Σημαντικές μειώσεις για περίπου 3,5 εκατομμύρια καταναλωτές, όσα και τα πράσινα τιμολόγια της αγοράς, έρχονται από το Μάρτιο, καθώς η βουτιά της χονδρεμπορικής αφήνει σημαντικά περιθώρια στους παρόχους για να «ψαλιδίσουν» τις χρεώσεις τους.
Κρίνοντας από τη γενναία μείωση κατά 28% της μέσης χρηματιστηριακής τιμής για το Φλεβάρη, δημιουργούνται περιθώρια ακόμη και για διψήφια ποσοστά υποχώρησης, ειδικά για τους πιο ακριβούς προμηθευτές, όπως εκτιμούν πηγές της αγοράς ενόψει των ανακοινώσεων της Κυριακής.
Ένα κοκτέιλ από ισχυρούς ανέμους που εκτίναξαν τη παραγωγή στα αιολικά, η διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της παραγωγής από φωτοβολταϊκά παρά τις περικοπές και οι συνεχείς βροχές που γέμισαν τους ταμιευτήρες της ΔΕΗ, έχουν ως αποτέλεσμα ο Φεβρουάριος να μας αποχαιρετά με μέση χονδρική τιμή στα 78,35 €/ Μεγαβατώρα.
Είναι η δεύτερη χαμηλότερη τιμή που έχει καταγραφεί στην εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά τον τελευταίο χρόνο (η πρωτιά ανήκει στον περασμένο Αύγουστο), όπως δείχνει και το συγκριτικό γράφημα από το τελευταίο μηνιαίο δελτίο του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας.
Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ο Ιανουάριος έκλεισε στα 108,67 €/MWh και ο Δεκέμβριος στα 110,04 €/MWh, ενώ τέτοια εποχή πέρυσι, η μέση τιμή στο ελληνικό χρηματιστήριο ήταν πάνω από 154 €/ MWh. Δηλαδή φέτος κινούμαστε 49% χαμηλότερα.

Σαν αποτέλεσμα, η Ελλάδα φαίνεται ότι έχει - τουλάχιστον προς ώρας - αποκοπεί από το λεγόμενο «βαλκανικό τόξο», δηλαδή το ενιαίο και συμπαγές μέτωπο πολύ υψηλών τιμών χονδρικής, πέριξ των 150 €/ MWh, που σχημάτιζε στο πρόσφατο παρελθόν μαζί με Βουλγαρία, Ρουμανία και Ουγγαρία. Οι γειτονικές αυτές αγορές τρέχουν το τελευταίο μήνα μεταξύ 101-115 €/ MWh, δηλαδή είναι από 30% έως και 45% ακριβότερες από τη δική μας.
Πώς θα κινηθεί η αγορά
Τα βλέμματα στρέφονται προφανώς στη στάση που θα τηρήσουν οι προμηθευτές και στις αυριανές τους ανακοινώσεις για τα πράσινα τιμολόγια, η μέση τιμή των οποίων για τον Φεβρουάριο ήταν τα 19 λεπτά η κιλοβατώρα, με το φθηνότερο πάροχο να «παίζει» στα 14 λεπτά και τον ακριβότερο στα 25 λεπτά.
Στο βαθμό που επαληθευτούν οι εκτιμήσεις μπορεί να δούμε και μέση τιμή αγοράς πέριξ των 16 λεπτών η κιλοβατώρα, με τη λογική να λέει ότι οι εταιρείες με τις πιο ακριβές χρεώσεις είναι αυτές που θα προχωρήσουν και στις μεγαλύτερες διψήφιες μειώσεις. Στον αντίποδα, όσες τις έχουν κρατήσει όλο το τελευταίο διάστημα χαμηλά, θα προβούν σε πολύ μικρότερες.
«Οι εταιρείες με υψηλές τιμές έχουν περιθώρια για διψήφια ποσοστά μειώσεων, ενώ σε όσες τα περιθώρια κέρδους είναι ήδη συμπιεσμένα, οι δυνατότητες για μειώσεις είναι μικρές ή και μηδαμινές», λέει από τη πλευρά του στο Euro2day.gr επικεφαλής ενός εκ των τεσσάρων μεγαλύτερων παρόχων.
«Σε κάποιους θα δούμε και νούμερα -20%», εκτιμά επικεφαλής άλλης εταιρείας που το Φλεβάρη είχε ανακοινώσει πράσινο τιμολόγιο πέριξ των 20 λεπτών και για το Μάρτιο πρόκειται να το ρίξει μεταξύ 16-17 λεπτών.
Άλλωστε σύμφωνα με τη μαθηματική φόρμουλα υπολογισμού των πράσινων τιμολογίων, όταν η χονδρική τιμή πέφτει, ανάλογα πέφτει και η τιμή που προκύπτει για κάθε εταιρεία από το σχετικό τεχνικό τύπο, γεγονός που την εμποδίζει εκ των πραγμάτων να δώσει υψηλότερες τιμές.
Στο θέμα αναφέρθηκε χθες από τη Βουλή και ο Πρωθυπουργός που απαντώντας στην επίκαιρη ερώτηση Ανδρουλάκη για το ενεργειακό κόστος, είπε «θα περάσουν αυτές οι χαμηλές τιμές στη λιανική, περιμένουμε από ΔΕΗ και προμηθευτές να δούμε χαμηλότερες τιμές τον επόμενο μήνα».
«Θα υπάρξουν σημαντικές μειώσεις, καθώς είχαμε πολλές και καλές συγκυρίες, ωστόσο σίγουρα οι πάροχοι θα κρατήσουν και μια πισινή, ανάλογα και με την εμπορική πολιτική της κάθε εταιρείας», λέει από τη πλευρά του με νόημα κυβερνητικός παράγοντας.
Υπονοώντας ότι δεν πρόκειται να δούμε απ’ όλους μετακύλιση στη λιανική του μεγαλύτερου μέρους της χονδρεμπορικής μείωσης, κάτι που μπορεί να συνδέεται και με τη στάση αρκετών να κρατούν σταθερά ψηλά τα πράσινα τιμολόγια, προκειμένου να ωθήσουν όσο περισσότερους πελάτες τους στα μπλε σταθερά.
Στη παρούσα πάντως συγκυρία και ακριβώς επειδή μπαίνουμε στην Άνοιξη, τα φορτία μέχρι και το Μάιο θα είναι πολύ χαμηλά. Επομένως, όπως εξηγεί στέλεχος της αγοράς, δεν έχει πλέον βάση το επιχείρημα κάποιων προμηθευτών, που ίσχυε το χειμώνα, ότι δεν μετακυλύουν ολόκληρες τις μειώσεις στα τιμολόγια λόγω φόβων για μελλοντικές αυξήσεις στη χονδρική.
Συνδυασμός πολλών θετικών συγκυριών
Στο ερώτημα τι έχει συμβεί και από εκεί που η Ελλάδα ήταν σταθερά μια από τις ακριβότερες χρηματιστηριακές αγορές ρεύματος στην ΕΕ (είχε τη 10η υψηλότερη θέση το 2025), σήμερα έχουμε περάσει στο άλλο άκρο, η απάντηση προφανώς και συνδέεται με τη συγκυρία, με καταλύτη τον… Αίολο και τα πολλά νερά.
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι τα νερά συμμετέχουν πλέον σταθερά στο ενεργειακό μείγμα με ποσοστό άνω του 20%, έχοντας ξεπεράσει ακόμη και το φυσικό αέριο. Τη Πέμπτη οι ΑΠΕ συμμετείχαν με το επιβλητικό 46,11%, ακολουθούμενες από τα νερά με 22,85% έναντι 21,53% του φυσικού αερίου.
Στο μέτωπο των αιολικών, τα στοιχεία δείχνουν ότι παράγουν στο φουλ και σύμφωνα με τη βάση δεδομένων του Green Tank η ηλεκτροπαραγωγή τους στην υψηλή τάση έφτασε το Φεβρουάριο (έως και τις 26/2) στις 1.054,3 GWh, δηλαδή λίγο κάτω από τις 1.575 GWh του Ιανουαρίου, την υψηλότερη μηνιαία επίδοση της τελευταίας διετίας.
Στο άλλο μέτωπο, αυτό των νερών, οι απρόσμενα πολλές φετινές βροχοπτώσεις, είχαν ως αποτέλεσμα να υπάρχουν ημέρες όπου ακριβώς επειδή οι ταμιευτήρες φουλάρουν, ο ΑΔΜΗΕ να αναγκάζεται να χρησιμοποιεί όσο περισσότερα υδροηλεκτρικά μπορεί. Κι αυτό για να διατηρήσει τη στάθμη των φραγμάτων εντός των ορίων ασφαλείας, προς αποφυγή πλημμυρών.
Τα επίσημα στοιχεία του Διαχειριστή δείχνουν ότι η στάθμη στα υδάτινα αποθέματα βρίσκεται πλέον μια ανάσα από τις… 3.000 Γιγαβατώρες (2.950 GWh τη Πέμπτη), έναντι λίγο κάτω από τις 2.100 GWh τέτοιες ημέρες πέρυσι, δηλαδή είναι αυξημένη πάνω από 40%.
Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι στις αρχές του μήνα, τα παραπάνω επίπεδα βρίσκονταν κοντά στις 2.700 Γιγαβατώρες και στις 19 Ιανουαρίου στις 2.434 GWh.
Η σημασία της ύπαρξης μεγάλης υδροηλεκτρικής παραγωγής σε ένα σύστημα συνδέεται με την ευελιξία που του προσφέρει, με ό,τι αυτό σημαίνει για τη συγκράτηση των χρηματιστηριακών τιμών. Η χρήση των νερών περιορίζει ειδικά στις ώρες περιορισμένης παραγωγής ΑΠΕ (μετά το απόγευμα) τη λειτουργία των μονάδων φυσικού αερίου, που ως οι ακριβότερες καθορίζουν και τη λεγόμενη Οριακή Τιμή, μειώνοντας όσο αυτό είναι δυνατό τα spikes στις βραδινές ώρες.