Τα αναγκαία βήματα για ένα «καινοτόμο» ΕΣΥ

Η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει τις χρόνιες παθογένειες στον τρόπο λειτουργίας του ΕΣΥ, που τελικά οδηγούν σε αύξηση των δαπανών χωρίς αντίστοιχα οφέλη για τους πολίτες, τονίζει ο Ιωάννης Κωτσιόπουλος στην Ειδική Εκδοση «Health & Care».

Τα αναγκαία βήματα για ένα «καινοτόμο» ΕΣΥ
  • Ιωάννης Κωτσιόπουλος

Οι καταιγιστικές εξελίξεις στην τεχνολογία και οι καινοτόμες εφαρμογές στην ιατρική μάς οδηγούν στο να αναθεωρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο παρέχουμε τις υπηρεσίες υγείας, ακόμα ίσως και την ίδια τη δομή των συστημάτων υγείας.

Η προσωποποιημένη ιατρική και η ιατρική ακριβείας είναι ήδη σε εφαρμογή, μιας και τα νέα καινοτόμα φάρμακα και οι γονιδιακές θεραπείες βελτιώνουν ήδη το προσδόκιμο επιβίωσης, αλλά και την ποιότητα ζωής σε πολλούς ασθενείς.

Ταυτόχρονα, ο τελευταίας γενιάς διαγνωστικός εξοπλισμός με τη χρήση αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης, βοηθά τους ιατρούς να εντοπίσουν πολύ πιο εύκολα όγκους σε πρώιμο στάδιο, ενώ νέες χειρουργικές τεχνικές με τη χρήση της ρομποτικής βελτιώνουν σημαντικά το αποτέλεσμα και την κλινική έκβαση ακόμα και πολύ δύσκολων περιστατικών. Τα επιτεύγματα της επιστήμης είναι πράγματι εντυπωσιακά και είναι δέσμευση της πολιτείας να διασφαλίσει ισότιμη πρόσβαση σε αυτές τις καινοτόμες υπηρεσίες υγείας.

Είναι, όμως, σαφές ότι η πρόσβαση στην καινοτομία απαιτεί επιπλέον πόρους. Δεδομένων των δημοσιονομικών περιορισμών, πρέπει να εξοικονομηθούν πόροι ώστε να χρησιμοποιηθούν σε νέες υπηρεσίες για να διευκολυνθεί η πρόσβαση των ασθενών σε αυτές. Είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για όλα τα συστήματα υγείας παγκοσμίως, καθώς οι δαπάνες για την υγεία αυξάνονται, διότι όλο και περισσότεροι ασθενείς χρειάζονται πρόσβαση στην καινοτομία.

Η χώρα μας οφείλει με γενναιότητα να αντιμετωπίσει τις χρόνιες παθογένειες στον τρόπο λειτουργίας και διάρθρωσης του ΕΣΥ, που τελικά οδηγούν σε αύξηση της δαπάνης υγείας χωρίς αντίστοιχα οφέλη για τους πολίτες. Η αλλαγή στη δομή και τη διοίκηση των νοσοκομείων του ΕΣΥ, ο ανασχεδιασμός του τρόπου χρηματοδότησης των δημόσιων νοσοκομείων και της συνεργασίας με τα ιδιωτικά, η στενότερη διασύνδεση πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας περίθαλψης, αλλά και η ενίσχυση της μετανοσοκομειακής φροντίδας μπορούν σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση του ΕΣΥ στην εποχή της καινοτομίας.

Πιστεύω, όμως, ότι η μεταρρύθμιση θα πρέπει να ξεκινήσει από τον ανασχεδιασμό του υγειονομικού χάρτη με έμφαση στα θέματα ασφάλειας των ασθενών, αποτελεσματικότητας και ποιότητας των υπηρεσιών, καθώς και από τον ψηφιακό μετασχηματισμό του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Η νέα δομή του χάρτη υγείας, μέσω της αναδιάταξης των υπηρεσιών, αποτελεί τον πρώτο βασικό πυλώνα για τη μετάβαση στη νέα εποχή.

Μια γενναία πολιτική αναδιάταξης των δυνάμεων του εθνικού συστήματος υγείας θα εξετάσει σε βάθος και με επιστημονικό τρόπο τις ανάγκες του πληθυσμού για υπηρεσίες υγείας, χωρίς να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι το ανάγλυφο της χώρας, όπως η νησιωτικότητα, δημιουργούν ιδιαίτερα θέματα προσβασιμότητας.

Αξιοποιώντας την τεχνολογία, μπορούμε στον νέο χάρτη υγείας να δημιουργήσουμε νέα μοντέλα φροντίδας που κοστίζουν λιγότερο, είναι πιο αποτελεσματικά και αποδοτικά και τελικά πιο ωφέλιμα στους ασθενείς. Για παράδειγμα, με την κατ’ οίκον νοσηλεία ([email protected]), ασθενείς που παρέμεναν για μήνες σε ένα νοσοκομείο θα μπορούν με ασφάλεια στο σπίτι τους να απολαμβάνουν νοσηλευτικές και ιατρικές υπηρεσίες.

Η τηλεϊατρική θα ενώσει τον ιατρό ενός απομακρυσμένου περιφερειακού ιατρείου με ένα κέντρο αναφοράς σε ένα πανεπιστημιακό νοσοκομείο, ώστε ο πολίτης να λάβει την καλύτερη φροντίδα. Πολλές από αυτές οι υπηρεσίες είναι ήδη σε διαδικασία ωρίμανσης σε συνεργασία με τους ιατρικούς και επιστημονικούς φορείς και σύντομα θα ξεκινήσει και η πιλοτική λειτουργία τους.

Πέρα, όμως, από τα γνωστά και αναμενόμενα οφέλη του ψηφιακού μετασχηματισμού στον χώρο της υγείας, όπως η μείωση της γραφειοκρατίας, η μείωση του κόστους κ.ά., που όλοι οι πολίτες διαπίστωσαν τα τελευταία δυο χρόνια από τις νέες ψηφιακές υπηρεσίες, (π.χ. άυλη συνταγογράφηση), είναι εξίσου σημαντικό ότι θα αποκτήσουμε επιτέλους τα απαραίτητα ιατρικά δεδομένα, για να μπορούμε να μετρούμε όχι απλά πόσοι συμπολίτες μας νοσηλεύθηκαν στα νοσοκομεία, αλλά και την ποιότητα των υπηρεσιών που αυτά παρέχουν.

Αναλύοντας αυτά τα δεδομένα, θα μπορούμε να παρατηρούμε σε σχεδόν πραγματικό χρόνο δείκτες ποιότητας, όπως για παράδειγμα τον αριθμό των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων ανά νοσοκομείο ή ανά κλινική. Η στροφή στην ποιότητα σημαίνει ότι θα μειωθούν τα ιατρικά λάθη και θα βελτιωθεί εν γένει η φροντίδα των ασθενών. Η πρόληψη λ.χ. των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων σημαίνει βέβαιη μείωση της θνητότητας αλλά και του κόστους νοσηλείας.

Ο σημερινός κατακερματισμός του ΕΣΥ αυξάνει το κόστος, καθώς δεν διασφαλίζεται η συνέχεια της φροντίδας, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνονται αχρείαστες εξετάσεις, να ταλαιπωρούνται οι πολίτες και να αυξάνονται οι δαπάνες. Κεντρικός στόχος του Προγράμματος για την Ψηφιακή Υγεία είναι η πρόσβαση σε όλα τα ιατρικά δεδομένα του ασθενούς από όλα τα νοσοκομεία, δημόσια και ιδιωτικά, μέσω του Εθνικού Ψηφιακού Φακέλου του Ασθενούς. Έτσι, ο θεράπων ιατρός θα έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα για τον ασθενή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς ταλαιπωρία και έξοδα. Γι’ αυτό τον λόγο η κυβέρνηση, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, εξασφάλισε την χρηματοδότηση ώστε τα νοσοκομεία να αναβαθμίσουν τα κλινικά τους συστήματα για να καταγράφονται πλήρως όλες οι απαραίτητες πληροφορίες.

Η επιτυχία του Ψηφιακού Μετασχηματισμού της Υγείας που είδαμε το τελευταίο χρονικό διάστημα, δεν είναι δεδομένη και θα απαιτήσει στα επόμενα χρόνια σκληρή δουλειά, τεχνογνωσία, στοχοπροσήλωση, αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, πνεύμα συνεργασίας και κυρίως μεταρρυθμιστική νοοτροπία, που θα αγκαλιάσει τις νέες ιδέες και την καινοτομία.

*Ο Ιωάννης Κωτσιόπουλος είναι Γενικός Γραμματέας Υπηρεσιών Υγείας

v