Τα νέα προβλήματα του Κεϋνσιανισμού

Είναι τεράστιες οι υπηρεσίες που ο Βρετανός οικονομολόγος προσέφερε στο σύστημα της ελεύθερης οικονομίας. Τι γίνεται όμως τώρα που όλα σχεδόν αλλάζουν; Γράφει ο Αθ. Χ. Παπανδρόπουλος.

Τα νέα προβλήματα του Κεϋνσιανισμού

Ίσως μια από τις πιο βαρυσήμαντες κουβέντες ενός πραγματιστή, ενίοτε δε και κυνικού οικονομολόγου όπως ο Τζων Μαίναρντ Κέυνς, να είναι αυτή που λέει ότι «…μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί…». Με τη σπουδαία αυτή φράση του, ο Κέυνς εισήγαγε την έννοια του θανάτου στην οικονομική λειτουργία και έδινε μια ιδιότυπη διάσταση στον χρόνο και στη σχέση του με οικονομικές αποφάσεις και πρακτικές.

Εμμέσως πλην σαφώς, ο πραγματιστής Βρετανός οικονομολόγος έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση τη νεοκλασσική θεωρία περί ορθολογικών επιλογών και προσδοκιών, στην οποία καταλόγιζε αυθαίρετη ερμηνεία του μέλλοντος.

Από την άλλη πλευρά, ο Κέυνς (1883-1946), πραγματικός σωτήρας στην εποχή του της δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας, στην περίφημη «Γενική Θεωρία» του το 1936, καταφέρεται κατά της αποθησαύρισης χρήματος, απορρίπτει τον χρυσούν κανόνα στη νομισματική πολιτική και ζητά τόνωση της ζήτησης στην πραγματική οικονομία.

Κατά την άποψή του, τότε, μετά την κρίση του 1930, ενώ οι ανάγκες των πολιτών σε προϊόντα και υπηρεσίες ήσαν μεγάλες, η ικανοποίησή τους ματαιωνόταν διότι οι άνθρωποι δεν διέθεταν το απαιτούμενο ρευστό. Τούτο δεν οφειλόταν μόνο στο ότι ήσαν φτωχοί αλλά και στο ότι επέμεναν να μην καταναλώνουν, ρέποντας προς την αποταμίευση του περισσεύματός τους και βυθίζοντας έτσι την οικονομία σε στασιμότητα.

Ο Κέυνς αρνείται την ύπαρξη «αοράτου χειρός» και συνιστά την αδιάκοπη παρέμβαση της ορατής χειρός του κράτους, το οποίο οφείλει, με δημόσια έργα και φθηνό χρήμα, να τονώνει τη σύνολη ζήτηση (aggregate demand) χωρίς να δεσμεύεται, όπως έλεγε, από βάρβαρα θέσμια, όπως ο χρυσούς κανών. Δίνοντας αυξήσεις, επιδόματα, δάνεια και καλλιεργώντας στον πληθυσμό την «προτίμηση ρευστότητας» (liquidity preference), δηλαδή τη διακράτηση χρήματος που θα διατίθεται σε αγορές προϊόντων καταπολεμώντας ταυτόχρονα την «αντιδραστική τάση προς αποταμίευση», το κράτος θέτει έτσι σε λειτουργία την αδρανούσα μηχανή της οικονομίας και πετυχαίνει αποτελέσματα εκεί που η αγορά, κατά τον Κέυνς, αποτυγχάνει. Θα πρέπει, τονίζει, να ενισχυθούν κυρίως οι χαμηλόμισθοι, διότι αυτών οι ανάγκες είναι μεγαλύτερες, η τάση προς δαπάνη εντονότερη και... οι ψήφοι περισσότερες όπως ανακάλυψαν εκ των υστέρων οι κυβερνήσεις.

Κατά τον Κέυνς, η κατανάλωση του ενός είναι το εισόδημα του άλλου, συνιστά δε τη μοναδική απόλαυση του βίου, καθώς «μακροπρόθεσμα θα έχουμε όλοι πεθάνει» (in the long run we are all dead). Η τόνωση της ζήτησης πρέπει να γίνεται έστω και με τη δημιουργία ελλειμμάτων. Το ταμπού του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού λογίζεται ως άλλο ένα κατάλοιπο βαρβαρότητος, όπως και ο χρυσούς κανών.

Όπως γράφει ο αείμνηστος Μάρκος Δραγούμης στο περίφημο βιβλίο του για τον φιλελευθερισμό και τις ιστορικές του καταβολές, μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, «…οι οπαδοί του Κέυνς βρήκαν την ευκαιρία να εφαρμόσουν τις θεωρίες του κυρίως στην Ευρώπη με τη συνταγή της “αντικυκλικής παρέμβασης”, ρίχνοντας δηλαδή ρευστό στην αγορά σε περιόδους υφέσεως, ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη της “Μεγάλης Κρίσης” της δεκαετίας του '30.

Πρέπει πάντως να υπογραμμισθεί ότι η Κεϋνσιανή διαχείριση της ζήτησης ήταν για τους οικονομολόγους που την υποστήριξαν φάρμακο ανάγκης, όχι ελιξίριο αιωνίας νεότητος και αλκής όπως την ερμήνευσαν οι πολιτικοί. Δίκαιο είναι επίσης να τονισθεί ότι ο Κέυνς δεν ζήτησε ποτέ σχεδιασμό της οικονομίας αλλά μόνο “έλλογη, σχεδιασμένη παρέμβαση” για να βελτιώσει τους δείκτες και να καταπολεμήσει τις δυσμενείς εκβάσεις στις οποίες οδηγούσε η “ακαθοδήγητη” αγορά Ο Κέυνς ανήκει στην απαισιόδοξη παράδοση των Μάλθους και Μαρξ, που αρνούνται τους αυτορρυθμιστικούς μηχανισμούς του Σμιθ…».

Με πιο απλά λόγια, ο Βρετανός οικονομολόγος περιφρονούσε την αποταμίευση, θεωρούσε την κατανάλωση ως ύπατο εργαλείο οικονομικής μεγέθυνσης και έβλεπε την πιστωτική επέκταση ως υποκατάστατο εισοδηματικής ανόδου. Άνοιγε έτσι την πόρτα του υπερδανεισμού, με τον τελευταίο να είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός κερδοσκοπικών υπερφουσκών.

Αντί λοιπόν σήμερα, που το παγκόσμιο συνολικό χρέος φθάνει τα 300 τρισ. δολάρια και είναι τρεις φορές μεγαλύτερο από το πλανητικό ΑΕΠ, οι κεϋνσιανοί να αναζητούν τρόπους επανεξέτασης των θεωριών του μεγάλου οικονομολόγου, και κυρίως πολιτικής τους τιθάσευσης, αντιθέτως κατηγορούν τις αγορές ότι δήθεν αυτές είναι η βασική και αποκλειστική αιτία της κρίσης. Ακόμα χειρότερα, επιχειρείται μια νέα Ε.Π.Α.Ν απολιτικοποίηση των Κεντρικών Τραπεζών, ώστε η μηχανή έκδοσης πληθωριστικού χρήματος να μπει εκ νέου σε κίνηση.

Οσο για τα κόκαλα του Κέυνς, πολύ φοβούμεθα ότι ήδη έχουν αρχίσει να τρίζουν όλο και πιο δυνατά.

Ποιος τα ακούει όμως;

Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος ath.papandropoulos@euro2day.gr

ΣΧΟΛΙΑ ΧΡΗΣΤΩΝ

blog comments powered by Disqus
v