Το πλήγμα στη παγκόσμια παραγωγή αλουμινίου από τον αποκλεισμό των Στενών του Όρμουζ, λόγω της αδυναμίας εξαγωγής έτοιμων φορτίων, αλλά και παραλαβής της πρώτης ύλης, δηλαδή της αλουμίνας, εντείνεται περαιτέρω μετά τις προχθεσινές ιρανικές επιθέσεις σε δύο από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες του κόσμου, την Aluminium Bahrain (ALBA) στο Μπαχρέιν και την EGA στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση, οι βιομηχανίες αποτιμούν ακόμη την έκταση της ζημιάς, ωστόσο στη περίπτωση της ALBA -πρόσφατα εξαγόρασε τη μονάδα της Δουνκέρκης- το χυτήριο που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, δούλευε ήδη πριν το χτύπημα με μειωμένη κατά 19% δυναμικότητα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στον εφοδιασμό και τις θαλάσσιες μεταφορές.
Στη δε, περίπτωση, της Emirates Global Aluminium (EGA) οι πρώτες ανακοινώσεις μιλούν για «μεγάλες ζημιές» στο εργοστάσιό της Ταουίλα, στο Αμπού Ντάμπι, της μια από τις δυο μονάδες της στα ΗΑΕ.
Το πρόβλημα με τις μονάδες του Κόλπου είναι ότι μπορεί υπό κανονικές συνθήκες να συνεισφέρουν με περίπου 9% στη παγκόσμια παραγωγή πρωτογενούς αλουμινίου, ωστόσο επειδή δεν έχουν δική τους πρώτη ύλη (αλουμίνα), την εισάγουν δια θαλάσσης, μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η περιοχή παράγει μόλις το 3% της παγκόσμιας αλουμίνας και το 1% του βωξίτη, δηλαδή είναι ευθέως εξαρτημένη από τις εισαγωγές πρώτων υλών.
Σε μια συγκυρία όπου ούτως ή άλλως οι βιομηχανίες του Κόλπου δυσκολεύονταν να εισάγουν πρώτη ύλη αλλά και να εξάγουν τα προϊόντα τους, οι ιρανικές επιθέσεις στις δύο εγκαταστάσεις, αφενός αναμένεται να εκτοξεύσουν περαιτέρω τη τιμή του αλουμινίου που τη Παρασκευή έκλεισε στα 3.275,20 δολάρια ο τόνος, αφετέρου αναδεικνύουν περαιτέρω το ρόλο καθετοποιημένων ομίλων, όπως η Metlen.
Το Αλουμίνιον της Ελλάδος είναι σε μεγάλο βαθμό καθετοποιημένο, έχοντας δικό του βωξίτη και αλουμίνα, ενώ έχει κλεισμένη και μακροχρόνια συμφωνία προμήθειας πρόσθετου βωξίτη από τη Γουινέα στη Δυτική Αφρική, δηλαδή με δρομολόγια μέσω Ατλαντικού, πολύ μακριά από την εύφλεκτη Μέση Ανατολή.
Το γεγονός ότι ο όμιλος έχει διασφαλισμένη πρώτη ύλη του επιτρέπει να διαχειρίζεται από πλεονεκτική θέση τέτοιες καταστάσεις, αλλά και την αναμενόμενη εκτίναξη της τιμής του αλουμινίου, με τους αναλυτές να μιλούν για συνέχιση της ανοδικής πορείας και να κάνουν λόγο, όπως η ολλανδική ING, ακόμη και για επίπεδα που μπορεί και να ξεπεράσουν τα 4.000-5.000 δολάρια ο τόνος.
Σημειωτέον ότι στις αρχές του 2026, οι τιμές του πρωτογενούς αλουμινίου στο London Metal Exchange (LME) κινούνταν ήδη ανοδικά λόγω ενός συνδυασμού σφικτής προσφοράς, περιορισμένης φυσικής διαθεσιμότητας και εμπορικών πολιτικών ΗΠΑ- Ε.Ε. και βρίσκονταν στα 3.015,50 δολάρια. Έκτοτε αυξήθηκαν και πάνω από 10% (3.385 δολάρια στις 6 Μαρτίου) και η τάση είναι έντονα ανοδική, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έφερε στην επιφάνεια τα προβλήματα της παγκόσμιας παραγωγής.
Εκτός του γεγονότος ότι οι βιομηχανίες του Κόλπου εξαρτώνται σημαντικά από την εισαγωγή της πρώτης ύλης, η κρίση στη Μέση Ανατολή βρήκε τους μεγάλους ομίλους να προέρχονται από μια χρονιά με μειωμένη παραγωγή, η οποία έπεσε από τους 6,346 εκατ. τόνους σε 6,159 εκατ. τόνους το 2025.
Σε αυτό συνέβαλαν τα όρια παραγωγικής ικανότητας της Κίνας, οι εμπορικές αναταραχές λόγω των νέων παγκόσμιων πολιτικών και το επικείμενο κλείσιμο από τον αυστραλιανό όμιλο South32 του χυτηρίου Mozal στη Μοζαμβίκη (οι τίτλοι τέλους έπεσαν στις 15 Μαρτίου), επιφέροντας περαιτέρω περιορισμό στην παγκόσμια προσφορά αλουμινίου.
Με αλλά λόγια ο αποκλεισμός των Στενών, από τον οποίο διέρχονται τον χρόνο εξαγωγές 5,14 εκατ. τόνων πρωτογενούς αλουμινίου, έρχεται σε μια στιγμή όπου το παγκόσμιο απόθεμα δείχνει ήδη μειωμένο στους 460.445 τόνους έναντι 522.771 τόνους στα τέλη Δεκεμβρίου 2025, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για καθετοποιημένους ομίλους, όπως η Metlen.
Σε ένα άλλο μέτωπο, αυτό του φυσικού αερίου, πηγές της εταιρείας αναφέρουν ότι η Metlen έχει καλύψει όλες τις ανάγκες της σε φυσικό αέριο και είναι «χετζαρισμένη», έχοντας αγοράσει σε χαμηλά επίπεδα, που σημαίνει ότι όχι μόνο ευνοείται από τη συγκυρία, αλλά και μπορεί να εξασφαλίσει την προμήθεια και σε άλλους παίκτες.
Ταυτόχρονα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΑΠΕ αναδεικνύουν τη μεγάλη τους σημασία ως ανάχωμα στις αυξητικές τάσεις των τιμών στην χονδρική του ρεύματος, όπως δείχνουν και οι συγκρατημένες διακυμάνσεις στην εγχώρια αγορά, η εταιρεία παραμένει ισχυρά τοποθετημένη στον τομέα αυτό.
Τις επιπτώσεις των παραπάνω δείχνει τόσο η συμπεριφορά μέσα στην παρούσα κρίση μιας σειράς ενεργειακών αγορών, όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, με ισχυρή διείσδυση αιολικών και φωτοβολταικών, αλλά και η πορεία άλλων, όπως της Ιταλίας, στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής της οποίας συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό οι θερμικές μονάδες και σε αρκετά μικρότερο τα ανανεώσιμα.