέση με το τελευταίο προ πανδημικό έτος, τερμάτισε στην πρώτη θέση της δεκάδας με τις χώρες που σημείωσαν τον μεγαλύτερο αριθμό πτήσεων ανά ημέρα. Η δεύτερη καλύτερη επίδοση, με ποσοστό 20%, παρατηρήθηκε από την Τουρκία, με την Πολωνία να συμπληρώνει την τριάδα στο συν 18%.
Σε σχέση με το 2024, η Ελλάδα κατέγραψε αύξηση 4% ως προς τον αριθμό των πτήσεων, με την Πολωνία να είναι εκείνη που σημείωσε την υψηλότερη άνοδο στο συν 9%. Η Τουρκία βρέθηκε στη δεύτερη θέση με αύξηση 7% ετησίως και ακολούθησαν η Ισπανία και η Ιταλία (+5%). Μαζί με την Ελλάδα, στο συν 4%, κινήθηκε η Γερμανία.
Σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις του 2025, η Ελλάδα κατέλαβε την όγδοη θέση με 1.549 πτήσεις ημερησίως. Πρώτο στη σχετική κατάταξη ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο με 5.609 πτήσεις, ακολούθησε η Ισπανία με 5.211 πτήσεις και την τριάδα συμπλήρωσε η Γερμανία με 4.888 πτήσεις.
Ωστόσο, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία είναι οι τέσσερις χώρες που δεν κάλυψαν τις απώλειες της πανδημίας, καταγράφοντας χαμηλότερο αριθμό πτήσεων σε σύγκριση με το 2019.
Σε γενικές γραμμές, στην περιοχή ευθύνης της Eurocontrol καταγράφηκαν 11,1 εκατομμύρια πτήσεις, αυξημένες κατά 4% σε σχέση με το 2024, με την κίνηση να ενισχύεται κυρίως στις χώρες του Νότου οι οποίες ωφελήθηκαν από την τουριστική δραστηριότητα.
Οι καθυστερήσεις
Σε επίπεδο καθυστερήσεων η Ελλάδα με μερίδιο 6% τερμάτισε στην τέταρτη θέση, με τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ισπανία να αντιπροσωπεύουν τα δύο τρίτα του συνόλου.
Σύμφωνα με το Eurocontrol, οι καθυστερήσεις σε ό,τι αφορά το αεροδρόμιο της Αθήνας (0,8 λεπτά/πτήση), αποδίδονται κυρίως στα προβλήματα στελέχωσης (69%) και στην αυξημένη κατά 6% ζήτηση.
Ως προς την ακρίβεια των αναχωρήσεων, το «Ελευθέριος Βενιζέλος» κατέγραψε το 2025 -μεταξύ 30 ευρωπαϊκών αεροδρομίων- τη χειρότερη επίδοση μακράν σε σχέση με το 2024, υποχωρώντας στο 63%, δηλαδή κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες. Ακολούθησαν η Λισαβόνα (-5 π.μ.) και η Βιέννη (-2 π.μ.), ενώ οι Βρυξέλλες και η Πάλμα ντε Μαγιόρκα παρουσίασαν επιδόσεις ελαφρώς χαμηλότερες από το 2024.
Παρά ταύτα, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος» κατέλαβε τη δέκατη θέση ως προς τον μέσο αριθμό πτήσεων ανά ημέρα, με 762 δρομολόγια. Ο αριθμός αυτός παραπέμπει σε αύξηση 6% σε ετήσια βάση και σε αντίστοιχη άνοδο 26% σε σχέση με το 2019, η οποία, σημειωτέον, είναι και η υψηλότερη μεταξύ του top 10 των αεροδρομίων με τη μεγαλύτερη κίνηση.
Μάλιστα, το αεροδρόμιο της Αθήνας αποτελεί νέα είσοδο στη λίστα των 10 πιο πολυσύχναστων αεροδρομίων, εκτοπίζοντας το αεροδρόμιο Gatwick του Λονδίνου, το οποίο υποχώρησε στη 13η θέση.
Στην κορυφή της κατάταξης βρέθηκε το αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης με 1.491 πτήσεις, ακολούθησε εκείνο του Άμστερνταμ με 1.351 και έπειτα, στην τρίτη θέση βρέθηκε εκείνο του Heathrow στο Λονδίνο με 1.315 πτήσεις.
Η νίκη των low cost
Σε επίπεδο αερομεταφορέων, οι αεροπορικές χαμηλού κόστους (low cost carrier) κατέκτησαν για πρώτη φορά την πρωτιά σε μερίδιο αγοράς, ξεπερνώντας οριακά τις… παραδοσιακές εταιρείες. Οι πτήσεις των low-cost αυξήθηκαν κατά 6%, τροφοδοτώντας μεγάλο μέρος της τουριστικής κίνησης προς τη Μεσόγειο.