Το δημογραφικό δεν λύνεται με επιδόματα

Η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου μιλάει για τη δημογραφική πρόκληση, η οποία, όπως τονίζει, απαιτεί ένα σταθερό πλέγμα πολιτικών για στέγη, φροντίδα, εργασία και εισόδημα, πέρα από τα επιδόματα.

Το δημογραφικό δεν λύνεται με επιδόματα
  • Δόμνα Μιχαηλίδου

Στην περσινή μας συνέντευξη είχατε μιλήσει για την επιθυμία σας να βλέπετε περισσότερους νέους να δημιουργούν οικογένεια με σιγουριά. Πώς αποτιμάτε την προσπάθεια που έγινε μέσα σε αυτόν τον χρόνο και ποιες παρεμβάσεις θεωρείτε ότι έχουν προσφέρει την πιο ουσιαστική βοήθεια στην καθημερινότητα των οικογενειών;

Έναν χρόνο μετά, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι αντιμετωπίζουμε το δημογραφικό ως ένα σύνθετο ζήτημα, που δεν μπορεί να απαντηθεί με ένα μέτρο ή μία παροχή. Η απόφαση ενός ανθρώπου να δημιουργήσει και να μεγαλώσει οικογένεια επηρεάζεται από το εισόδημα, τη στέγη, τη φροντίδα των παιδιών, τη δυνατότητα να συνδυάζει οικογένεια και εργασία, αλλά και από τις συνθήκες ζωής στον τόπο όπου επιλέγει να μείνει. Αυτά είναι διαφορετικά κομμάτια της ίδιας εξίσωσης και χρειάζονται απαντήσεις που λειτουργούν συμπληρωματικά.

Στο οικονομικό σκέλος, η στήριξη ξεκινά από τη γέννηση του πρώτου παιδιού και ενισχύεται όσο μεγαλώνει η οικογένεια. Στη στέγη, διευρύνουμε την πρόσβαση νέων και οικογενειών στην πρώτη κατοικία, ενώ παράλληλα εφαρμόζουμε πολιτικές για να αυξηθούν τα διαθέσιμα και προσιτά σπίτια. Στη φροντίδα, διευρύνουμε την πρόσβαση στις δομές προσχολικής αγωγής, αυξάνουμε την αξία των vouchers και δημιουργούμε περισσότερες θέσεις για βρέφη. Παράλληλα, οι «Νταντάδες της Γειτονιάς» δίνουν μια πιο ευέλικτη λύση κατ’ οίκον φροντίδας, με voucher έως 500 ευρώ τον μήνα για πλήρη απασχόληση και έως 300 ευρώ για μερική.

Υπάρχει, όμως, και η γεωγραφική διάσταση. Οι ανάγκες μιας οικογένειας που ζει σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο δεν είναι ίδιες με εκείνες μιας οικογένειας σε μια ακριτική ή δημογραφικά ευάλωτη περιοχή. Γι’ αυτό αναπτύσσουμε και πολιτικές μετεγκατάστασης και παραμονής, με οικονομικά κίνητρα αλλά και με παρεμβάσεις που συνδέονται με τις πραγματικές συνθήκες ζωής στην περιφέρεια. Το Πρόγραμμα Δημογραφικής Ανάπτυξης, για παράδειγμα, προβλέπει ενίσχυση έως 10.000 ευρώ για μόνιμη μετεγκατάσταση και διευρύνεται σε περισσότερες περιοχές.

Αυτό είναι και το σημαντικότερο βήμα: να μην αντιμετωπίζουμε το δημογραφικό μόνο ως ζήτημα αύξησης των γεννήσεων, αλλά ως ζήτημα των συνθηκών μέσα στις οποίες μια οικογένεια αποφασίζει αν, πότε και πόσα παιδιά μπορεί να αποκτήσει και να μεγαλώσει.

Το «Σπίτι μου ΙΙ» ολοκληρώθηκε με 14.114 δανειακές συμβάσεις, ενώ στη φετινή ΔΕΘ ανακοινώθηκε το «Σπίτι μου ΙΙΙ». Πώς αξιοποιείται η εμπειρία των προηγούμενων προγραμμάτων στον σχεδιασμό του νέου κύκλου και ποιες δυνατότητες ανοίγονται για περισσότερους νέους που επιθυμούν να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι;

Η κατοικία είναι μία από τις βασικές προϋποθέσεις για να μπορεί ένας νέος άνθρωπος να σχεδιάσει με μεγαλύτερη ασφάλεια τη ζωή του και μια οικογένεια να μεγαλώσει. Γι’ αυτό διευκολύνουμε την πρόσβαση στην πρώτη κατοικία, αλλά ταυτόχρονα αυξάνουμε την προσφορά διαθέσιμων και προσιτών κατοικιών.

Το «Σπίτι μου ΙΙ» μας έδωσε πολύτιμη εμπειρία ως προς το ποιοι χρειάζονται περισσότερο αυτή τη στήριξη και πώς πρέπει να προσαρμόζονται τα εργαλεία στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Ήδη, περισσότεροι από 14.000 πολίτες απέκτησαν την πρώτη τους κατοικία μέσω του προγράμματος, ενώ περίπου δύο στους τρεις είχαν εισόδημα έως 24.000 ευρώ και περίπου τέσσερις στους δέκα ήταν έως 36 ετών. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι υπάρχει ανάγκη για πρόσβαση σε προσιτή χρηματοδότηση, ιδιαίτερα για τους νέους και τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην αγορά κατοικίας.

Αυτή την εμπειρία αξιοποιούμε στον σχεδιασμό του «Σπίτι μου ΙΙΙ». Διευρύνουμε την πρόσβαση, προσαρμόζοντας τα όρια στις σημερινές συνθήκες της αγοράς και στις ανάγκες των οικογενειών. Για το «Σπίτι μου ΙΙΙ», το ηλικιακό όριο θα φτάνει τα 55 έτη, η επιλέξιμη αξία της κατοικίας τις 300.000 ευρώ και το ανώτατο ποσό δανείου τις 230.000 ευρώ. Παράλληλα, προβλέπονται ευνοϊκότερα όρια για οικογένειες με παιδιά και δυνατότητα επιλογής μεγαλύτερων κατοικιών για πολύτεκνες οικογένειες.

Παράλληλα, όμως, η στεγαστική πολιτική προχωρά και πέρα από τα προγράμματα αγοράς. Η Εθνική Στρατηγική για τη Στέγη 2026-2035 οργανώνει για πρώτη φορά σε ενιαίο πλαίσιο τις πολιτικές για περισσότερα διαθέσιμα σπίτια, τη στήριξη των νοικοκυριών που επιβαρύνονται από το κόστος κατοικίας και τη δημιουργία κοινωνικής κατοικίας.

Η αύξηση του επιδόματος γέννησης για τις πολύτεκνες οικογένειες, που ανακοινώθηκε στη ΔΕΘ, ενισχύει τη στήριξη της μεγάλης οικογένειας. Παράλληλα, υπάρχουν ζευγάρια που κάνουν τώρα τις σκέψεις τους για το πρώτο παιδί. Πώς διαμορφώνεται η στήριξη του υπουργείου σας γι’ αυτούς τους νέους ανθρώπους, ώστε να αισθανθούν μεγαλύτερη ασφάλεια σε αυτή την απόφαση;

Η στήριξη της οικογένειας πρέπει να ξεκινά από το πρώτο παιδί και να συνεχίζεται σε κάθε επόμενο στάδιο της οικογενειακής ζωής. Για ένα νέο ζευγάρι, η οικονομική ενίσχυση κατά τη γέννηση είναι σημαντική, αλλά από μόνη της δεν απαντά στις ανάγκες που δημιουργούνται στη συνέχεια. Η ασφάλεια συνδέεται με το συνολικό κόστος της ανατροφής, τη φροντίδα του παιδιού, τη δυνατότητα επιστροφής στην εργασία και, βέβαια, τη στέγαση.

Γι’ αυτό το επίδομα γέννησης αυξάνεται ανάλογα με τη σειρά γέννησης: ανέρχεται σε 2.400 ευρώ για το πρώτο παιδί, 2.700 ευρώ για το δεύτερο, 3.000 ευρώ για το τρίτο και 3.500 ευρώ για το τέταρτο και κάθε επόμενο. Η λογική είναι να υπάρχει μεγαλύτερη στήριξη όσο αυξάνονται και οι ανάγκες μιας οικογένειας.

Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι η φροντίδα. Ένας γονιός πρέπει να ξέρει ότι όταν επιστρέψει στην εργασία του, θα υπάρχει μια ασφαλής λύση για το παιδί του. Αυτό κάνουμε: διευρύνουμε την πρόσβαση στους βρεφονηπιακούς σταθμούς, αυξάνουμε την αξία των vouchers, δημιουργούμε περισσότερες θέσεις για βρέφη και δίνουμε περισσότερες επιλογές μέσα από ευέλικτες λύσεις, όπως οι «Νταντάδες της Γειτονιάς».

Και υπάρχει, βέβαια, η ανάγκη για σταθερότητα στα επόμενα χρόνια. Ένα ζευγάρι δεν χρειάζεται μόνο βοήθεια τη στιγμή που γεννιέται το παιδί. Χρειάζεται να γνωρίζει ότι θα έχει στήριξη όταν αυξηθούν οι ανάγκες του, όταν επιστρέψει στην εργασία, όταν αναζητήσει μεγαλύτερο σπίτι και όταν αποφασίσει αν μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο παιδί.

Αυτός είναι ο στόχος: η απόφαση για τη δημιουργία οικογένειας να συνδέεται με ένα σταθερό πλέγμα πολιτικών που στηρίζει την οικογένεια σε όλη την πορεία της.

Ποιες επιπλέον πρωτοβουλίες εξετάζετε, σε συνεργασία και με τα υπόλοιπα υπουργεία, ώστε η δημιουργία οικογένειας να γίνεται πιο προσιτή για τα ζευγάρια, ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες και τις ιδιαίτερες ανάγκες του τόπου όπου ζουν;

Το βασικό είναι να αναγνωρίσουμε ότι δεν υπάρχει μία δημογραφική πραγματικότητα σε όλη τη χώρα. Οι ανάγκες ενός νέου ζευγαριού σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο είναι διαφορετικές από εκείνες μιας οικογένειας σε ένα μικρό νησί ή σε μια ορεινή περιοχή. Επομένως, χρειάζεται ένας κοινός εθνικός στόχος αλλά διαφορετικά εργαλεία, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε περιοχής.

Στα μεγάλα αστικά κέντρα, για παράδειγμα, η οικογένεια καλείται να αντιμετωπίσει το υψηλό κόστος της κατοικίας και τις καθημερινές ανάγκες φροντίδας των παιδιών. Στις δημογραφικά ευάλωτες περιοχές, οι προκλήσεις είναι διαφορετικές: χρειάζονται δουλειές, σπίτια και υπηρεσίες που θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να μένουν και να δημιουργούν τη ζωή τους στον τόπο τους. Γι’ αυτό η πολιτική μας συνδυάζει οικονομικά κίνητρα με παρεμβάσεις στις υποδομές και στις υπηρεσίες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Πρόγραμμα Δημογραφικής Ανάπτυξης. Ξεκίνησε από τον Έβρο και επεκτείνεται σε περισσότερες δημογραφικά ευάλωτες περιοχές, με ενίσχυση έως 10.000 ευρώ για τη μόνιμη μετεγκατάσταση. Αντίστοιχη είναι η λογική και στο Καστελόριζο, όπου προβλέφθηκε ειδικό ετήσιο κίνητρο εγκατάστασης και παραμονής 5.000 ευρώ ανά νοικοκυριό, με προσαύξηση 1.000 ευρώ για κάθε ανήλικο παιδί. Το μέτρο συνοδεύεται από παρεμβάσεις στις υποδομές και τη συνδεσιμότητα του νησιού, αλλά και από ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τη στέγαση των δημόσιων λειτουργών, με στόχο να μπορούν γιατροί, εκπαιδευτικοί, λιμενικοί και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι να υπηρετούν στο Καστελόριζο με αξιοπρεπείς συνθήκες διαμονής.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο το οικονομικό κίνητρο αλλά και η δημιουργία συνθηκών που θα επιτρέψουν σε μια οικογένεια να ζήσει, να εργαστεί, να μεγαλώσει τα παιδιά της και να παραμείνει στον τόπο που έχει επιλέξει. Γι’ αυτό και η δημογραφική πολιτική χρειάζεται τη συντονισμένη δράση όλων των συναρμόδιων υπουργείων και, κυρίως, τη συμμετοχή των ίδιων των τοπικών κοινωνιών.

Η προσωπική σας εμπειρία ως μητέρας αλλά και οι συζητήσεις σας με άλλους γονείς σάς έχουν βοηθήσει να δείτε από πιο κοντά κάποιες ανάγκες της οικογένειας; Τι θα θέλατε να ενισχυθεί στην καθημερινή στήριξη των γονιών, ιδιαίτερα εκείνων που δεν έχουν βοήθεια από το οικογενειακό τους περιβάλλον ή τη δυνατότητα ιδιωτικής φροντίδας;

Η φροντίδα των παιδιών είναι βασική προϋπόθεση για να μπορεί μια οικογένεια να οργανώνει τη ζωή της. Ποιος θα φροντίσει ένα μικρό παιδί όταν οι γονείς εργάζονται; Τι γίνεται όταν το ωράριο αλλάζει; Υπάρχει διαθέσιμη θέση στον βρεφονηπιακό σταθμό; Και τι επιλογές έχει μια οικογένεια που δεν έχει κοντά της παππούδες και γιαγιάδες;

Η δυνατότητα ενός γονέα να εργαστεί δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν υπάρχει ένα διαθέσιμο οικογενειακό δίκτυο για να καλύψει καθημερινά τη φροντίδα. Χρειάζονται περισσότερες επιλογές, ώστε κάθε οικογένεια να μπορεί να βρει τη λύση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της.

Αυξάνουμε τις διαθέσιμες θέσεις για βρέφη, διευκολύνουμε την πρόσβαση στους βρεφονηπιακούς σταθμούς, αξιοποιούμε καλύτερα τα vouchers και διευρύνουμε τις ευέλικτες λύσεις φροντίδας. Οι «Νταντάδες της Γειτονιάς», με κατ’ οίκον φροντίδα για παιδιά από δύο μηνών έως δυόμισι ετών, είναι ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δίνουν σε μια οικογένεια μια επιπλέον επιλογή, όταν το ωράριο εργασίας ή οι ανάγκες της δεν μπορούν να καλυφθούν από έναν βρεφονηπιακό σταθμό.

Ο στόχος είναι σαφής: κάθε οικογένεια, ανεξάρτητα από το εισόδημά της ή από το αν διαθέτει συγγενικό ή άλλο υποστηρικτικό δίκτυο, να μπορεί να βρει αξιόπιστη λύση φροντίδας που να ταιριάζει στην καθημερινότητά της.

Εκτός από τα οικονομικής φύσεως μέτρα, τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει στη χώρα μας για να ξαναγίνει η πολυτεκνία... μόδα;

Για μια οικογένεια που θέλει τρία ή τέσσερα παιδιά, το ζητούμενο είναι η πολυτεκνία να γίνει ξανά μια ρεαλιστική επιλογή. Το εισόδημα είναι ασφαλώς σημαντικό, αλλά δεν αρκεί από μόνο του. Μια μεγαλύτερη οικογένεια χρειάζεται κατοικία που να μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της, πρόσβαση σε υπηρεσίες φροντίδας και τη δυνατότητα και των δύο γονέων να εργάζονται.

Όσο μεγαλώνει μια οικογένεια, μεγαλώνουν και οι ανάγκες της σε υποστήριξη και υπηρεσίες, από τα πρώτα χρόνια των παιδιών μέχρι τη σχολική ηλικία. Η εργασία είναι εξίσου σημαντική. Η απόκτηση τρίτου ή τέταρτου παιδιού δεν μπορεί να σημαίνει ότι ο ένας γονιός, συνήθως η μητέρα, θα πρέπει να εγκαταλείψει την επαγγελματική του πορεία. Και αυτό συνδέεται άμεσα με την ισότιμη συμμετοχή των δύο γονέων στη φροντίδα, ώστε η ευθύνη για τα παιδιά και το σπίτι να μοιράζεται.

Γι’ αυτό η δημογραφική πολιτική πρέπει να μειώνει τα εμπόδια που αντιμετωπίζει μια μεγαλύτερη οικογένεια στην καθημερινότητά της. Αυτό σημαίνει οικονομική στήριξη, αλλά και περισσότερες επιλογές φροντίδας, πρόσβαση σε κατάλληλη κατοικία και συνθήκες εργασίας που επιτρέπουν στους γονείς να παραμένουν ενεργοί επαγγελματικά. Δεν αρκεί να στηρίζουμε μια οικογένεια οικονομικά, αν ταυτόχρονα δεν μπορεί να βρει θέση για το παιδί της στον βρεφονηπιακό σταθμό, να καλύψει τις στεγαστικές της ανάγκες ή να συνδυάσει την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή.

Στόχος είναι μια οικογένεια που θέλει να αποκτήσει τρίτο ή τέταρτο παιδί να μπορεί να το κάνει επειδή το επιλέγει και όχι επειδή πρέπει να υπολογίσει αν θα αντέξει την καθημερινότητα. Όσο περισσότερα από αυτά τα εμπόδια απομακρύνουμε τόσο αυξάνουμε τις πιθανότητες να αποτελεί η μεγαλύτερη οικογένεια μια ελεύθερη και ταυτόχρονα ρεαλιστική επιλογή.

*Συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Κεντρωτή 

v
Απόρρητο