H γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που πάλλεται ασταμάτητα. Κάθε νέα γενιά, ανάλογα με τα βιώματά της, τη διανθίζει με νέες λέξεις, και η μορφοπλαστική της ικανότητα έγκειται ακριβώς σε αυτό: στη δυνατότητά της να αφομοιώνει οργανικά τις λέξεις αυτές στο τυπικό της.
Μέσα από τον εμπλουτισμό αυτόν, επικαιροποιείται και ενσωματώνεται αρμονικά στα νέα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα. Όσο περισσότεροι είναι οι φυσικοί ομιλητές της, τόσο αυξάνεται και η ζωτικότητά της και, ακολούθως, απομακρύνεται από τον κίνδυνο του σταδιακού θανάτου.
Έτσι, απαραίτητη συνθήκη για την ευημερία της είναι η διαγενεακή της μετάδοση από τους γονείς στα παιδιά. Όταν η μετάδοση αυτή αρχίζει να φθίνει αριθμητικά, όπως στην περίπτωση του αρνητικού ισοζυγίου γεννήσεων/θανάτων και της μαζικής μετανάστευσης (brain drain), εμφανίζεται το φαινόμενο της γλωσσικής μετατόπισης, κάτι που παρατηρείται κυρίως στα παιδιά τρίτης γενιάς των μεταναστών, τα οποία υιοθετούν πλήρως την κυρίαρχη γλώσσα, δηλαδή τη γλώσσα της χώρας υποδοχής τους.
Μέσα από τη χρήση της νέας γλώσσας, γίνονται κοινωνοί και φορείς ενός νέου αξιακού συστήματος, μέρος μιας νέας συλλογικής (ή ευρύτερης) μνήμης. Και αυτό συμβαίνει γιατί η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα μέσον παθητικής μετάδοσης πληροφοριών, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ένα υποκείμενο αποκωδικοποιεί, γνωστικά και συναισθηματικά, τον κόσμο γύρω του και προσδιορίζει τη θέση του μέσα σε αυτόν. Ο τρόπος με τον οποίο ένας λαός (ή μια ομάδα) αντιλαμβάνεται το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του.
Ο ρόλος των νέων στη διαγενεακή μεταβίβαση και τη ρύθμιση της γλώσσας είναι καταλυτικός, γιατί δεν είναι απλώς οι αποδέκτες και οι φυσικοί, παθητικοί ομιλητές της, αλλά αυτοί που την ανανεώνουν και διασφαλίζουν τη συνέχειά της μέσω της απλοποίησης, επικαιροποίησης και προσαρμογής της στη νέα πραγματικότητα.
Μέσω των κοινωνιολέκτων τους, εισάγουν στη γλώσσα νέες λέξεις και εκφράσεις, ενδεικτικές των βιωμάτων τους αλλά και των κοινωνικών, οικονομικών, πολιτιστικών και τεχνολογικών αλλαγών που συντελούνται γύρω τους, αλλαγές στις οποίες οι ίδιοι είναι πιο δεκτικοί για βιολογικούς και ψυχολογικούς λόγους.
Λόγω της διαλεκτικής σχέσης γλώσσας και νέων, όταν μία γλώσσα χάνει βαθμιαία τους νεαρούς ομιλητές της, χάνει σταδιακά και τον παλμό της, ατονεί, περιέρχεται σε καθεστώς γλωσσικού συντηρητισμού και παύει να εκφράζει τους νέους, οι οποίοι στρέφονται προς άλλες γλώσσες, που ανταποκρίνονται στις προσλαμβάνουσες και τις ανάγκες τους, με τη μητρική τους γλώσσα να παίρνει τη θέση του αρχειακού είδους.
Ωστόσο, παράλληλα με την ανανέωση της γλώσσας, εξίσου σημαντική είναι και η διατήρηση του λεξιλογικού της πλούτου, καθώς αυτός διευρύνει τη γνωστική και κριτική μας δεινότητα, αλλά και τη συναισθηματική μας επάρκεια, προσφέροντάς μας τα κλειδιά πρόσληψης και ανάγνωσης του κόσμου.
Η λογοτεχνία, με τη σειρά της, η οποία δεν είναι απλώς απείκασμα της πραγματικότητας, αλλά και μια δημιουργική ανάπλασή της, βασιζόμενη στη μορφοπλαστική ικανότητα της γλώσσας και στην αισθητική, πολιτική και κοινωνική ανά περίπτωση στόχευσή της, δέχεται πρώτη τους τριγμούς που επηρεάζουν την κοινωνία.
Μια λογοτεχνία γηρασμένη, αποκομμένη από το διαγενεακό πλαίσιο που κάποτε της έδινε ζωή, ακόμα και αν αποτελεί μέρος του λογοτεχνικού κανόνα και έχει να επιδείξει λογοτεχνικές αρετές, αλλά στερείται νεότερων εκπροσώπων της, χάνει μέρος της λειτουργικότητάς της. Δεν ενεργεί πλέον ως καθρέφτης του σύγχρονου κόσμου, ως πεδίο έκφρασης ανησυχιών, αναθεώρησης απόψεων και πειραματισμών.
Επίσης, ενόσω το νεανικό αναγνωστικό κοινό συρρικνώνεται, μαζί συρρικνώνεται και η ποιότητα της λογοτεχνίας, αρκούμενης στην κυκλοφορία ευπώλητων, μεταφρασμένων ως επί το πλείστον τίτλων με εύπεπτο περιεχόμενο. Η λογοτεχνία, δηλαδή, αποποιείται τον πρώτιστο ρόλο της και αποκόβεται σιγά σιγά από τη δημιουργικότητά της.
Η συρρίκνωση όμως της γλώσσας, της λογοτεχνίας και της συλλογικής μνήμης δεν είναι ακαριαία, αλλά βαθμιαία. Δρομολογείται δεκαετίες τώρα μέσω της παγκοσμιοποίησης και της επέλασης της τεχνολογίας. Μέσω της σταδιακής ομογενοποίησης προς ένα κοινό πολιτιστικό πρότυπο. Και η ταχύτητα που επιτελείται πλέον αυτή είναι βίαιη.
Οι μικρές γλώσσες, όπως η ελληνική, είναι και οι πιο ευάλωτες. Η ασύμμετρη, λοιπόν, για την ελληνική γλώσσα απειλή επιβάλλει μια ασύμμετρη από μέρους μας απάντηση. Και το «όπλο» στα χέρια μας είναι η ίδια η γλώσσα και ο πολιτισμός ως φορέας ενός βαθύτερου ουμανισμού. Ενός ουμανισμού που αναβλύζει από σπουδαία αρχαία ελληνικά και νεότερα φιλοσοφικά και λογοτεχνικά κείμενα. Που ξεπερνάει τα σύνορα της χώρας και αγκαλιάζει τον σύγχρονο άνθρωπο και τις ανησυχίες του. Που ντύνεται τη μορφή του Μπολιβάρ και γίνεται «ωραίος σαν Έλληνας». Που ντύνεται τη μορφή του Περικλή και μιλά για τη Δημοκρατία. Την ισονομία, την ελευθερία και την αξιοκρατία. Η διάσωση των αξιών αυτών πρέπει να είναι η δική μας απάντηση.
Όταν μια χώρα γερνά και συρρικνώνεται πληθυσμιακά, δεν χάνει απλώς εργατικό δυναμικό και φορολογούμενους πολίτες. Δεν συμπιέζεται μόνο το υγειονομικό της σύστημα και το συνταξιοδοτικό της πρόγραμμα. Χάνει τους φυσικούς φορείς και αναμεταδότες του πολιτισμού και της ιστορίας της. Χάνεται η ίδια.
*Η Αθηνά Σοκόλη είναι Φιλόλογος, Υπεύθυνη των εκδόσεων Σοκόλη